Υπάρχει επαναστατικό πρόταγμα σήμερα;

Η πολιτική της κοινωνίας απέναντι στην φτώχεια και την εξαθλίωση αποτυπώνει και τον χαρακτήρα του εκάστοτε κοινωνικού συστήματος. Σύμφωνα με τους Durkheim, Weber και Simmel, κάθε κοινωνία χαρακτηρίζεται από έναν ειδικό τύπο «κοινωνικής συνοχής», χαρακτηρίζεται δηλαδή από τον τρόπο με τον οποίο συνδέονται τα άτομα μεταξύ τους παράγοντας έτσι την έννοια της κοινωνίας και του πολίτη. Η εισβολή της φτώχειας ακόμα και στις Μητροπόλεις του καπιταλισμού, της άλλοτε ευημερούσας Δύσης, καθώς και η μαζική εξαθλίωση που παρατηρείται στις μέρες μας, αποτελούν ένδειξη (αν όχι απόδειξη) του γεγονότος της κατάρρευσης αυτής της συνοχής και της ολικής αποδόμησης των κοινωνικών σχέσεων. Από την άλλη, η διείσδυση του δυτικού καταναλωτικού μοντέλου στην ελληνική κοινωνία, συνέβαλε με τη σειρά της στην απομόνωση και την πολιτική απάθεια, φέρνοντας έτσι το ελληνικό κοινό, αντιμέτωπο με μια κατάσταση που δεν γνωρίζει ξεκάθαρα πώς ν’ αντιπαλέψει. Αν σ’ αυτά συμπεριλάβουμε και την κατάρρευση του Μαρξισμού με το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης που έστω και σαν ζωτικό ψεύδος πυροδοτούσε πολιτικές αντιστάσεις, αλλά και την κονιορτοποίηση και απαξίωση κάθε πολιτικής έννοιας από τον μεταμοντέρνο αξιακό μηδενισμό, ερχόμαστε αντιμέτωποι μ’ ένα κοινωνικό-πολιτικό αδιέξοδο.

Από οικονομικής πλευράς, μετά την προσπάθεια της Ε.Ε. για ενοποίηση της ευρωπαϊκής αγοράς και ενώ εδώ και μια δεκαετία πραγματοποιήθηκε η περιβόητη Νομισματική Ένωση, είναι φανερό ότι η υποτιθέμενη μεγέθυνση των ευρωπαϊκών οικονομιών αποδείχθηκε – υπό το βάρος των Νεοφιλελεύθερων και μονεταριστικών πολιτικών – ένα απατηλό όνειρο, μια ουτοπία. Αντίθετα, η σημερινή πραγματικότητα περιγράφεται καλύτερα με όρους όπως ένδεια, εξαθλίωση, κοινωνικοί αποκλεισμοί και γενικευμένη πολυεπίπεδη απαισιοδοξία. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, τα γεγονότα του Δεκέμβρη (2008) μπορούν να ερμηνευτούν υπό ένα πρίσμα αξιακά πολύ διαφορετικό από αυτό που ο πολιτικός κόσμος και τα ΜΜΕ επιχείρησαν να τα προσεγγίσουν.

