ΗΠΑ: Το τέλος του αμερικανικού ονείρου?

Η Αμερική, για μεγάλο χρονικό διάστημα, έχει υπάρξει μια χώρα η οποία παρέχει απεριόριστες δυνατότητες. Αλλά το όνειρο έχει πλέον μετατραπεί σε εφιάλτη για πολλούς. Οι ΗΠΑ έχουν μόλις αρχίσει να αντιλαμβάνονται πόσο εύθραυστη είναι πλέον η επιτυχία τους -και πόσο πικρή η πραγματικότητά τους. Αν η υπερδύναμη δεν μπορέσει να εξέλθει από την κρίση, προοιωνίζονται σημαντικά προβλήματα για την παγκόσμια οικονομία.

Προοριζόταν να είναι το μέρος εκείνο στο οποίο θα εκπληρώνονταν αρκετά αμερικανικά όνειρα – εδώ στην οδό Apple Blossom Drive, ένα δρόμο που οδηγεί σε αδιέξοδο κάτω από τον γαλανό ουρανό της νοτιοδυτικής Φλόριντα, όπου το κλίμα είναι εύκρατο και θεραπευτικό για άτομα με αρθριτικά και ρευματισμούς. Τα πάντα είναι έτοιμα. Τα δρομάκια των γκαράζ είναι στολισμένα με μεταλλικούς φανοστάτες, τα τεχνητά ποτάμια και οι λίμνες είναι γεμάτες νερό και όλα τα υπόγεια καλώδια έχουν τοποθετηθεί. Αυτός ο δρόμος, στην Φλόριντα, επρόκειτο να αποτελέσει ένα μικρό κομμάτι της ευρύτερης αμερικανικής ταυτότητας – ένα μέρος όπου τα ξεχωριστά ατομικά όνειρα θα αποτελούσαν ένα κομμάτι της σπουδαίας αμερικανικής ιστορίας.

Αλλά κάποια πράγματα απουσιάζουν. Όπως για παράδειγμα οι άνθρωποι. Και τα σπίτια. Τα σχέδια είναι έτοιμα αλλά τα θεμέλια δεν έχουν μπει ακόμα.

Η οδός Apple Blossom Street, στις παρυφές της κομητείας Fort Myers, είναι ένας δρόμος που οδηγεί στο πουθενά. Οι συνταξιούχοι, οι ονειροπόλοι που επιθυμούσαν να διεκδικήσουν το μερίδιό τους στο αμερικανικό όνειρο ως αντάλλαγμα για τα χρόνια που εργάστηκαν σε κάποιο εργοστάσιο στο Μίσιγκαν ή σε κάποιο γραφείο στη Νέα Υόρκη, δεν πρόκειται να έρθουν. Ούτε στην οδό Apple Blossom Drive ούτε σε καμία άλλη από τις εγκαταλελειμμένες οδούς με τα ωραία ονόματα και τους κομψούς κήπους οι οποίες υποτίθεται πως θα εξέφραζαν την ελευθερία και την ευημερία ως τους τελικούς προορισμούς του αμερικανικού ταξιδιού και οι οποίες τώρα προκαλούν την ίδια θλιβερή αίσθηση που προκαλούν τα βιομηχανικά ερείπια του Ντιτρόιτ.

Η Φλόριντα ήταν η ολοκλήρωση του αμερικανικού ονείρου, μια υπόσχεση, ένα σύμβολο, ένας αμερικανικός επίγειος παράδεισος, επειδή η Φλόριντα παρείχε σε οποιονδήποτε την προοπτική να ζήσει 10, ίσως 20 και στην πλέον αισιόδοξη περίπτωση 30 χρόνια στην ιδιόκτητη οικία του. Περίπου 200.000 με 400.000 κάτοικοι μετακόμιζαν στην πολιτεία κάθε χρόνο. Ο πληθυσμός αυξανόταν διαρκώς, όπως και τιμές στην κτηματαγορά και τα περιουσιακά στοιχεία όσων έμεναν ήδη εκεί γεγονός που τους έκανε να επιθυμούν μεγαλύτερα σπίτια και ακόμα μεγαλύτερα όνειρα. Η Φλόριντα ήταν μια φαινομενική μηχανή ατελείωτης οικονομικής δραστηριότητας και ευημερίας.

