Το Αρπαχτικό Κράτος: Μία ανάγνωση του “Predator State” του James Galbraith

Στις δύσκολες και δυσερμήνευτες εποχές που περνάμε, χρειάζονται σαφείς και εμπνευσμένες αναλύσεις για να κινητοποιηθούν οι προοδευτικές συνειδήσεις και οι αντίστοιχες δυνάμεις που υποτίθεται θα δώσουν διέξοδο στην κρίση. Μία τέτοια ανάλυση προσφέρει ο Αμερικανός οικονομολόγος James K. Galbraith στο βιβλίο του «The Predator State: How Conservatives Abandoned the Free Market and Why Liberals Should Too» (Το αρπαχτικό κράτος. Πώς οι συντηρητικοί απεμπόλησαν την ελεύθερη αγορά και γιατί πρέπει να ακολουθήσει η κεντροαριστερά;). 

Το τέλος μιας θεωρίας

Πολύ συνοπτικά το σαφές μήνυμα που εκπέμπει ο συγγραφέας στο βιβλίο του είναι ότι οι θεωρίες περί ευέλικτων μισθών, περί μονεταρισμού και περί ελεύθερης λειτουργίας των δυνάμεων της παγκόσμιας αγοράς ανήκουν όλες μαζί στην αποβάθρα της ιστορίας.

Η ιστορία της ελεύθερης αγοράς προδόθηκε κατά τον συγγραφέα από τους εμπνευστές και θιασώτες της. Ο Galbraith αναφέρει ότι επί εποχής Reagan και Thatcher οι συντηρητικοί φαινόταν να διαθέτουν μια συνεκτική οπτική του κόσμου. «Η αγορά για αυτούς ήταν ταυτόσημη με την ελευθερία. Οι ελεγκτικές οικονομικές αρχές ασχολούνταν μόνο με τον πληθωρισμό.

Οι φορολογικές απαλλαγές για πλούσιους, σκόπευαν να δημιουργήσουν αποταμίευση και επενδύσεις. Η ρύθμιση της αγοράς ήταν απαγορευτική. Παρά το γεγονός ότι δεν ασπάστηκα ποτέ αυτές τις απόψεις , σεβόμουν πάντοτε τους Αρχιτέκτονες αυτής της οπτικής διότι ήθελαν να φτιάξουν κάτι ριζοσπαστικό και πίστευαν σε αυτό …»

Έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί, πριν μπούμε στην ουσία του βιβλίου, ότι κάποτε ο διάσημος Αμερικανός οικονομολόγος John Kenneth Galbraith λίγο πριν τον θάνατο του, έδωσε στον γιο του James K. Galbraith την συμβουλή να γράψει ένα μικρό βιβλίο για τις ληστρικές επιχειρήσεις. «Αυτό θα μπορούσε να σε κάνει κορυφαίο οικονομολόγο της γενιάς σου» του τόνισε.

Μετά από μια σύντομη παύση, ο πατέρας είπε στον γιο, με την συνήθη μετριοπάθεια που τον διέκρινε «αν μπορούσα να το κάνω εγώ θα σε επισκίαζα ».

Ακολουθώντας την συμβουλή του πατέρα του , βάλθηκε λοιπόν ο James K. Galbraith, να αποκαλύψει τις αδυναμίες των νεοφιλελεύθερων ιδεών. Ως κεϋνσιανός οικονομολόγος, σημειώνει με έκπληξη στην αφετηρία της αφήγησης του, ότι οι πολιτικοί του αντίπαλοι – οι νεοφιλελεύθεροι – επί Reagan, δεν τήρησαν καν τις δικές τους θεωρίες όταν είδαν ότι η εφαρμογή τους θα τους βάλει σε μπελάδες. Ο συγγραφέας γράφει:

