Οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος…

Ο ρεαλισμός των ξένων

Όταν ο πρωθυπουργός εγκατέλειψε τον Ασεμπίγιο και άρχισε να συνομιλεί με την πραγματικότητα, είπε κάτι που στη Βουλή ακούστηκε σαν λυγμός μέσα στο σκοτάδι. Παραδέχθηκε ότι η κρίση χρέους οδηγεί τη χώρα σε απώλεια κυριαρχικών δικαιωμάτων, υπονομεύοντας την εθνική ανεξαρτησία. Εδώ δεν είπε ψέματα. Από εκείνο το μεσημέρι στο Καστελόριζο η ύπαρξη της χώρας συναρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα κεφάλαια των πιστωτών της. Μεταξύ μας, δεν μπορείς να ομιλείς περί εθνικής ανεξαρτησίας, όταν οι σημαντικότερες εσωτερικές ειδήσεις έρχονται από το εξωτερικό.

Ομοίως, οι κυριότερες ανακοινώσεις για την πορεία και το μέλλον της χώρας γίνονται από ξένους πολιτικούς ηγέτες και θεσμικούς φορείς της αλλοδαπής. Για παράδειγμα, με όρους παραδοσιακού, με τσαρούχια, ελληνικού πατριωτισμού, είναι αδιανόητο ο Γερμανός αντικαγκελάριος να κάνει ανακοινώσεις για το μέλλον της χώρας από την Αθήνα. Από την άλλη, μία ρεαλιστική προσέγγιση μπορεί να φουσκώσει με υπερηφάνεια το πλατύ στέρνο του πατριώτη, καθώς ο Γερμανός δεν εγκαταστάθηκε και επισήμως στο Μαξίμου.

Γενικώς αυτόν τον καιρό μαθαίνουμε πολλά και αναθεωρούμε ακόμα περισσότερα περί εθνικής ανεξαρτησίας. Καταλάβαμε ότι πατριώτης δεν είναι αυτός που κρεμάει τη σημαία στο μπαλκόνι, αλλά εκείνος που παίρνει ειλικρινές εκκαθαριστικό στο γραμματοκιβώτιο. Και μας δίδαξαν πως η εθνική ανεξαρτησία δεν απειλείται με υπερπτήσεις μαχητικών, αλλά καταργείται στην πράξη με την ακύρωση κάθε αυτόνομης πολιτικής πρωτοβουλίας. Αυτό βέβαια δεν είναι απαραιτήτως κακό ή, τέλος πάντων, δεν μαζεύει οπωσδήποτε σύννεφα πάνω από το κεφάλι. Με εξαίρεση την περίοδο της γερμανικής κατοχής, αυτή η χώρα υπέστη τα μεγαλύτερα δεινά από Έλληνες και μάλιστα με την επίκληση του αγνού και θερμού πατριωτισμού τους. Έλληνες φοροφυγάδες και Έλληνες επίορκοι πολιτικοί κρατούσαν το τιμόνι και έριξαν το σκάφος στα βράχια. Συνεπώς όταν τίθεται σχεδόν ωμά η απαίτηση για παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων στην άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής, δεν υφίσταται λόγος ανησυχίας-κάθε άλλο. Είναι σαφώς προτιμότερο ο έλεγχος των δαπανών να γίνεται από έναν ψυχρό Γερμανό, παρά από έναν εκφραστικό Έλληνα υπουργό που δεν έχει και πρόβλημα να βάλει τα κλάματα μπροστά στην κάμερα. Άλλωστε αυτό το κράτος από Γερμανούς στήθηκε που, απλώς, δεν κατάφεραν να τελειώσουν τη δουλειά.

Βέβαια ακούγοντας τον αντικαγκελάριο Ρέσλερ να κάνει υποδείξεις προς την ελληνική κυβέρνηση,  η σημειολογία είναι σκληρή και ο συμβολισμός ταπεινωτικός. Πικρή είναι και η αίσθηση που αφήνει η επίσκεψη της γερμανικής επιχειρηματικής αποστολής, θυμίζοντας τουρίστες που βγήκαν για φθηνά ψώνια. Πριν από πενήντα χρόνια πήγαμε εμείς μετανάστες στη χώρα τους, τώρα έρχονται οι ίδιοι ως εργοδότες στη δική μας. Κατά μία εκδοχή, θα αγοράσουν την Ελλάδα, αξιοποιώντας, ως κομμάτι του πλούτου τους, την προστιθέμενη αξία των Έλλήνων μεταναστών.  Όμως τίποτα από όλα αυτά δεν έπλεξαν ξένα χέρια. Οι δικές μας μοίρες ύφαναν τον ιστό που μας τύλιξε. Εν τέλει αρκετά οι τύχες μας δοκιμάστηκαν από τον πατριωτισμό τον Ελλήνων. Ήρθε η στιγμή να στηριχτούμε σε κάτι πιο αξιόπιστο, στον ρεαλισμό των ξένων.