Η νεολαία είχε ήδη την αίσθηση πως βρισκόταν αποκλεισμένη • ότι βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση, έχοντας περάσει από το στάδιο του να ακροβατεί στο χείλος του γκρεμού. Μια καταιγίδα από νομοθετικές παρεμβάσεις που είχαν συντελεσθεί την τελευταία δεκαπενταετία την είχαν αποκόψει από κάθε πιθανότητα αξιοπρεπούς διαβίωσης ακόμα και με τα δεδομένα του κυρίαρχου φαντασιακού της ίδιας της καταναλωτικής κοινωνίας: δυσχερής πρόσβαση στη μόρφωση μέσω της ουσιαστικής διάλυσης του κοινωνικού χαρακτήρα της παιδείας η οποία πλέον αποκτούσε ένα ολοένα αυξανόμενο εμπορευματοποιημένο προσανατολισμό, ελαστικοποίηση εργασίας και εργασιακή ανασφάλεια, αδυναμία πρόσβασης σε δωρεάν υπηρεσίες υγείας, καταδίκη σε μελλοντική και δια βίου πενία είτε μέσω της ανεργίας είτε μέσω της διάλυσης του ασφαλιστικού συστήματος και της δραματικής μείωσης των συντάξεων. Αυταρχικοποίηση της κοινωνίας με μια σειρά μέτρων συντηρητικού – κατασταλτικού χαρακτήρα: οι «τυχεροί» που εργάζονταν, ουσιαστικά δεν είχαν το δικαίωμα ν’ απεργήσουν (οι εργολάβοι και οι συνεργάτες του μοντέρνου κόσμου δεν δικαιούνται ν’ απεργήσουν εκ της συμβάσεώς τους…), οι διαφωνούντες δεν είχαν το δικαίωμα να διαμαρτυρηθούν παρά μόνο με τον τρόπο που επιτρέπει η Αστυνομία, οι μετανάστες δεν είχαν το δικαίωμα να μπουν, να βγουν ή να ζήσουν στη χώρα. Επιπλέον και κυρίως, καταρρακώθηκε κάθε δημιουργική τάση, κάθε ταλέντο, κάθε υγιής επιθυμία • ακρωτηριάστηκε η ίδια η νεανικότητα. Δεν είναι εύκολο να είναι κανείς νέος και να μην μπορεί ούτε να φαντασιωθεί μια καλύτερη ζωή!

Η δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου ήρθε σαν απτή επιβεβαίωση του εφιάλτη της ελληνικής νεολαίας. Η υπόλοιπη «ενήλικη» ελληνική κοινωνία ήταν απούσα, όντας αφασική επί δεκαετίες. Έκπληκτη, προσπαθούσε να εξηγήσει το ξέσπασμα της οργής και, λίγο αργότερα, επαναπαύτηκε με τις έτοιμες και βαθυστόχαστες ερμηνείες πολιτικών και ΜΜΕ που μιλούσαν για μια αδιάφορη, αποπολιτικοποιημένη, καλομαθημένη, αποβλακωμένη και βίαιη γενιά που αντέδρασε σπασμωδικά – δεν υπήρχε, ωστόσο, λόγος περαιτέρω ανησυχίας.

Ενώ οι νέοι άνθρωποι της χώρας, με αφορμή τα Δεκεμβριανά, αποκτούσαν σιγά σιγά πολιτική συνείδηση, συμμετέχοντας στα κοινά και ανταλλάσσοντας απόψεις και ιδέες μέσα στις καταλήψεις που ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια, αποκτώντας ελευθεριακές αντιλήψεις και υιοθετώντας ριζοσπαστικές πολιτικές θέσεις εμφορούμενες αρχικά από αντεξουσιαστικές τάσεις και στη συνέχεια πλησιάζοντας τα ιδεώδη του αναρχισμού, η υπόλοιπη Ελλάδα συνέχιζε να νανουρίζεται με στεγαστικά δάνεια, πλαστικό χρήμα, μετοχές, καινούργια αυτοκίνητα, εξοχικά, ανασφάλιστους αλλοδαπούς δουλοπάροικους και καλλονές από την ανατολική Ευρώπη. Η απότομη αφύπνισή της που ήρθε με τα νέα περί πιθανής πτώχευσης της χώρας, στο τέλος του 2009, μεταμορφώθηκε σ’ έναν διαρκή συλλογικό εφιάλτη σε κατάσταση εγρήγορσης αμέσως μετά την υπογραφή της δανειακής σύμβασης και του Μνημονίου, την άνοιξη του 2010.