«Ο Μονεταρισμός θάφτηκε, καθώς οδήγησε στην ύφεση του 1982. Οι φορολογικές απαλλαγές που είχαν αρχικά εφαρμοστεί ακυρώθηκαν από το 1982 έως το 1993, μέσα από διάφορες φορολογικές μεταρρυθμίσεις και η φορολογία αυξήθηκε. Παράλληλα ακυρώθηκε και η απορρύθμιση του πιο ευαίσθητου τομέα, του τραπεζικού, αφού είχε προηγηθεί ένα φιάσκο δανεισμού και αποταμίευσης στα τέλη της δεκαετίας του 1980».  Εικοσιπέντε χρόνια αργότερα διαπιστώνει ο Galbraith, δεν έχει απομείνει στις ΗΠΑ τίποτα από το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα.

Την κεντρική θέση του νεοφιλελευθερισμού  ότι οι φορολογικές απαλλαγές στην ουσία αυτοχρηματοδοτούνται μέσα από την αύξηση των επενδύσεων και την αναθέρμανση της οικονομίας δεν την στηρίζει πλέον κανένας στις ΗΠΑ. Αυτή η διαπίστωση έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον για την χώρα μας δεδομένου του αναχρονισμού ορισμένων νεοφιλελεύθερων πολιτικών δυνάμεων που έχουν ακόμα ως σημαία τους τις μεγάλες φοροαπαλλαγές. Όμως είναι μια ελληνική ιδιοτυπία να τρέχουμε πίσω από τις διεθνείς θεωρητικές εξελίξεις ειδικότερα πέραν του Ατλαντικού. 

Το κράτος ληστής

Στη θέση της ελεύθερης αγοράς βλέπει ο Galbraith να μπαίνουν τώρα οι δομές του λεγόμενου «κράτους ληστή». Ο Galbraith γράφει: «Το διακύβευμα ήταν να μετατραπούν οι υφιστάμενες δομές της κρατικής εξουσίας – τα θεσμικά όργανα που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια του New Deal – σε μια μηχανή για την ιδιωτική συσσώρευση πλούτου και την εξασφάλιση της εξουσίας των ιδιωτών».

Επί τούτου o συγγραφέας παραθέτει μια σειρά παραδειγμάτων που εκτείνονται, από τις συντάξεις έως την υγειονομική περίθαλψη, που στηρίζονται σε δημόσιους πόρους από τους οποίους δεν λένε να παραιτηθούν οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες.

Στα μέσα του 20ου αιώνα δημιουργήθηκαν στις ΗΠΑ ποικίλοι θεσμοί που υποστήριζαν κυρίως του Μικρομεσαίους. Μεταξύ αυτών ήταν η ασφάλεια συνταξιοδότησης, η ασφάλεια υγείας, η πρόνοια κατοικίας, και τα δημόσια πανεπιστήμια. Προγενέστερα οι συντηρητικοί, εκ βαθιάς πεποιθήσεως, πολεμούσαν αυτούς τους θεσμούς όπως και κάθε μορφή ρύθμισης.

Σήμερα πάλι εκμεταλλεύονται αυτούς τους θεσμούς για δικούς τους σκοπούς και «υπονομεύουν τις εποπτικές αρχές τραπεζών και άλλες αρχές ρύθμισης, πλουτίζοντας ακόμα και από τα κοινωνικά προγράμματα. Είναι χαρακτηριστικό αναφέρει ο συγγραφέας «ότι ο Bush στα μέσα της κυβερνητικής του θητείας ενέκρινε μια κρατική επιδότηση για πολίτες μεγάλης ηλικίας που χρειάζονταν τακτικά φάρμακα. Το έκανε όμως με τέτοιο τρόπο ώστε οι φαρμακευτικές εταιρείες να μεγιστοποιούν το κέρδος τους. Ασφαλώς και οι πολίτες είχαν ένα πλεονέκτημα, όμως ένα τεράστιο ποσό δημοσίων πόρων κατέληξε στις ιδιωτικά χέρια πολύ ισχυρών ανθρώπων».