Aς τους διώξουμε

Έγραψα για τον ρεαλισμό των ξένων, πιθανολογώντας ότι θα μας είναι περισσότερο χρήσιμος από το πατριωτισμό των Ελλήνων. Άλλωστε ο δρόμος αυτής της χώρας προς την καταστροφή ήταν πάντα στολισμένος με δάφνες και εθνικά χρώματα. Όπως ήταν θεμιτό και αναμενόμενο, το άρθρο δεν συγκέντρωσε θετικά σχόλια από το σύνολο των αναγνωστών του. Λογικό. Μάλιστα ένας εξ’ αυτών μου έγραψε ότι μπορεί να τα ξαναπούμε και με τα όπλα, ενώ στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο κατέφτασαν αρκετές κομψές και ορισμένες άγαρμπες ενστάσεις. Κατάλαβα λοιπόν, με κάποια καθυστέρηση είναι η αλήθεια, ότι ιστορικά η έννοια του δωσιλογισμού επανακάμπτει. Το ξανασκέφτηκα. Και αν τελικά έχουν δίκαιο όλοι αυτοί που βάζουν τη λεβεντιά πάνω από τα μετρητά και τα ιερά πιο ψηλά από τα ασφάλιστρα κινδύνου; Μήπως, τελικά, το αίτημα που πρέπει να μας συσπειρώσει είναι η φυγή της τρόικας ή, τέλος πάντων, η δυναμική επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου;

Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι οι φωνές της γενναιότητας κάνουν την οργή μας αγρίμι στο κυνήγι των ξένων. Μάλιστα κατά την άτακτη φυγή τους, σκορπούν στο τιμημένο ελληνικό χώμα και όλες τις απαιτήσεις για τα τελευταία δάνεια που λάβαμε. Οι δανειστές έφυγαν, κανένας δεν άπλωσε χέρι στον εθνικό μας πλούτο, επιτέλους μόνοι! Έχει κανείς καμιά ιδέα για το πως θα πληρωθούν οι μισθοί του Νοεμβρίου; Και εντάξει, θα αξιοποιήσουμε τα πετρέλαια, τα ορυκτά, τις μετοχές της Τράπεζας Ανατολής και την αγάπη του Πούτιν. Όμως μέχρι να κολυμπήσουμε στο μετρητό, υπάρχει καμιά πραγματικά καλή ιδέα; Εννοείται ότι αφού ξεκινήσαμε δυνατά και εθνικά, μπορούμε να θεωρήσουμε απεχθές, παράνομο, το δημόσιο χρέος και να σταματήσουμε τις πληρωμές. Καλό, όμως θα αναστήσουμε την Αλβανία του Χότζα εντός ελληνικής επικράτειας. Στο μεταξύ θα έχει μπει ο Δεκέμβριος και ακόμα δεν θα υπάρχουν μετρητά για τους μισθούς και τις συντάξεις.

Εναλλακτικό σενάριο: δεν διώχνουμε τους δανειστές μας, αλλά βάζουμε μπροστά τον Σαμαρά για να πετύχει την επαναδιαπραγμάτευση. Αλλά ο πρόεδρος Αντώνης, που εφοδεύει με την ορμή του Παύλου Μελά, πάει και σπάει τα μούτρα του στην άρνηση των δανειστών μας. Ναι, υπάρχει και αυτό το ενδεχόμενο, να απορρίψει η Μέρκελ τους όρους του Σαμαρά. Εδώ, βέβαια, μπορούμε να παίξουμε τη μπλόφα μας: χρεοκοπούμε και τους παίρνουμε στον όμορφο λαιμό μας. Και αν μας πουν ότι «τα βλέπουν»; Κάτι αντίστοιχο έκανε και ο Σαμψών με τους αλλόφυλους, αλλά δεν νομίζω ότι του βγήκε.

Το τρίτο σενάριο σκίστηκε πριν καν γραφτεί. Ήταν το χέρι του Παπανδρέου να πετύχει καλύτερους όρους δανεισμού, επιδεικνύοντας αποτελεσματικότητα στο έργο του. Δεν το έκανε για λόγους που οφείλει να εξηγήσει σε μας και στην ιστορία.

Και τώρα ας επιστρέψουμε στην πραγματικότητα, στο βουητό από τις φωνές που υπερασπίζονται τα ιερά και τα όσια, μαζί με την αξιοπρέπεια μας. Μπορούμε να αποφασίσουμε τι ακριβώς θέλουμε; Θα σας πω εγώ τι θέλουμε: δάνεια μακράς διάρκειας, με φιλικό επιτόκιο και σταδιακή, προσαρμογή με όρους και συνθήκες που δεν προσβάλλουν την αξιοπρέπεια μας, δεν υπονομεύουν το βιοτικό μας επίπεδο και δεν εκποιούν τον εθνικό μας πλούτο. Δεν είναι τέλειο; Είναι. Μπορεί μάλιστα να είναι ηθικά σωστό και ιστορικά δίκαιο. Δεν το δέχονται οι δανειστές μας. Ούτως ή άλλως δεν ευθύνονται αυτοί για τη φοροδιαφυγή, τη διοικητική ανεπάρκεια και την πολιτική δολιότητα. Και αυτό φτάνει για να προσδιορίσει την αλήθεια. Οι δανειστές θέτουν τους κανόνες, όχι οι δανειολήπτες. Αυτό δεν μας εμποδίζει να επιλέξουμε τη δική μας οδό της αξιοπρέπειας και της υπερηφάνειας. Ας πούμε για σας μπορεί να είναι αναξιοπρεπής καταναγκασμός η τοποθέτηση επιτρόπου στα δημοσιονομικά της χώρας. Για άλλους, όμως, η ταπείνωση θα είναι μεγαλύτερη αν δεν πληρωθούν οι μισθοί και οι συντάξεις. Κοντός ψαλμός. Αν δεν χορηγηθεί εγκαίρως η έκτη δόση θα έχουμε την ευκαιρία να κοιτάξουμε και από την άλλη πλευρά του φράχτη δοκιμάζοντας αντοχές και λεβεντιά.

του Κώστα Γιαννακίδη

This entry was posted in Politics, Society and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s