Μια χώρα σε χρέος

Μπορεί άραγε το όνειρο να λάβει τέλος;

Μέχρι που όλα αυτά έφτασαν στο τέλος τους. Σήμερα ο κόσμος εγκαταλείπει την πολιτεία. Ο πληθυσμός της Φλόριντα μειώθηκε στους 58.000 κατοίκους το 2009. Κάποια μέλη αμερικανικών οικογενειών της μεσαίας τάξης που σχεδίαζαν να περάσουν τα γεράματά τους ξαπλωμένοι κάτω από φοινικόδεντρα τώρα συνωστίζονται σε συσσίτια για απόρους. Στην κομητεία Lee στην νοτιοδυτική ακτή της Φλόριντα, 80.000 άνθρωποι χρειάζονται ειδικά κουπόνια για φαγητό, τα οποία παρέχει η κυβέρνηση, για να τα βγάλουν πέρα – σήμερα παρέχονται τέσσερις φορές περισσότερα απ’ ότι το 2006. Τα ποσοστά ανεργίας αυξάνονται σε μεγάλο βαθμό στην πολιτεία, η οποία τώρα συμβολίζει την παρακμή του Αμερικανικού ονείρου ή, ίσως, την ολοκληρωτική του αποτυχία, την αφέλειά του. Μπορεί άραγε το όνειρο να φτάνει κυριολεκτικά στο τέλος του;

Οι Αμερικάνοι έχουν ζήσει για δεκαετίες πέρα από τις δυνατότητές τους. Η κουλτούρα τους χαρακτηρίστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα από μια πίστη σε ένα αναφαίρετο δικαίωμα, το οποίο υποσχόταν δικαιώματα σε όλους χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες. Η αδυσώπητη και φαινομενικά ασταμάτητη κοινωνική κινητικότητα προς την κορυφή αποτέλεσε την κοσμική θρησκεία των ΗΠΑ. Ο Άλαν Γκρίσπαν, πρώην πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, καθιέρωσε τη λεγόμενη κοινωνία της ιδιοκτησίας (ownership society), ενώ το Κογκρέσο και ο Λευκός Οίκος την βοήθησαν να απελευθερωθεί από νόμους και περιορισμούς.

Το όνειρο ήταν η κινητήρια δύναμη της χώρας. Έκανε εφικτή τη Φλόριντα, το Χόλιγουντ και τα πλούτη της Goldman Sachs, και προσέλκυσε εκατομμύρια μετανάστες. Παρόλα αυτά, οι Αμερικάνοι τώρα ανακαλύπτουν πως υπάρχουν πολλές διαφορετικές κατευθύνσεις που μπορεί να πάρει η ζωή, και τουλάχιστον μία από αυτές δείχνει προς τα κάτω. Η πεποίθηση πως οι μετοχές κάνουν διαρκώς τους πάντες πλουσιότερους έχει μετατραπεί σε χίμαιρα για τις ΗΠΑ, όπως και η πίστη πως καθένας έχει δικαίωμα να έχει ιδιόκτητο σπίτι και έπειτα ένα μεγαλύτερο σπίτι, ένα δεύτερο αυτοκίνητο και ενδεχομένως ακόμα και ένα γιοτ. Αλλά κάποια στιγμή όλα τελειώνουν.

Το 2010 βρήκε τις ΗΠΑ ως μια μπερδεμένη και φοβισμένη χώρα. Οι αμερικανικές εταιρίες είναι ακόμα παγκόσμιας κλάσης αλλά σήμερα η Apple, η Coca Cola, η Google και η Microsoft επενδύουν στην Ασία, όπου η εργασία έχει χαμηλό κόστος και οι αγορές βρίσκονται σε φάση μεγέθυνσης, ενώ δεν επενδύουν σχεδόν καθόλου στις ΗΠΑ. Περίπου το 47% των Αμερικανών δεν πιστεύει σήμερα πως το Αμερικανικό όνειρο είναι ρεαλιστικό.

Η ανεργία στις ΗΠΑ σε εκατομμύρια πολιτών

Αναταραχή και αγωνία.

Οι Απελπισμένες Πολιτείες της Αμερικής βρίσκονται σε φάση αναταραχής και αγωνίας. Η χώρα πάντα είχε μια δόση παράνοιας αλλά πλέον χαρακτηρίζεται από μια δόση απελπισίας, απόγνωσης και πεσιμισμού. Οι Αμερικάνοι πάντα πίστευαν στην ικανότητα της χώρας να αναγεννιέται, πως ένα νέο ξεκίνημα είναι εφικτό οποιαδήποτε στιγμή. Σήμερα το 63% των Αμερικανών δεν πιστεύει πως θα μπορέσει να διατηρήσει το σημερινό επίπεδο ζωής του.

Αν όντως η Αμερική βρίσκεται σε καθοδική πορεία τότε αυτό συνεπάγεται σημαντικές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία και την παγκόσμια τάξη σε πολιτικό επίπεδο.