Η ανασφάλεια, η φτώχεια και η εξαθλίωση απειλούσε πια τους πάντες. Χωρίς ιδιαίτερες πολιτικές ανησυχίες, η πλειοψηφία των «πολιτών» βγήκε να διαμαρτυρηθεί δυναμικά μόνο αφού συνειδητοποίησε ότι απειλείται ο καθένας ξεχωριστά και όχι κάποιος άλλος, γνωστός ή άγνωστος, συμπολίτης. Έτσι, έχοντας, πάνω απ’ όλα (ή αποκλειστικά και μόνο) οικονομικά αιτήματα του τύπου «να επιστρέψουμε σε μια Ελλάδα πριν από αυτήν της κρίσης», παρά υιοθετώντας δημοκρατικά προτάγματα, στις 5.10.2010 πραγματοποιήθηκε μια από τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας των τελευταίων δεκαετιών, στην οποία συμμετείχαν αυθόρμητα εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι. Αντί, όμως, ν’ αποτελέσει την αρχή για τη δημιουργία ενός μαζικού κινήματος, εξαιτίας των γεγονότων της Marfin και του αδικαιολόγητου θανάτου τριών εργαζόμενων που έχοντας κλειδωθεί σαν τα ποντίκια για να δουλέψουν σε μια ημέρα γενικής απεργίας έγιναν στόχος οπαδών της «μητροπολιτικής» και τυφλής βίας, αποτέλεσε μόνο μια στιγμιαία αναλαμπή που, ωστόσο, έδειξε την επαναστατική δυναμική που θα μπορούσε ν’ αποκτήσει η κοινωνία. Έκτοτε και μέχρι την έναρξη των λαϊκών συνελεύσεων που αφύπνισαν αρκετό κόσμο, οι περισσότεροι γύρισαν στα σπίτια τους με σκυμμένο κεφάλι και λουφαγμένοι.

Απο-πολιτικοποίηση και μανιχαϊσμός

Δυστυχώς, φαίνεται ότι μόνο η πείνα μπορεί να κινητοποιήσει τους ανθρώπους ωθώντας τους στη διεκδίκηση των αυτονόητων αιτημάτων τους. Όπως λοιπόν είναι φυσικό, σε τέτοιες εποχές κρίσης, όταν ενδέχεται να ξεφύγει μια ολόκληρη κοινωνία από την κανονικότητα, εμφανίζονται (αυθόρμητα ή μη) διάφορες ερμηνευτικές προσεγγίσεις της δεδομένης πραγματικότητας, οι οποίες συνήθως αποτελούν ένα είδος άρνησής της (της πραγματικότητας) εκ μέρους του συνόλου και αναπαράγουν αντιλήψεις και ιδέες που από τη φύση τους δεν μπορούν να οδηγήσουν σε μια ουσιαστική τομή. Από τη μια η συνωμοσιολογία αυτών που κάνουν λόγο για χαμένες πατρίδες, για υπερεθνικές ελίτ, για «Νέες Τάξεις», αυτών που «ακούν φωνές» και μελετάνε τα «οράματα» του κάθε Παίσιου και τις «αποκαλύψεις» του κάθε λαοπλάνου αυτών που ηδονίζονται με διάφορες «Μεγάλες Ιδέες», ο μεσσιανισμός, ο οπισθοδρομισμός, η ακροδεξιά δημαγωγία τύπου Χαρδαβέλα, Τηλεάστυ, ο κατάφωρος εθνικισμός και η άρρωστη πατριδολαγνεία έρχονται να καλύψουν το ιδεολογικό και πολιτικό αυτό κενό. Από την άλλη κυριαρχεί ο φετιχισμός του θεάματος της μεμονωμένης «μητροπολιτικής» βίας (που σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να τη συγκρίνουμε με αυτήν του Δεκέμβρη του 2008), συμπληρώνοντας την εικόνα μιας κατάστασης όπου κυριαρχεί ο μανιχαϊσμός, ο ανορθολογισμός και το μίσος όλων προς όλους. Κατ’ αυτό τον τρόπο η δυναμική ενός υπό-δημιουργία μαζικού κινήματος ευνουχίζεται από την πρώτη στιγμή, εγκλωβίζοντας τους πάντες σ’ έναν αρνητισμό/μεταφυσικισμό με αποτέλεσμα την αδυναμία κάθε επαναστατικής στοχοθεσίας.