 Η μεταστροφή στην οποία αναφέρεται ο συγγραφέας ξεκινάει από την εποχή Βush. Η διαφορά που είχε ο τελευταίος με τον Reagan ο οποίος είχε στην κυβέρνηση του, αξιόλογους οικονομολόγους και διανοούμενους, ήταν ότι αυτός προτιμούσε του λομπιίστες των μεγάλων εταιρειών πετρελαίου, των φαρμακευτικών εταιρειών και του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Έκτοτε οι συντηρητικές κυβερνήσεις έκλειναν συμμαχίες με την Βιομηχανία και τον Χρηματιστικό τομέα.

Το αποτέλεσμα είναι σήμερα η στενή δικτύωση των κυρίαρχων κομμάτων στην Αμερική με συγκεκριμένα συμφέροντα. Αυτό συνιστά μεγάλο πρόβλημα, ιδιαίτερα εν καιρώ κρίσης, διότι οι υπαίτιοι που την παρήγαγαν εξασκούν μεγάλη επιρροή και καταλαμβάνουν αποφασιστικές θέσεις. Ως εκ τούτου είναι μάλλον απίθανο να ληφθούν αποτελεσματικά μέτρα που θα επιλύσουν την κρίση.

Οι συντηρητικοί κατάφεραν πάντως με έναν έξυπνο τρόπο να προσελκύσουν τον γενικό πληθυσμό των ΗΠΑ προς την πλευρά τους. Κατά τον Galbraith «συνέδεσαν τον όρο της «αγοράς» με την ιδέα της «ελευθερίας» και δεν εννοούσαν την πολιτική ή κοινωνική ελευθερία, αλλά την ελευθερία να ξοδεύει κανείς χρήματα».

Για τις μεγάλες εταιρείες, η ελευθερία μεταφράστηκε στην άνετη δημιουργία μονοπωλίων για τον έλεγχο της αγοράς. Αυτή η ιδέα έγινε τόσο δυνατή, σύμφωνα με τον Galbraith, που ακόμη και οι Δημοκρατικοί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο από το να κηρύξουν την ελευθερία των αγορών.

“Οι συντηρητικοί στις ΗΠΑ, ωστόσο δεν αισθάνονται πλέον πνευματικά δεσμευμένοι στις ιδέες αυτές» λέει ο Galbraith, «αλλά αυτές έχουν φέρει τους προοδευτικούς σε πολύ δύσκολη θέση.

Μπορούμε να το δούμε καθαρά από τις προεκλογικές εκστρατείες του Obama και της Hilary Clinton. Από κοινού εκδήλωσαν με ευλάβεια την αγάπη προς την ελεύθερη αγορά. Οι ίδιοι δεν πιστεύουν σε αυτό αλλά νόμιζαν ότι έπρεπε να το πουν. Διότι αν πει κανείς ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός τότε αυτό ο πρόσωπο θα κρατηθεί μακριά από την αυλή και από τα κέντρα εξουσίας». 

Η ισότητα

Ο Galbraith δείχνει με το δάκτυλο τα γυμνά μέρη του σώματος του βασιλιά. Ανά κεφάλαιο ασχολείται ο στοχαστής με τις διάφορες νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις και επιχειρεί να τις αποδομήσει.

Οι φορολογικές απαλλαγές για τους σούπερ πλούσιους, δεν ωφελούν την κοινωνία, αλλά μόνο τους πολύ πλούσιους. Σαφέστατο το μήνυμα.  Οι ελεύθερες αγορές υπάρχουν μόνο στη θεωρία και αποτελούν ακόμη και κίνδυνο για τις μεγάλες επιχειρήσεις. Το ελεύθερο εμπόριο θα έβλαπτε την οικονομία. Το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών καθιστά την οικονομία αναποτελεσματική.

