Πέρα από το άρθρο 37

Ας υποθέσουμε ότι αύριο δεν ψηφίζεται το άρθρο 37 του πολυνομοσχεδίου. Τι μπορεί να συμβεί; Η κυβέρνηση έχει υποστηρίξει ότι το 37 είναι “προαπαιτούμενο” για την καταβολή της έκτης δόσης. Θυμίζω ότι πρόκειται για τη δόση που επρόκειτο να έχει καταβληθεί τον περασμένο Σεπτέμβριο – και γι’ αυτήν έως τώρα:

  • έχει επιβληθεί το τέλος ακινήτων
  • έχει προδιαγραφεί η απόλυση, με την ψευδεπίγραφη “εργασιακή εφεδρεία” 30.000 υπαλλήλων – άλλων από αυτούς που ουδέποτε θα έπρεπε να έχουν προσληφθεί
  • έχει προαναγγελθεί ότι η απόλυση θα γίνει χωρίς την καταβολή αποζημίωσης
  • έχει ανακοινωθεί η περικοπή των μισθών σχεδόν των πάντων, από τους πανεπιστημιακούς και τους ερευνητές μέχρι τους γιατρούς του ΕΣΥ, τους πυροσβέστες και τους διπλωματικούς (μέσω ενιαίου μισθολογίου) σε ποσοστά που μπορούν να φτάσουν και το 60%

και άλλα ων ουκ έστιν αριθμός.

Τώρα, ως προϋπόθεση για την έκτη δόση η κυβέρνηση δηλώνει (γιατί έως τώρα η τρόικα δεν έχει πει δημόσια κάτι τέτοιο) ότι συμφωνήθηκε η ψήφιση του άρθρου 37, δηλαδή η υποχρεωτική μεταβολή των εργασιακών σχέσεων χωρίς να το επιδιώκει ή έστω να το επιθυμεί κάποιος από τους κοινωνικούς εταίρους, ούτε καν, όπως ρητά έχουν δηλώσει, οι εργοδοτικές οργανώσεις. Αφού η ρύθμιση γίνεται προσπάθεια να επιβληθεί για να αυξηθεί η παραγωγικότητα, προφανώς οι Έλληνες εργοδότες εκτιμούν διαφορετικά από ό,τι οι ξένοι εμπειρογνώμονες το δικό τους συμφέρον σε συνάρτηση με το επίπεδο ζωής και τις αντοχές της κοινωνίας και των εργαζομένων τους – ή κάνουν ένα αυτοκαταστροφικό λάθος από αυτά που σπάνια κάνουν οι εργοδότες και μάλιστα συλλήβδην και ομαδικά.

Το άρθρο 37, επομένως, έχει αξία για τους εκπροσώπους των δανειστών. Σημειώστε: όχι αναγκαστικά για τους ίδιους τους δανειστές ως κράτη ή οργανισμούς (όπως θα ίσχυε, ας πούμε, για το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων) αλλά για την ομάδα των τεχνοκρατών που διαμεσολαβεί τις σχέσεις μας μαζί τους και παίζει, εκτός των άλλων, και τις επαγγελματικές προοπτικές των μελών της στην επιτυχία του ελληνικού προγράμματος. Αλλά την απόφαση για την εκταμίευση ή όχι της έκτης δόσης δεν θα την πάρουν τα μέλη της τρόικας – όσο κι αν η γνώμη τους έχει βάρος. Η απόφαση για να οδηγηθεί μια χώρα της ευρωζώνης σε χρεοκοπία (γιατί περί αυτού πρόκειται) είναι αναμφίβολα κορυφαία πράξη πολιτικής – πολύ περισσότερο για τη σημερινή Ευρώπη. Επιστρέφοντας στην αρχική υπόθεση, αν αύριο καταψηφιστεί το άρθρο 37, οι Ευρωπαίοι εταίροι δεν θα έχουν μια αιτία για να μας σπρώξουν στο γκρεμό (για τον οποίο ευτυχείς χαράξαμε πορεία – αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία…). Θα έχουν ίσως μια άριστη αφορμή. Στην περίπτωση, όμως, που οι εταίροι έχουν καταλήξει στην απόφασή τους και ζητούν απλώς μια αφορμή, ας μην αμφιβάλλουμε πως τέτοιες θα βρεθούν ή θα εκβιαστούν με μεγάλη ευκολία.