Έτσι λοιπόν, κάτω από αυτές τις συνθήκες, αυτό που κυρίως θα πρέπει να μας απασχολήσει είναι το τί πραγματικά θέλουμε, ως πολίτες και ελεύθεροι άνθρωποι. Η κομβικότητα αυτού του ζητήματος αποδεικνύεται από το γεγονός πως ενώ μεν βρισκόμαστε σε ρήξη με ένα καθεστώς διεφθαρμένο, που κάθε μέρα γίνεται όλο και πιο φανερό ότι δεν εξυπηρετεί κανέναν άλλον παρά μόνο τους ολιγάρχες, πολλοί από εμάς δεν έχουμε να προτείνουμε καμία εναλλακτική (μη κοινοβουλευτική) λύση αυτο-οργάνωσης. Αρκούμαστε μόνο στο να αναπαράγουμε αυτόν τον καταστροφικό μανιχαϊσμό – «φταίνε όλοι για όλα». Στην πραγματικότητα, γνωρίζουμε μόνο τί δεν θέλουμε.

Περί εθνικής ανεξαρτησίας

Ένα από τα βασικότερα αιτήματα των αντικαθεστωτικών είναι το ζήτημα της εθνικής ανεξαρτησίας. Ακούμε τελευταία όλο και περισσότερο να γίνεται λόγος για «μια Ελλάδα υπό νέα Γερμανική κατοχή», «που έχει καταντήσει προτεκτοράτο της Ευρωζώνης» και διάφορα άλλα επιχειρήματα που τονίζουν την «υποδούλωση της χώρας στα διεθνή κέντρα εξουσίας». Έτσι, η αντίληψη ότι η ανεξαρτητοποίηση της Ελλάδας από την επιρροή των «ξένων» θα οδηγήσει αυτόματα και εξ ορισμού στην ελευθερία, έχει μεγάλη απήχηση. Η ιδέα όμως αυτή, που αντιλαμβάνεται την ελευθερία των πολιτών αποκλειστικά και μόνο ως προϊόν γεωπολιτικών παραγόντων, σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να υιοθετείται αυτούσια, μεμονωμένα και αβασάνιστα. Με βάση τα δεδομένα που έχουμε από το παγκόσμιο πολιτικό γίγνεσθαι, καταλήγουμε στο πολύ απλό και αυτονόητο συμπέρασμα, ότι η γεωπολιτική ελευθερία δεν συμβαδίζει ούτε απόλυτα ούτε απαραίτητα και με την πολιτική ελευθερία – κάτι που γίνεται φανερό από μια σύγκριση της Ελλάδας (που όπως προαναφέρθηκε, ένα κομμάτι της εθνικής της κυριαρχίας έχει καταπατηθεί) με χώρες «εθνικά ανεξάρτητες», όπως αυτές του Ιράν, της Βόρειας Κορέας, της Λιβύης του Καντάφι, της Βενεζουέλας ή της Κούβας. Κατά πόσο το επίπεδο ζωής ενός Κουβανού, ενός Βορειοκορεάτη, ενός Ιρανού ή ενός Λίβυου ή Σύριου είναι ανώτερο από αυτό ενός Έλληνα, σε ό,τι αφορά το ζήτημα των πολιτικών ελευθεριών; Σύμφωνα με τη νοτιοκορεάτικη εφημερίδα Daily NK, το καθεστώς της Βόρειας Κορέας καταδίκασε τους πολίτες που «δεν θρήνησαν σωστά» το θάνατο του πρώην δικτάτορα-μονάρχη Κιμ Γιονγκ Ιλ σε πολύμηνες ποινές εγκλεισμού σε στρατόπεδα εργασίας. Στο Ιράν το 1998 πάνω από 30.000 αντιφρονούντες αριστεροί και αλλόθρησκοι αντικαθεστωτικοί εκτελέστηκαν.