Ως εκ τούτου, το κράτος θα πρέπει να αναδιανείμει τον πλούτο – και όχι μόνο με την έννοια της δικαιοσύνης, αλλά και από την άποψη της οικονομίας. «Υπάρχουν πολύ σαφείς αποδείξεις ότι η ισότητα δημιουργεί επίσης αποτελεσματικότητα. Γιατί; Μια εταιρεία για παράδειγμα που κάνει κέρδη μόνο από την πρόσληψη φθηνών εργατικών χεριών, δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει αποδοτικές σύγχρονες τεχνολογίες», γράφει ο Galbraith.

Και όταν υπάρχει η εντολή να τηρηθούν τα εργασιακά δικαιώματα και η συμμόρφωση σε περιβαλλοντικά πρότυπα, τότε θα μεγαλώσουν εκείνες οι εταιρείες οι οποίες δύναται να τηρήσουν τους κανόνες. Οι καλές εταιρείες επιζητούν επομένως την ρύθμιση, διότι αποτελεί ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα γι ‘αυτές».

Ακόμα και στο δόγμα του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού ο Galbraith στέκεται αρνητικά. Ειδικά κατά την παρούσα κρίση, είναι ανησυχητικό, όταν πολλές κυβερνήσεις εκπονούν προγράμματα λιτότητας, λέει ο Αμερικανός οικονομολόγος. Μπερδεύουν έτσι την ασθένεια με το φάρμακο: Δεν είναι τα ελλείμματα το κακό, αλλά η έλλειψη οικονομικής ανάπτυξης.

«Τα δημοσιονομικά ελλείμματα δεν είναι το αίτιο του προβλήματος, αλλά το αποτέλεσμα της κρίσης, του υπό κατάρρευση τραπεζικού συστήματος, της μείωσης των φορολογικών εσόδων. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο διαπίστωσε ότι τα μισά από τα ελλείμματα των βιομηχανικών χωρών, ανάγονται στην χαμηλή φορολόγηση εσόδων, 10% ανάγεται στην επιβράδυνση της ανάπτυξης και μόνο 7,5% στις υψηλότερες δημόσιες δαπάνες… Είναι η κατάρρευση της οικονομίας, που παράγει τα ελλείμματα». 

Το τεστ επαλήθευσης απέτυχε

Οι εξελίξεις αυτές, οδηγούν στο αρπαχτικό κράτος. Όπως το ορίζει ο Galbraith, αυτό δεν τεκμαίρεται πλέον γύρω από την διαμάχη μεταξύ του «κράτους» και της «αγοράς», αλλά γύρω από το ερώτημα πώς μπορεί να κερδίσουμε πάλι ένα κράτος τα οποίο θα έχει την βαρύτητα που πρέπει να έχει το κράτος για να προσφέρει στην «συλλογικότητα» από την οποία εκπορεύεται η εξουσία του.

Στον υπότιτλο του βιβλίου αναφέρεται η ερώτηση «τι συνηγορεί εναντίον της ελεύθερης αγοράς»; Ο Galbraith εννοεί με την συγκεκριμένη φράση ότι οι ιδεολογίες της αγοράς στην Αμερική απέτυχαν στο τεστ επαλήθευσης αφού σήμερα οι αγορές επιχειρούν με κάθε τρόπο να ελέγξουν τα κράτη για να διευρύνουν τα κέρδη τους.

Ο οικονομολόγος επικρίνει αυτή την στάση των αγορών κυρίως για οικονομικούς λόγους: επειδή η λεηλασία του κράτους δεν οδηγεί σε μεγαλύτερη παραγωγικότητα και αύξηση της ανταγωνιστικότητας, αλλά προστατεύει, τους μη εκσυγχρονισμένους τομείς της οικονομίας των ΗΠΑ, από τις βιομηχανίες άνθρακα, χάλυβα και αυτοκινήτων έως τις βιομηχανίες του στρατιωτικού τομέα.