Η πτώση της Αμερικής δεν χρειάζεται να αποτελέσει κατ’ ανάγκη μια ολοκληρωτική κατάρρευση -άλλωστε πρόκειται για μια χώρα που έχει καταφέρει να ανακαλύψει εκ νέου τον εαυτό της πολλές φορές στο παρελθόν. Αλλά σήμερα δεν είναι σίγουρο πως όλα θα έχουν μια ευτυχή κατάληξη. Οι ΗΠΑ του 2010 είναι δυσλειτουργικές, αλλά με διαφορετικούς τρόπους απ’ ότι στο παρελθόν. Ολόκληρη η αλληλεπίδραση μεταξύ των φόρων και των επενδύσεων είναι δυσοίωνη αφενώς επειδή ο – 16.000 σελίδων – φορολογικός κώδικας επιτρέπει πολλούς τρόπους παράκαμψης και αφετέρου επειδή η αλληλεγγύη δεν αποτελεί πλέον τμήμα του αμερικανικού τρόπου σκέψης. Το πολιτικό σύστημα, το οποίο μαστίζεται από τη δράση των λόμπι και από άκαμπτο μίσος, είναι ανίκανο να οδηγήσει σε λογικές ή έστω γρήγορες αποφάσεις.

Η χώρα αντιδρά με περίεργο και παράλογο τρόπο στην απώλεια της σπουδαιότητάς της – είναι μια αντίδραση η οποία χαρακτηρίζεται κυρίως από οργή. Σημαντικά τμήματα της Αμερικής επιθυμούν απλά να επιστρέψουν σε ένα υποτιθέμενο ειδυλλιακό παρελθόν. Δεν αφιερώνουν ούτε ένα λεπτό για να στοχαστούν και καταδικάζουν την ευφυΐα και την διανόηση ως ελιτίστικα και αντιαμερικανικά χαρακτηριστικά, λες και άνθρωποι που ξέρουν μόνο να κυνηγούν αρκούδες μπορούν σοβαρά να κυβερνήσουν μια παγκόσμια δύναμη. Δημαγωγοί υποδαυλίζουν το μίσος και την οργή σε τηλεοπτικά δίκτυα όπως το Fox. Αυτά τα τμήματα της Αμερικής, τα οποία αποτελούν την πλειοψηφία σε πολλές πολιτείες, ανίδεα όσον αφορά την παγκοσμιοποίηση και την διεθνή αγορά εργασίας, δεν κάνουν τίποτα περισσότερο από το να φωνάζουν. Απεχθάνονται κάθε τι καινοτόμο και ξένο προς αυτούς.

Αλλά θα αφυπνισθούν οι ΗΠΑ; Ή είναι ήδη πολύ αργά;

Η μείωση του εργατικού δυναμικού στη βιομηχανία σε εκατομμύρια

Το χτες: η πτώση της Αμερικής

Ο κοινωνιολόγος Robert Putnam κομπιάζει, μη θέλοντας να υπηρετήσει το είδος του καθηγητή που πετάει ονόματα απλά για να κάνει τον εαυτό του να φαίνεται πιο σημαντικός. Αλλά το θέμα είναι εξαιρετικά σημαντικό ώστε να μπορέσει να αντισταθεί. «Είχα την ευκαιρία να συζητήσω ζητήματα εισοδηματικών ανισοτήτων με τον πρόεδρο George W. Bush και τον πρόεδρο Ομπάμα και μπορώ να σας επιβεβαιώσω πως και οι δύο ανησυχούσαν για αυτήν την τάση», λέει. «Μπορούσες να έχεις μια ώριμη συζήτηση πάνω σε αυτό το θέμα και με τους δύο».

Ο Putnam, καθηγητής του Χάρβαρντ, ακούγεται ευχαριστημένος, σαν να αποτελεί το γεγονός μια εξαίρεση. Είναι ένας τοπογράφος της Αμερικανικής ψυχής. Πριν από μερικά χρόνια προκάλεσε αίσθηση με το βιβλίο του Blowing Alone στο οποίο υποστήριξε πως όλο και περισσότεροι Αμερικάνοι παίζουν μπόουλινγκ μόνοι τους -και όχι σε κάποιο κλαμπ του μπόουλινγκ- και αυτό επειδή ο μέσος Αμερικάνος δύσκολα μιλάει με κάποιον άλλο Αμερικάνο πλέον και σίγουρα δε μιλάει με κάποιον που έχει διαφορετικές απόψεις από τις δικές του.

Σήμερα ο Putnam ανησυχεί για οικονομικές ανισορροπίες και νέες κοινωνικές ανισότητες. Σήμερα ένας Αμερικάνος διευθύνων σύμβουλος κερδίζει περίπου τριακόσιες φορές περισσότερα χρήματα από αυτά που κερδίζει ένας απλός εργαζόμενος. Το 1950 κέρδιζε μόνο τριάντα φορές περισσότερα. Το αποτέλεσμα είναι ο «κοινωνικός διαχωρισμός», λέει ο Putnam. Με αυτόν τον όρο εννοεί πως ο κόσμος πηγαίνει πλέον σε διαφορετικά σχολεία και διαφορετικά πάρτι και ζει σε διαφορετικές γειτονιές και πως πλέον δεν υπάρχει καμία επικάλυψη μεταξύ των δύο αυτών κοινωνικών ομάδων.