Σημείωση: Σε καμία περίπτωση δεν θεωρούμε την Daily NK ως βάσιμη και αξιόπιστη πηγή ενημέρωσης (δεδομένου μάλιστα ότι για τη διάδοση των πληροφοριών αυτών βοήθησε το χυδαιότατο νεοσυντηρητικό Fox News). Επίσης έχουμε κατά νου τόσο την ακραία φιλοδυτική στάση των κυβερνήσεων της Νότιας Κορέας, όπως και το γεγονός ότι όλες οι πληροφορίες που βγαίνουν προς τα έξω αναφορικά με την κατάσταση στο Ιράν και την Κούβα δεν είναι αμερόληπτες ή απόλυτα αξιόπιστες. Ίσως, στο εσωτερικό των χωρών αυτών, ο βαθμός της καταπίεσης των απλών πολιτών από τις ντόπιες ελίτ να μην είναι τόσο ακραίος σε σχέση με αυτό που προπαγανδίζουν τα δυτικά ΜΜΕ και, πιθανώς, οι σχέσεις εκμετάλλευσης να μην είναι τόσο έντονες όπως λέγεται, αλλά σε κάθε περίπτωση είναι αναμφισβήτητο ότι σε πολύ μεγάλο ή κάπως μικρότερο βαθμό τα καθεστώτα αυτά χαρακτηρίζονται από ανελευθερία και ολοκληρωτισμό (φυλακίσεις, περιορισμοί και εκτελέσεις πολιτικών αντιπάλων, λογοκρισία κλπ.), καταδυνάστευση και ακραίες ταξικές ανισότητες.

Ας εξετάσουμε την κατάσταση σε μια ακόμη χώρα που δεν αποτελεί κομμάτι της λεγόμενης «Νέας Τάξης», όπως είναι η Ρωσία. Πρόκειται για μια χώρα πολιτικά ανεξάρτητη από κάθε εξωτερική επιρροή. Η λογοκρισία του τύπου, όμως, την καθιστά ως μια από τις πιο επικίνδυνες για δημοσιογράφους. Αν μάλιστα υπολογίσουμε ταυτόχρονα και τον αριθμό αυτών που δολοφονήθηκαν τόσο γιατί υποστήριζαν ανθρώπινα δικαιώματα (κυρίως των μεταναστών που καθημερινά πέφτουν θύματα της ανεξέλεγκτης ρατσιστικής βίας που μαστίζει τις Ρωσικές πόλεις) όσο και για τον αντικαθεστωτικό τους λόγο, γίνεται φανερό ότι η εθνική της ανεξαρτησία καθόλου δεν συνεπάγεται και πολιτική ελευθερία. Παρόμοια συμπεράσματα προκύπτουν βλέποντας την κατάσταση στις Η.Π.Α. – μια χώρα Δυτική που για χρόνια ασκούσε (και συνεχίζει ν’ ασκεί) τεράστια επιρροή στο μεγαλύτερο κομμάτι της υφηλίου και το παγκόσμιο πολιτικό γίγνεσθαι. Τί συμβαίνει με τον αντιτρομοκρατικό νόμο που θεσπίστηκε επί κυβέρνησης George W. Bush έπειτα από την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου; Πόσες από τις πολιτικές ελευθερίες δεν έχουν περιοριστεί για χάρη της «εθνικής ασφάλειας»; Τί συνέβη τη δεκαετία του ’60 με την πολιτική McCarthy και τις διώξεις των αντικομφορμιστών; Ας έρθουμε ακόμα πιο κοντά, στην Βρετανία, μια χώρα που δεν συμμετέχει καν στην Ευρωζώνη. Όταν στο Λονδίνο και σε άλλες μεγάλες πόλεις ξέσπασαν οι πρόσφατες ταραχές του Αυγούστου, ο πρωθυπουργός της χώρας είχε δηλώσει ότι ήταν έτοιμος να χρησιμοποιήσει τις ένοπλες δυνάμεις εναντίον άοπλων «ταραξιών» (που στην πλειοψηφία τους ήταν παιδιά 13-18 χρονών)! Οι νόμοι που θεσπίστηκαν για την «πάταξη της τρομοκρατίας» έπειτα από το χτύπημα στο μετρό το 2005 έχουν μετατρέψει ολόκληρη τη χώρα σε big brother society, με κάμερες CCTV να δεσπόζουν παντού, να καταγράφουν κάθε κίνηση, χωρίς ωστόσο να έχει σημειωθεί κάποια μείωση της εγκληματικότητας, για την οποία κραυγάζει υστερικά συνεχώς ο tabloid τύπος.