Αν πάλι ψηφιστεί το άρθρο 37, θα έχει μικρή επίδραση στην παραγωγικότητα και αρκετές επιπτώσεις στην εξαγρίωση μιας αγοράς εργασίας που ούτως ή άλλως για τον ιδιωτικό τομέα είναι ελαστική στην πράξη, ενώ ο δημόσιος τομέας ετοιμάζεται να τροφοδοτήσει την κορεσμένη ζήτηση με μερικές δεκάδες χιλιάδες “εφέδρους” έτοιμους να εργαστούν για ένα “μαύρο” επιμίσθιο, αφότου θα έχουν ξαφνικά και χωρίς καμμία ατομική ευθύνη ή δυνατότητα αντίδρασης περιέλθει σε κατάσταση κοινωνικής πρόνοιας.

Η μεγάλη εικόνα είναι που έχει σημασία. Ένα άρθρο ενός νομοσχεδίου με τόσες πολλές και επαχθείς προβλέψεις δεν πρόκειται να αλλάξει κάτι καθοριστικά. Το μείζον δεν είναι το 37, αλλά τι γίνεται στη χώρα μετά το 37, ψηφισμένο ή όχι. Και το αδιέξοδο στη χώρα σήμερα δεν περιγράφεται από το θεσμικό πλαίσιο της αγοράς εργασίας. Το τελικό ερώτημα είναι στην Ευρώπη ή μακριά από αυτήν, στην ευρωζώνη ή έξω από αυτήν.

Αλλά η παραμονή δεν μπορεί να έχει το χαρακτήρα μιας αέναης αναζήτησης της φευγαλέας δόσης. Η παραμονή δεν μπορεί να είναι ένας αναγκαστικός συμβιβασμός, ούτε για την Ελλάδα ούτε για τους εταίρους. Η παραμονή δεν μπορεί να έχει χαρακτήρα προσωρινότητας, μέχρι να αμφισβητηθεί από την επόμενη έκθεση της τρόικας, από την αμφιβολία για την επόμενη δόση.

Επομένως, το ουσιαστικό περιεχόμενο της “πολιτικής διαπραγμάτευσης” δεν είναι οι συγκεκριμένοι όροι του συγκεκριμένου προγράμματος, αλλά η αμοιβαία δέσμευση σε ένα εφικτό πρόγραμμα επανόδου σε τροχιά σύγκλισης, με βιώσιμο χρέος και χωρίς περιθώρια να εξοκείλουμε και πάλι, ανεξάρτητα από τη βούληση του εσωτερικού πολιτικού συστήματος, που εκτροχίασε την χώρα για ίδιο όφελος και τώρα παζαρεύει, φλερτάροντας με το αδιανόητο, τη δική του επιβίωση, ακόμη και δένοντας επάνω του σαν ανθρώπινη ασπίδα το μέλλον μιας-δυο γενεών.

Η τύχη αυτής της κυβέρνησης, όπως και το άρθρο 37, έχει λίγη πια επίδραση στη ροή των γεγονότων. Η δική της προσπάθεια εστιάζεται στο πώς θα μεταθέσει στο χρόνο την ετυμηγορία των πολιτών. Η προσπάθεια αυτή διευκολύνεται από την ύπαρξη μιας αντιπολίτευσης που ακροβατεί ανάμεσα στην παλαιοκομματική πλειοδοσία στο εσωτερικό και στη φοβική περιχαράκωση στο εξωτερικό, κάνοντας ακόμη και βαθύτατα συντηρητικούς πολιτικούς, όπως ο Τέο Βάιγκελ, να εισηγούνται μέτρα όπως ο εξοβελισμός της Ν.Δ. από το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, δηλαδή την επιβολή μιας ευρω-απομόνωσης του τύπου που είχε εφαρμοστεί σε βάρος των Αυστριακών Χριστιανοδημοκρατών όταν, παρά τις ευρωπαϊκές προτροπές, είχαν σχηματίσει κυβέρνηση με την ακροδεξιά.