«Η θεμελιώδης συμφωνία, ο πυρήνας της Αμερικής, ήταν πάντα το ότι μπορούμε να ζούμε με ένα μεγάλο χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών με την προϋπόθεση πως υπάρχει παράλληλα ισότητα ευκαιριών», λέει ο Putnam. «Αν αυτό δεν ισχύει πλέον η θεμελιώδης συμφωνία έχει παραβιαστεί».

Το φετίχ της ιδιοκτησίας.

Τίποτα δε συμβολίζει το Αμερικάνικο όνειρο περισσότερο από την ιδιοκτησία, το φετίχ αυτό, το οποίο οι πολιτικοί, η κουλτούρα και τα μίντια έχουν δοξάσει και διογκώσει από τις αρχές του 20ου αιώνα. Ο πρόεδρος Φράνκλιν Ρούσβελτ κάποτε είπε πως μια χώρα που αποτελείται από ιδιοκτήτες κατοικιών θα είναι «ακαταμάχητη». «Η ιδιοκτησία κατοικίας βρίσκεται στην καρδιά του Αμερικανικού ονείρου», δήλωσε κάποτε ο πρόεδρος Μπους ο νεότερος. Και ο πρόεδρος Κλίντον είχε δηλώσει πως ένας από τους πιο σημαντικούς στόχους της προεδρίας του ήταν η δημιουργία οκτώ εκατομμυρίων νέων ιδιοκτητών κατοικίας.

Το 1960 τα δύο τρίτα των Αμερικάνων είχαν ήδη το δικό τους σπίτι. Ο στόχος ήταν να αυξηθεί αυτό το ποσοστό. Η βιομηχανία και οι τράπεζες έδειχναν να συμφωνούν καθώς η κυβέρνηση ενθάρρυνε την αγορά κατοικίας με επιχορηγήσεις και φοροελαφρύνσεις, αξίας περίπου 100 δις δολάρια (72 δις) το χρόνο. Οι σχεδιαστές ονειρεύονταν ολόκληρες γειτονιές σε περιοχές με εύκρατο κλίμα, όπως η Καλιφόρνια αλλά κυρίως η Φλόριντα. Κάποτε υπήρχαν 15.000 σπίτια στο Lehigh Acres, το προάστιο του Fort Myers. Το 2007 ο αριθμός αυτός εκτινάχθηκε στα 28.000.

«Ήταν τρελό», λέει ο Axel Jakobeit, Γερμανός στην καταγωγή και κατ’ επιλογή Αμερικάνος, κτηματομεσίτης και επενδυτής στη νοτιοδυτική Φλόριντα. Όλοι κερδοσκοπούσαν στην κτηματαγορά, συμπεριλαμβανομένων γραμματέων, υπαλλήλων γραφείου και ανθρώπων οι οποίοι έβγαζαν 50.000 δολάρια το χρόνο και είχαν κατά περιόδους χρέος περίπου 1 εκατ. δολάρια επειδή αγόραζαν και πουλούσαν πολλά σπίτια την ίδια στιγμή. Όταν τα πράγματα πάνε κατ’ ευχήν η κατάσταση έχει καλώς. Αλλά συνήθως τα πράγματα πάνε κατ’ ευχήν μέχρι κάποιο σημείο.

11 εκατομμύρια ιδιοκτήτες κατοικιών στις ΗΠΑ, από τότε που έπεσαν οι τιμές, χρωστούν στις τράπεζες περισσότερα από όσα αξίζουν οι περιουσίες τους. Σπίτια που όταν φτιάχτηκαν άξιζαν 120.000 δολάρια τώρα πωλούνται στην αγορά για 80.000 δολάρια και ακόμα δεν έχει μείνει κανένας σε αυτά. Το ποσοστό της ανεργίας έχει φτάσει το 12% στη Φλόριντα. Πολλοί άνθρωποι φεύγουν, τρέχουν μακριά και αφήνουν τα πάντα πίσω τους, όχι μόνο τα όνειρά τους, αλλά τα έπιπλά τους, τα κλειδιά τους και, κυρίως, το χρέος τους. Άλλοι παίρνουν τα πάντα μαζί τους, από τουαλέτες μέχρι χάλκινα καλώδια.