Όλα τα παραπάνω δείχνουν ξεκάθαρα ότι η εθνική ανεξαρτησία δεν αποτελεί απαραίτητα τον παράγοντα που θα οδηγήσει την Ελληνική κοινωνία σε χειραφέτηση. Απεναντίας, ο τρόπος με τον οποίο προτάσσεται, εκφράζει μια έντονα σοβινιστική εμμονή η οποία – όπως και κάθε αντίληψη που παραμένει προσκολλημένη στο εθνικιστικό φαντασιακό – αποφεύγει να επικεντρωθεί στις σχέσεις εκμετάλλευσης στο εσωτερικό της χώρας.

Τί σημαίνουν όλα αυτά όμως; Θα πρέπει, τελικά, να απορρίψουμε το αίτημα αυτό εξολοκλήρου και να προσπαθήσουμε να βρούμε λύσεις «εκ των έσω»; Κάτι τέτοιο θα φάνταζε επιεικώς ανόητο. Θεωρούμε, έτσι, την ανεξαρτητοποίηση της χώρας από κάθε είδους κεντρική εξουσία ως ένα ζήτημα ύψιστης σημασίας, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να αποτελεί κεντρικό αίτημα του κάθε αντικαθεστωτικού κινήματος. Δεν είναι, λοιπόν, αυτοσκοπός, αλλά ένα μέσο προκειμένου να πετύχουμε αυτό που θέλουμε: την εδραίωση μιας κοινωνίας όπου οι δομές της και οι θεσμοί της θα ελέγχονται και θα καθορίζονται «από τα κάτω», και όχι από τις κεντρικές γραφειοκρατίες [1]. Με άλλα λόγια, θα επέτρεπε η εκάστοτε εξουσία-υποχείριο των εντολών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στους πολίτες να αυτο-οργανωθούν; Να σχηματίσουν ανταλλακτικά δίκτυα οικονομίας και παραγωγής (μη καπιταλιστική, μουτουαλιστική οικονομία) δίχως, για παράδειγμα, η πολιτεία να εκδίδει νόμους βάσει των οποίων θα θεωρούνται παράνομες οι συλλογικές καλλιέργειες με σκοπό να μην σαμποτάρεται η συμβατική οικονομία; Θα μπορούσαν οι πολίτες να εγκαθιδρύσουν συμβούλια όπου με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες θα συζητούσαν για θέματα που αφορούν την κοινότητά τους δίχως να έρθουν αντιμέτωποι με την καταστολή; Τα ίδια εμπόδια, ωστόσο, θα μπορούσαν να υπάρχουν και στην περίπτωση που την εξουσία αναλάμβαναν οι ντόπιες ελίτ (όπως συμβαίνει σε πολλές από τις «εθνικά ανεξάρτητες» χώρες). Η παρεμπόδιση εγκαθίδρυσης στην Ελλάδα ενός ολοκληρωτικού καθεστώς όμως εξαρτάται από άλλους παράγοντες που διαιωνίζουν την ετερονομία της Ελληνικής κοινωνίας. Οι λόγοι αυτοί έγκεινται αφ’ ενός στην έλλειψη κάποιου βασικού πολιτικού προτάγματος (γεγονός που μαστίζει το αντικαθεστωτικό κίνημα) και αφ’ ετέρου στον έντονο εθνικισμό που κυριαρχεί στο φαντασιακό πολλών Ελλήνων πολιτών. Όπως ανέφερε ο Νίκος Ηλιόπουλος (σ.99):