Με τη σειρά του, ο Galbraith ελπίζει ότι οι τεχνολογικά προηγμένες εταιρείες, από κοινού με τα συνδικάτα και τους εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών, θα οδηγηθούν σε μια νέα κατανόηση του κράτους. Τι κρίμα που οι Έλληνες σοσιαλιστές, οι αριστεροί και κυρίως οι νεοεκσυγχρονιστές δεν διακατέχονται από παρόμοιες προοδευτικές αντιλήψεις, αλλά αναζητούν να καταδικάσουν ο καθένας από την περιορισμένη ιδεολογική του σκοπιά, κάποια εξιλαστήρια θύματα. Εδώ μπορούμε να μιλάμε ούτε καν για ροζ γυαλιά αλλά για αυτοσυνείδητη τύφλωση και αυτοκαταστροφικό ναρκισσισμό.

Η παγκόσμια παράμετρος

Αλλά η αποστροφή κατά της απορρύθμισης και κατά του «κράτους αρπακτικού», που ο Πατέρας εμφύσησε στον Υιό, θα μπορούσε εύκολα να αποδειχθεί ως πρόωρη πολεμική, και να οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα, όσον αφορά σημαντικές πτυχές της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής όπως ο αντίκτυπος της στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Με την πολιτική των υψηλών επιτοκίων της στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ο Reagan εξασφάλισε την υπεροχή του δολαρίου. Ο  Galbraith σχολιάζει: «Η οικονομική πολιτική Reagan δημιούργησε ένα νέο σύστημα με βάση το δολάριο, το οποίο έγινε το θεμέλιο της παγκόσμιας οικονομίας. Αυτό σκόπευε να δώσει στις Ηνωμένες Πολιτείες ένα τεράστιο πλεονέκτημα σε βάρος όλων των άλλων οικονομιών. Αμέσως, οι περισσότερες χώρες άρχισαν να οχυρώνονται έναντι της παγκόσμιας οικονομικής αβεβαιότητας, μαζεύοντας ταμειακά αποθέματα, που αποτελούνταν κυρίως από κρατικά ομόλογα των ΗΠΑ».

Είναι ενδεικτικό ότι οι Ευρωπαϊκές τράπεζες κερδοσκόπησαν αγοράζοντας Αμερικανικές υποθήκες και όταν αυτές κατέρρευσαν άρχισαν να ξεπουλούν τα αδύναμα κρατικά τους ομόλογα για να αγοράσουν άλλα ισχυρότερα προκαλώντας έτσι αύξηση επιτοκίων και οδηγώντας σταδιακά ολόκληρη την Ευρωπαϊκή περιφέρεια σε κρίση.

Η Ελλάδα απλώς ήταν το πρώτο ντόμινο στην σειρά. Και όπως αναφέρει ο Galbraith σε άρθρο του (Η κρίση στην ευρωζώνη) «όλες τις κρίσεις τέτοιου είδους η πρώτη γραμμή άμυνας των τραπεζών είναι να υποκριθούν βαθιά έκπληξη – «κανείς δεν θα μπορούσε να το φανταστεί !» – και να κατηγορήσουν τους πελάτες τους για αδιαφορία και εξαπάτηση. Αυτό είναι αλήθεια αλλά αποκρύβει το γεγονός ότι οι τραπεζίτες έσπρωξαν με επιμονή τα δάνειά τους στην αγορά όταν τα κέρδη ήταν πολύ υψηλά. Η άμυνα αυτού του είδους λειτουργεί καλύτερα στην Ευρώπη παρά στις ΗΠΑ διότι τα εθνικά σύνορα διαχωρίζουν τους πιστωτές από τους δανειζόμενους, συνενώνοντας τους πολιτικούς ηγέτες στην Γερμανία και την Γαλλία με τους εγχώριους τραπεζίτες τους και καλλιεργώντας μια αφήγηση εθνο-ρατσισμού («τεμπέληδες Έλληνες», «άμυαλοι Ιταλοί») που στις ΗΠΑ έχει σε μεγάλο βαθμό ατονήσει».