Οι Αμερικάνοι δεν είναι προσεκτικοί

«Ήλπιζα πως οι Αμερικάνοι θα άλλαζαν τον τρόπο σκέψης τους, πως θα αναλάμβαναν τις ευθύνες τους και θα σπαταλούσαν τόσα όσα κέρδιζαν», λέει ο Jakibeit. Αλλά οι Αμερικάνοι δεν είναι έτσι. Δεν είναι προσεκτικοί.

Η πολιτική ηγεσία, λέει ο Raghuram Rajan, σκόπιμα
σιγουρεύτηκε πως ο κόσμος στο χαμηλότερο επίπεδο της κοινωνικοοικονομικής κλίμακας θα μπορούσε να προμηθευτεί στεγαστικά δάνεια χαμηλού επιτοκίου, ούτως ώστε να ξεχάσουν πως τα εισοδήματά τους παρέμεναν στάσιμα. «Ήταν τόσο εύκολο να αποκτήσει ο κόσμος πιστώσεις και όταν οι τιμές των σπιτιών ανέβαιναν, ένιωθαν πλούσιοι, δανείζονταν χρήματα και τα σπαταλούσαν», λέει ο Rajan ο οποίος διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο. Είναι σαν το παλιό εκείνο ρητό που λέει: «ύδωρ και θεάματα». Σύμφωνα με τον Rajan αυτή ήταν η ευκολότερη προσέγγιση για εκείνους που βρίσκονται στην εξουσία, τόσο στην αριστερά όσο και στην δεξιά, παρά από το να επένδυαν στην εκπαίδευση ή το σύστημα υγείας.

Αλλά υπάρχουν κόκκινες γραμμές σε κάθε χώρα, συμπεριλαμβανομένης και μιας για το χρέος. Σύμφωνα με οικονομολόγους αυτή η γραμμή είναι στο 90% στις ΗΠΑ. Όταν το χρέος της κυβέρνησης φτάσει το 90% του ΑΕΠ η χώρα αρχίζει να νιώθει άσχημα. Οι άνθρωποι χάνουν τις ελπίδες τους για ένα καλύτερο αύριο, οι επενδυτές σταματούν να επενδύουν, οι καταναλωτές σταματούν να αγοράζουν και η οικονομία βαλτώνει. Η Αμερική άγγιξε αυτή την κόκκινη γραμμή το δεύτερο τέταρτο του 2009. Ο Άλαν Γκρίσπαν, ο οποίος κάποτε ήταν ο αρχηγός των επευφημούντων μιας κοινωνία που ζούσε πέρα από τα όριά της, τώρα πιέζει τις ΗΠΑ να μειώσουν το δανεισμό.

Ο Γρίσπαν ήταν το «πρώτο αστέρι της ποπ» στην οικονομία, το πρόσωπο της τότε ανατέλλουσα νέας εποχής, μιας εποχής στην οποία η οικονομία αποτίνασσε την κυβερνητική ρύθμιση και οι επιχειρήσεις δεν αντιλαμβάνονταν πλέον το κράτος σαν συνέταιρο αλλά σαν αντίπαλο. Ήταν η εποχή των συνεχών φοροαπαλλαγών, της έξαρσης δραστηριότητας του χρηματιστηρίου και της Νέας Οικονομίας, μια εποχή που η φιλελεύθεροι έβλεπαν ως μια περίοδο απελευθέρωσης. Την περίοδο που ο Γκρίσπαν ήτα επικεφαλής, από το 1987 έως το 2006, η Αμερική βίωνε τη μεγαλύτερη περίοδο ευημερίας στην ιστορία της και, την ίδια στιγμή, τον οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό θρίαμβο επί του σοσιαλιστικού μοντέλου. Το ΑΕΠ ων ΗΠΑ διπλασιάστηκε αυτήν την περίοδο. Το μόνο πρόβλημα ήταν πως η κατάσταση δεν ήταν πραγματική ή υγιής και τροφοδοτούνταν από αρκετή υποκρισία και αφελή πίστη στην αέναη ανάπτυξη.

Αδυναμίες της παλιάς τάξης πραγμάτων

Όταν ο Γκρίσπαν ήρθε στην Ουάσιγκτον το 1967, σαν σύμβουλος στην προεκλογική εκστρατεία του Ρίτσαρντ Νίξον, η παλιά τάξη του New Deal ήταν ακόμα πραγματικότητα. Τα συνδικάτα ήταν πανίσχυρα. Οι μεγάλες επιχειρήσεις όπως η General Motors, η General Electric και η ITT έλεγχαν την αγορά. Αλλά ο Γκρίσπαν πίστευε πως η παλιά τάξη ήταν πολύ νηφάλια. Έδινε πολύ μεγάλη βαρύτητα στις εμπειρίες της φίλης του, της φιλοσόφου Ayn Rand η οποία ήταν μετανάστης από τη Ρωσία και έγραφε για την κακία των κολεκτιβιστικών συστημάτων. «Αυτό που έκανε… ήταν να με κάνει να σκεφτώ γιατί ο καπιταλισμός δεν ήταν μόνο αποτελεσματικός και πρακτικός αλλά, επιπλέον, ηθικός», είπε ο Γκρίσπαν. «Παράσιτα τα οποία αγνοούν αποφεύγουν επίμονα είτε το σκοπό είτε τη λογική αφανίζονται όπως ακριβώς τους αξίζει».