Επεδίωξα λοιπόν να μελετήσω αυτό που ονομάστηκε «ταυτότητα» της νεότερης Ελλάδος και το οποίο συνιστά το κύριο φαντασιακό της. Θα εκθέσω συνοπτικά την κατασκευή αυτού που έγινε κρατική ιδεολογία (επικρατούσα και επιβαλλόμενη) στη νεοελληνική κοινωνία: είναι η «ιστορική συνέχεια» και το τρίπτυχο Αρχαία Ελλάδα, Βυζάντιο, Νέα Ελλάδα. Η απόδειξη ότι πρόκειται περί ιδεολογίας είναι ακόμα πιο αναγκαία αφού και οι πιο φωτισμένοι σύγχρονοι στοχαστές παγιδεύονται σε αυτή όταν επιχειρούν να κατανοήσουν τη σύγχρονη Ελλάδα.

Αυτός ο (άλλοτε πολιτικός και άλλοτε φυλετικός/πολιτισμικός) εθνικισμός εκδηλώνεται σαν μια λαϊκιστική διαμαρτυρία λόγω: α) της απουσίας κάποιας κληρονομιάς αυτονομίας και πραγματικά δημοκρατικής παράδοσης, (κάτι που αφήνει περιθώρια ώστε να ταυτιστεί η κοινωνική απελευθέρωση με την εθνική κυριαρχία), β) του ανορθολογισμού που επικρατεί στην Ελληνική κοινωνία και γ) του γεγονότος ότι η Ελλάδα ήδη από την εποχή Επανάστασης του 1821 ήταν υποχείριο «ξένων δυνάμεων» και ποτέ της δεν υπήρξε πραγματικά εθνικά ανεξάρτητη.

Περαιτέρω, υπό από τις υπάρχουσες συνθήκες, όπου η Ελλάδα σαν χώρα διασύρεται παγκοσμίως και η λέξη «Έλληνας» έχει καταντήσει βρισιά στις περισσότερες Δυτικές χώρες, στις οποίες είναι διάχυτη η άποψη πως για όλα τα δεινά της παγκόσμιας οικονομίας φταίνε οι «τεμπέληδες Έλληνες», θα φάνταζε εξωπραγματικό να μην περιμέναμε εθνικιστικές εξάρσεις. Αν μάλιστα συνυπολογίσουμε και όλους αυτούς τους παράγοντες που αναφέρονται στην παραπάνω παράγραφο, ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια συνιστώσα της κληρονομιάς μας που δημιουργεί έναν άκρως ετερόνομο ανθρωπολογικό τύπο, τον οποίο θα πρέπει να κατανοήσουμε, και να δημιουργήσουμε καταστάσεις ώστε ο ίδιος από μόνος του να αυτομετασχηματιστεί [2]. Διαφορετικά, όσο κλείνουμε τα μάτια μπροστά σ’ αυτές τις διαπιστώσεις, τόσο η κληρονομιά αυτή θα νοηματοδοτείται από άλλους (ακροδεξιούς ή Σταλινικούς) πολιτικούς χώρους, με ολέθριες συνέπειες για την πορεία της χώρας. Άλλωστε, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου επαναστάσεις και εξεγέρσεις αντί να οδηγήσουν στη χειραφέτηση των πληθυσμών τελικά καλλιέργησαν το έδαφος για την αναρρίχηση ολοκληρωτικών καθεστώτων (βλ Ρωσία, Κίνα, Ιράν, Κούβα), και αυτό διότι οι διάφοροι δημαγωγοί εκμεταλλεύτηκαν τον όχλο που δεν γνώριζε τί ήθελε (κυρίως λόγω της έλλειψης κληρονομιάς αυτονομίας και δημοκρατικής παράδοσης στις χώρες αυτές) και με πρόσχημα είτε την «εθνική ανεξαρτησία», είτε την «χειραφέτηση του προλεταριάτου μέσω της κομμουνιστικής επανάστασης», επέβαλαν σκληρές και συγκεντρωτικές δικτατορίες (για αυτό βέβαια δεν ευθύνονται μόνο οι δημαγωγικές τους τάσεις αλλά και ο ολοκληρωτικός χαρακτήρας του εθνικισμού και του Σταλινισμού/Λενινισμού), τα φαντάσματα των οποίων πλανιούνται στις ζωές των ανθρώπων ακόμη και σήμερα, μετά το πέρασμα τόσων χρόνων.