Για όσους βλέπουν τον κίνδυνο διολίσθησης στο περιθώριο της Ευρώπης και θεωρούν πως αυτός είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Ελλάδα σήμερα (περνώντας πιθανόν από τα βαρύτατα διόδια μιας χρεοκοπίας), η Ν.Δ. προφανώς δεν αποτελεί εναλλακτική. Αλλά η σημερινή κυβέρνηση δεν έχει ούτε πολιτικό κεφάλαιο πια, ούτε είχε ή έχει παρουσιάσει κάποιον “οδικό χάρτη” για το αύριο, πέρα από την εκπλήρωση των όρων της κάθε δόσης. Επιπλέον, έχοντας υπερβεί κάθε νοητό όριο πολιτικής νομιμοποίησης, με κάθε νέο μέτρο της δοκιμάζει τις ανοχές (εκτός από εκείνες της κοινοβουλευτικής της ομάδας) και της δημοκρατικής νομιμοποίησης, αφού στην πράξη, διεκδικώντας το δικαίωμα να πάρει οποιοδήποτε μέτρο, χωρίς κανένα περιορισμό από το πρόγραμμα και τις δεσμεύσεις της, υποθέτει τις εκλογές ως διαδικασία ανάδειξης τετραετούς απολυταρχίας.

Ως διέξοδος έχουν ακουστεί:
α. κυβέρνηση “μεγάλου συνασπισμού” – με την εμπειρία της σημερινής κυβέρνησης και την προσθήκη των εξαγγελιών Σαμαρά, συν τους πρωταγωνιστές της διακυβέρνησης Καραμανλή.
β. κυβέρνηση ευρύτερης συνεργασίας – που όμως και πάλι προδιαγράφεται του τύπου της αξέχαστης “οικουμενικής”, χωρίς καν τη βεβαιότητα ότι στις σημερινές κοινωνικές συνθήκες μπορεί να οδηγήσει, όπως εκείνη το 1990, σε ομαλές εκλογές
γ. σχήματα τεχνοκρατών ή προσωπικοτήτων – που θα δεχθούν να υποστούν τη δοκιμασία της ταυτόχρονης διαχείρισης της κρίσης και της στήριξής τους από δύο σχήματα με την πολιτική αξιοπιστία που θα είχε το άθροισμα των κοινοβουλευτικών ομάδων του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ.

Πέρα από το άρθρο 37, υπάρχει το βαθύ, το πραγματικό και ανυπέρβλητο σήμερα πρόβλημα. Που είναι η ανυπαρξία ενός πολιτικού υποκειμένου το οποίο θα φέρει με συνέπεια, αξιοπιστία και “πρόσωπο” απέναντι στην αγωνιούσα κοινωνία το βάρος και την ευθύνη για τον καθορισμό των στόχων της Ελλάδας και των Ελλήνων ως (ξεχασμένης) συλλογικότητας και για την πειστική προβολή τους προς το κοινωνικό σώμα, με ειλικρίνεια για το κόστος και καθαρότητα για τον καταμερισμό του. Η δημιουργία του πολιτικού αυτού υποκειμένου περνάει αναγκαστικά μέσα από την κάλπη – χωρίς κανείς να μπορεί να εγγυηθεί ούτε για τις ωδίνες που θα χρειαστεί, ούτε για το χρόνο, ούτε για την επιτυχία μιας προσπάθειας. Το μόνο βέβαιο είναι τι θα συμβεί χωρίς μια τέτοιου βάθους ανανέωση της πολιτικής ζωής της χώρας.

Φοίβος Καρζής είναι δημοσιογράφος.

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Economy, Politics, Society και έχει ετικέτα , . Αποθηκεύστε το μόνιμο σύνδεσμο.

Σχολιάστε