Ο Ρόναλντ Ρέιγκαν ήταν ένας αναδυόμενος περιφερειακός πολιτικός στην Καλιφόρνια την περίοδο εκείνη. Πίστευε πως η κυβέρνηση δεν αποτελούσε τη λύση για όλα τα προβλήματα -απεναντίας πίστευε πως η κυβέρνηση ήταν η ίδια το πρόβλημα. Στη βιογραφία του ο Ρέιγκαν έγραψε: «ο κόσμος έχει κουραστεί από σπάταλα κυβερνητικά προγράμματα και απατεώνες του κοινωνικού κράτους και είναι θυμωμένος από τον συνδυασμό φορολογικών και κυβερνητικών ρυθμίσεων, αλαζόνων γραφειοκρατών και δημοσίων υπαλλήλων που θεωρούν πως όλα τα προβλήματα της ανθρωπότητας μπορούν να λυθούν αν πετάξεις πάνω τους τα δολάρια των φορολογουμένων».

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 οι συντηρητικοί βρήκαν την ευκαιρία να διαμορφώσουν τη χώρα σύμφωνα με τον τρόπο που αυτοί έκριναν κατάλληλο. Τα συνδικάτα αντιμετώπιζαν μείωση των μελών τους. Τεχνολογικές καινοτομίες έδιναν τη δυνατότητα σε εταιρίες να παράγουν μικρότερες ποσότητες με καλύτερη σχέση κόστους -αποτελέσματος και έτσι να αποκτούν πρόσβαση σε αγορές που μέχρι πρότινος κυριαρχούνταν από μεγάλες πολυεθνικές. Ο Ρέιγκαν εκμεταλλεύτηκε την αδυναμία της παλιάς τάξης για να απορυθμίσει την οικονομία.

Όταν οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας κατέβηκαν σε απεργία με αίτημα μεγαλύτερους μισθούς ο Ρέηγκαν τους απέλυσε και τους απαγόρευσε να εργαστούν στον ομοσπονδιακό τομέα για όλη τους τη ζωή. Επιπλέον απορύθμισε τη βιομηχανία τηλεπικοινωνιών, την ναυσιπλοΐα, τις τράπεζες, την πολιτική αεροπορία και μείωσε το ανώτερο συντελεστή φορολογίας από το 70 στο 28 τοις εκατό.

Η ανάγκη για χαμηλότερα επιτόκια

Οι ΗΠΑ έγιναν μια διαφορετική χώρα, μια ριζοσπαστική, ελεύθερη, τολμηρή χώρα που κοιτούσε μπροστά -μια χώρα θρίαμβος, έτσι τουλάχιστον φαινόταν.

Εξαγωγείς από άλλες χώρες εφόρμησαν στην Αμερικανική αγορά, πρώτα από την Ιαπωνία και έπειτα από την Κίνα και την Ινδία. Το Internet έγινε δημοφιλές. Η απορύθμιση των χρηματοπιστωτικών αγορών αφύπνισε το ενδιαφέρον για τις μετοχές σαν μορφή χρηματοπιστωτικής επένδυσης. Η εταιρία λιανικής πώλησης Wal- Mart αντικατέστησε την αυτοκινητοβιομηχανία General Motors στη θέση της μεγαλύτερης επιχείρησης στον κόσμο. Σε αυτή τη νέα τάξη ο καταναλωτής ήταν ένας από τους νικητές. Οι εταιρίες επενδύσεων ήταν οι νέες ομάδες πίεσης. Οι τράπεζες έγιναν πιο σημαντικές και η τραπεζική βιομηχανία κατάφερε να διπλασιάσει τα κέρδη της σε σχέση με τη δεκαετία του 1970. Λίγο πριν από την κρίση περίπου το 40% των κερδών των αμερικανικών επιχειρήσεων πραγματοποιούνταν στον χρηματοπιστωτικό τομέα.

Αλλά ήταν αυτό κάτι υγιές και με μακροπρόθεσμες προοπτικές;

Το γρήγορο χρήμα ήταν πολύ σέξι. Εκείνες τις μέρες, πριν από την κρίση, το 40% των αποφοίτων του Χάρβαρντ έπαιρναν δουλειές στον χρηματοπιστωτικό και επιχειρηματικό τομέα με κέρδη τριπλάσια από αυτά που απολάμβαναν οι πρώην συμφοιτητές τους σε άλλους τομείς. Οι συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα είχαν γίνει πιο επικερδής δραστηριότητα από την παραγωγή αγαθών.