Η έκταση του δανεισμού πάντως που προσφερόταν στις Ηνωμένες Πολιτείες καθοριζόταν πλέον αποκλειστικά από το πόσα κρατικά ομόλογα των ΗΠΑ αγοράζονταν αλλού.

Όσο περισσότερο μεγάλωνε η παγκόσμια οικονομία, τόσο πιο πολλά τέτοια ομόλογα των ΗΠΑ αγοράζονταν για παράδειγμα από την Κίνα, με αποτέλεσμα το αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο των Ηνωμένων Πολιτειών να φτάσει σε ανησυχητικά ύψη.

Η ζήτηση της παγκόσμιας οικονομίας καθόριζε τον βαθμό.

Κατά της απορρύθμισης

Ο James Galbraith έγραψε ένα βιβλίο κατά της απορρύθμισης, με πολύ ορθά επιχειρήματα. Ωστόσο αποδεικνύεται ότι στο μεσοδιάστημα αναδείχτηκαν και άλλοι παράγοντες τουλάχιστον εξίσου σημαντικοί και συγκεκριμένα, η διεθνής ισορροπία που καθορίζει την ισχύ του δολαρίου. Διότι η εξέχουσα θέση του δολαρίου συνδέθηκε με εγγυήσεις ασφαλείας. Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, μετά τις οπισθοδρομήσεις στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική. Αυτό εγείρει το ερώτημα κατά πόσον συμφέρει τις Ηνωμένες Πολιτείες, πλέον να κρατήσουν την θέση οικονομικής ηγεμονίας που διαθέτουν.

Και υπέρ της σοσιαλδημοκρατίας

Η δύναμη του βιβλίου του James Galbraith έγκειται σε μια διδασκαλία που αξίζει να διδαχτεί και στην δική μας πλευρά του Ατλαντικού. Αυτή η διδασκαλία μας λέει να μην διστάσουμε να αναδείξουμε τα λάθη της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, αλλά να προσέξουμε τι γίνεται στην πρακτική εφαρμογή της .

Συνεπής στην προοδευτική παράδοση της σοσιαλδημοκρατίας ο Galbraith αναφέρει ως παράδειγμα προς μίμηση το σκανδιναβικό μοντέλο: μια κοινωνία με σαφείς κανόνες, υψηλούς μισθούς και ελάχιστη κοινωνική ανισότητα – δηλαδή λιγότερο ή περισσότερο το αντίθετο από αυτό που συμβαίνει στις ΗΠΑ τα τελευταία 30 χρόνια.

Ο μελετητής James K. Galbraith εξετάζει κριτικά την ψευδαίσθηση τού να προσεγγίζει κανείς την οικονομία των ΗΠΑ μέσα από το πρίσμα της ελεύθερης αγοράς, της απορρύθμισης, των ιδιωτικοποιήσεων και μιας καλοπροαίρετης κυβέρνησης η οποία λειτουργεί κυρίως μέσω της νομισματικής σταθεροποίησης.

Προβλήματα όπως η οικονομική κρίση κατά τον συγγραφέα μπορούν να λυθούν μόνο με ισχυρές ρυθμιστικές παρεμβάσεις του κράτους και με δημοκρατικό προγραμματισμό της κυβέρνησης. Είναι επομένως καιρός να μπλοκαριστούν οι δυνάμεις του κράτους ληστή.

Αυτό απαιτεί ένα φορολογικό σύστημα που καθιστά ασύμφορες εκείνες τις οικονομικές δραστηριότητες που είναι επιβλαβείς για την κοινωνία. «Ως εκ τούτου, η φορολογική πολιτική των χρηματιστηριακών συναλλαγών είναι ένα χρήσιμο εργαλείο. Θα πρέπει να περιοριστεί ο χρηματοπιστωτικός τομέας και να αναπροσανατολιστούν τα χρήματα σε δραστηριότητες που θεωρούνται κοινωνικά εποικοδομητικές. Μακροπρόθεσμα θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο τραπεζικός τομέας δεν είναι πλέον μια χρήσιμη πηγή πίστωσης για τις επιχειρήσεις και τη βιομηχανία. Θα πρέπει επομένως να φτιάξουμε παράλληλα θεσμικά όργανα χρηματοδότησης“.