Αλλά επειδή και αυτό το απομεινάρι της οικονομίας έπρεπε να μείνει χαρούμενο οι καταναλωτές έπρεπε να συνεχίσουν να καταναλώνουν, να αγοράζουν μεγαλύτερα αυτοκίνητα και μεγαλύτερα σπίτια. Οι καταναλωτές σπαταλούσε περισσότερο από το 70% της συνολικής οικονομικής παραγωγής. Αλλά επίσης σπαταλούσαν περισσότερα από όσα κέρδιζαν και το ποσοστό αποταμίευσης μειωνόταν. Οι Αμερικάνοι βρήκαν ως λύση για τα στάσιμα ή μειούμενα κέρδη τους το δανεισμό. Αυτό δημιούργησε την ανάγκη για μικρότερα επιτόκια.

Η «τέλεια καταιγίδα» της Αμερικής

Ο Ρέιγκαν διόρισε τον Γκρίσπαν στη θέση του προέδρου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας και μια νέα εποχή ξεκίνησε. Ο ψηφιακός κόσμος σχεδιάστηκε στην Αμερική και οι ΗΠΑ υπό τον Ρέιγκαν και αργότερα υπό τον Μπιλ Κλίντον έβλεπαν τον εαυτό τους ως την πατρίδα της φαντασίας και της τόλμης. Προς το τέλος αυτής της περιόδου, μεταξύ του Νοεμβρίου του 2001 και του Νοεμβρίου του 2004, ο Γκρίσπαν κράτησε τα επιτόκια κάτω από το 2% παρόλο που η οικονομία παρουσίαζε μεγέθυνση σε ποσοστό 2,8%. Καθώς τα χαμηλά επιτόκια έδωσαν ώθηση στην αγορά μετοχών όλο και περισσότερος κόσμος αγόραζε μετοχές. Οι προσδοκίες για νέα κέρδη αύξησαν τις τιμές των μετοχών και οι καταναλωτές είχαν -φαινομενικά- περισσότερο καθαρό διαθέσιμο εισόδημα.

Ο Robert Reich έχει εξετάσει τους λόγους του κραχ στο βιβλίο του Aftershock, στο οποίο αναλύει ένα χαρακτηριστικό της του χαρακτήρα των Αμερικανών το οποίο φαίνεται απλό: Εάν ένας γείτονας μου έχει περισσότερα τότε θέλω περισσότερα κι εγώ. Και θα πάρω αυτό που θέλω επειδή είμαι Αμερικάνος.

Ο Reich είναι ένας μικροσκοπικός άνθρωπος. Με δυσκολία μπορείς να τον δεις καθώς προχωράει προς την αίθουσα διδασκαλίας στο Μπέρκλεϊ. Ο Reich, που πέρα από την ακαδημαϊκή του εμπειρία έχει υπηρετήσει ως Υπουργός Εργασίας υπό τον Κλίντον, αποτελεί την αριστερή φωνή της συνείδησης του Δημοκρατικού Κόμματος. Οι δύο άνδρες συναντήθηκαν σε ένα πλοίο με προορισμό την Αγγλία όπου και οι δύο πήγαν για να σπουδάσουν. Ο Reich έπαθε ναυτία και ο Κλίντον του προσέφερε κοτόσουπα. Αργότερα ο Κλίντον έφερε τον φίλο του στον Λευκό Οίκο, αλλά όταν οι Δημοκρατικοί έχασαν την Βουλή των Αντιπροσώπων στις ενδιάμεσες εκλογές του 1994, ο Κλίντον, σαν πραγματιστής κινήθηκε προς το κέντρο και ο Reich παραιτήθηκε. «Προσπαθήσαμε», είπε ο Κλίντον αντί αποχαιρετισμού.

Για τον Reich η προσπάθεια δεν ήταν αρκετή. Απεχθάνεται τους συμβιβασμούς, ειδικότερα σήμερα που η χώρα απειλείται από αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «τέλεια καταιγίδα». Ο άνεμος φυσάει από τρεις κατευθύνσεις. Οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι, με αυτούς που ανήκουν στο 0,1% της κορυφής της εισοδηματικής κλίμακας να βγάζουν περισσότερα χρήματα από τους 120 εκατομμύρια ανθρώπους που βρίσκονται στον πάτο της. Οι πλούσιοι προσπάθησαν να εξαγοράσουν τις συγκεκριμένες εκλογές, λέει ο Reich. Εντωμεταξύ η κυβέρνηση δεν βοηθάει τους φτωχούς και στην πραγματικότητα τους λέει: δεν υπάρχουν χρήματα για εσάς. Είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης η επιθυμία για την απόκτηση όσων έχουν οι άλλοι αλλά το αληθινό πρόβλημα είναι πως ο κόσμος δεν βγάζει αρκετά χρήματα και πως ο πλούτος της Αμερικής είναι συγκεντρωμένος στην μικρή ανώτερη τάξη.

Το ξέσπασμα του οικονομικού εθνικισμού

Όλο αυτό έκανε τους ριζοσπάστες πιο ομιλητικούς. «Νομίζω πως τώρα βλέπουμε στην Αμερική ένα ξέσπασμα του απομονωτισμού, του οικονομικού εθνικισμού και της ξενοφοβίας», λέει ο Reich και τονίζει την εχθρότητα εναντίον των μεταναστών. Τις κατηγορίες εναντίον της Κίνας και στον αναδυόμενο σκεπτικισμό σχετικά με το εξωτερικό εμπόριο.

Όταν η έξαρση της οικονομικής δραστηριότητας των dotcom τερματίστηκε απότομα στις χρηματαγορές γύρω στην αλλαγή της χιλιετίας καθώς ο δείκτης NASDAQ έχασε περίπου το 78% της αξίας του. Οι επενδυτές τράβηξαν τα χρήματά τους από τις αγορές μετοχών και τα επένδυσαν στις κτηματαγορές.

«Η αμερικανική οικονομία χάνει την ορμή της την τελευταία δεκαετία», λέει ο Edmund Phelps, νικητής του βραβείου Νόμπελ οικονομίας για το 2006. Σύμφωνα με τον Phelps, είναι όλο και πιο ξεκάθαρο από την αρχή της χιλιετίας, πως δε δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας ως αντιστάθμισμα καθώς η οικονομία των ΗΠΑ υφίσταται δομικές αλλαγές. Οι εταιρίες κυριαρχούνται από επενδυτές οι οποίοι ενδιαφέρονται μόνο για το είδος του γρήγορου και μεγάλου κέρδους που μπορεί να επιτευχθεί με τη μείωση της εργατικής δύναμης. Περίπου 6 εκατομμύρια θέσεις εργασίας έχουν εξαφανιστεί από το 2000. Σήμερα μόνο το 9% των Αμερικανών εργάζεται στην κατασκευαστική βιομηχανία –οι μισοί σε σχέση με το 1985.

«Η Αμερική πρέπει να αλλάξει», λέει ο Paul Volcker, οικονομικός σύμβουλος του προέδρου Ομπάμα . «Εύχομαι να είχαμε λιγότερους χρηματοπιστωτικούς σχεδιαστές και περισσότερους πραγματικούς σχεδιαστές, όπως πχ μηχανικούς». Η Αμερική σύμφωνα με τον Volcker πρέπει να «ξαναχτίσει τον βιομηχανικό της τομέα». Από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η μεγέθυνση της εργασίας είναι ανάλογη με την πληθυσμιακή μεγέθυνση με διακύμανση από 10 σε 20 τοις εκατό ανά δεκαετία. Η χώρα ήταν πεπεισμένη πως αυτό θα μπορούσε να συνεχιστεί. Την τελευταία δεκαετία ο πληθυσμός αυξήθηκε κατά 25 εκατομμύρια αλλά δεν υπήρξαν νέες θέσεις εργασίας. Αλλά ένα μίνιμουμ 100.000 νέων θέσεων εργασίας ανά μήνα χρειάζονταν για να εξυπηρετηθούν αυτοί που ήθελαν να μπουν στην αγορά εργασίας.

Όταν ο Γκρίσπαν έφυγε από το γραφείο του στην Ουάσιγκτον στις 31 Γενάρη του 2006 άφησε μια χώρα με βαθύτατο χρέος. Δύο πόλεμοι, ένας στο Ιράκ και ένας στο Αφγανιστάν, είχαν ήδη κοστίσει 1 τρις δολάρια στη χώρα. Το χρέος της χώρας συνέχισε να αυξάνεται από το 57% του ΑΕΠ το 2000 στο 83% όταν ο Ομπάμα ανέλαβε τα προεδρικά του καθήκοντα το 2009. Το τρέχον εθνικό χρέος που είναι περίπου 13,8 τρισεκατομμύρια δολάρια αντιστοιχεί στο 94,3% του ΑΕΠ και δύο χρόνια αργότερα ξεπέρασε το 100%. Αλλά ποια είναι η επόμενη γραμμή αν η κόκκινη γραμμή έχει ήδη ξεπεραστεί;

Από τους συντάκτες του περιοδικού Spiegel

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Economy, Politics, Society και έχει ετικέτα . Αποθηκεύστε το μόνιμο σύνδεσμο.

Σχολιάστε