Οι πραγματικές πηγές της αμερικανικής ισχύος, ισχυρίζεται ο συγγραφέας, βρίσκονται με εκείνους που διαχειρίζονται και ελέγχουν τους δημόσιους-ιδιωτικούς τομείς – ειδικά τους δημόσιους θεσμούς – και οι οποίοι έχουν συνήθως μία συγκεκριμένη πολιτική ατζέντα.

Ο Galbraith αποκαλεί το πλαίσιο αυτό «το αρπακτικό κράτος»: μια κυβέρνηση που είναι αποφασισμένη, όχι να αλλάξει τους κανόνες με κάποιον ιδεαλιστικό τρόπο, αλλά να χρησιμοποιήσει τους υπάρχοντες θεσμούς για πολιτική πατρωνία σε μεγάλη κλίμακα. Και η διαδικασία αυτή είναι στενά συνδεδεμένη με την χρηματοοικονομική απορρύθμιση.

Για τον Galbraith τίθεται ένα πολύ σοβαρό ερώτημα:

«Μερικοί θα υποστήριζαν ότι το σοσιαλδημοκρατικό εγχείρημα είναι νεκρό και κουβέντες για την αναβίωσή του είναι μάταιες, καθώς η ελευθερία κινήσεων του παγκόσμιου κεφαλαίου, όπως πολύ καλά γνώριζαν ο Κέινς και ο Καλέκι, υπονομεύουν τα ίδια τα θεμέλια ενός σοσιαλδημοκρατικού κράτους κοινωνικής πρόνοιας. Σε αυτή την περίπτωση, ποια είναι η εναλλακτική λύση στον νεοφιλελευθερισμό;». Όσο σαφές είναι το ερώτημα άλλο τόσο σαφής είναι η απάντηση:

«Χα! Η μεγάλη κρίση είναι καθαρά προϊόν της νεοφιλελεύθερης προσέγγισης. Έτσι, οι νεοφιλελεύθεροι δεν είναι σε θέση να ισχυριστούν ότι δεν μπορεί να υπάρξει καμία εναλλακτική λύση! Αντίθετα, είναι απαραίτητο να επιδιωχθούν εναλλακτικές λύσεις. Και αφού μιλάμε για την πραγματικότητα, η σοσιαλδημοκρατία παρήγαγε σταθερή οικονομική ανάπτυξη για δεκαετίες πριν έρθουν στην εξουσία οι κατεδαφιστικές ομάδες των νεοφιλελεύθερων. Είναι επομένως λογικό και σώφρον να δούμε τι πέτυχε το σοσιαλδημοκρατικό πείραμα και να αντλήσουμε μαθήματα από αυτό ενώ σχεδιάζουμε τον καινούριο δρόμο μπροστά – ακόμα κι αν είναι αλήθεια ότι, από μερικές σημαντικές απόψεις, δεν μπορούμε να γυρίσουμε τους δείκτες του ρολογιού πίσω σε εκείνη την εποχή. Η σωστή προσέγγιση για να πάμε μπροστά χρειάζεται, για παράδειγμα, τις μεγάλες οικονομικές περιοχές, όπως τη Βόρεια Αμερική, την Ευρώπη, την Κίνα. Το πλέον σημαντικό κριτήριο για την αποτελεσματική οικονομική διαχείριση μιας οικονομίας είναι να έχει ικανοποιητικές φορολογικές μεταβιβάσεις από τους πλούσιους προς τους λιγότερο πλούσιους».

του ΜΑΝΟΛΗ ΜΑΥΡΟΖΑΧΑΡΑΚΗ

Gallery | This entry was posted in Bankers, Economy, Politics, Society and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s