Λίγα λόγια περί βίας

Στις μέρες μας φαίνεται να κυριαρχεί η μακιαβελική άποψη πως «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Τυφλή βία, σύγκρουση και αναπαραγωγή θεάματος που δεν οδηγεί πουθενά, παρά μόνο σε έναν σύντομο κατευνασμό της οργής που οι ίδιοι νιώθουμε. Από την άλλη, οι απόψεις των λεγόμενων «πασιφιστών» συμπληρώνουν το δίπολο βία vs μη βία.

Πολλοί από τους λεγόμενους πασιφιστές, φτάσουν σε σημείο να «καταδικάσουν τη βία από όπου και αν προέρχεται», και άθελά τους (ίσως) αγγίζουν τα όρια ενός φτηνού συντηρητισμού: ο ακραίος πασιφισμός οδηγεί στην αδράνεια και τον (π)ηθικισμό, ο οποίος με τη σειρά του οδηγεί σε μια κατάσταση μόνιμης μεμψιμοιρίας και μικροαστισμού κάθε φορά που οργισμένοι διαδηλωτές συγκρούονται με τις δυνάμεις καταστολής ή προξενούνται φθορές σε πολυκαταστήματα κλπ. Μολονότι θα θέλαμε να δούμε τους ένοπλους ένστολους και τους υπηρέτες του συστήματος αυτού να αρνούνται τους απάνθρωπους ρόλους τους, υποστηρίζοντας πάντα ντεφαϊτιστικές θέσεις, τούτη η απλουστευτική άποψη περί «τυφλής καταδίκης κάθε βίας» καλλιεργεί συνειδήσεις που δεν διαφέρουν από τα παραληρήματα των δημοσιογράφων τύπου Πρετεντέρη, Καψή, Τρέμη και άλλων υπηρετών του Νεοφιλελευθερισμού. Η βία και οι καταστροφές σίγουρα για κάποιους είναι ένα αποκρουστικό θέαμα. Άλλοι πάλι φετιχίζονται με τέτοιου είδους εικόνες δίχως ν’ αντιλαμβάνονται το πολιτικό βάθος των καταστάσεων. Όμως η καταδίκη της βίας «από όπου και αν προέρχεται» φαντάζει υποκριτική, προεχόντως γιατί είναι δυσανάλογη και εκ των πραγμάτων μονόπλευρη: τα συνήθη θύματα της βίας είναι οι διαδηλωτές (οι σοβαρές σωματικές βλάβες που προκαλούνται από τους αστυνομικούς και οι πρακτικές της κακοποίησης και εξευτελισμού τους κατά τη διάρκεια της κράτησης τους στα αστυνομικά τμήματα αποτελούν πια τον κανόνα). Ας μην φτάσουμε όμως εκεί. Η αδυναμία πολλών πολιτών να εξασφαλίσουν βασικά αγαθά όπως στέγη, υγεία, παιδεία για τα παιδιά τους, και η βίαιη αντίδρασή τους εξαιτίας της εξαθλίωσής τους δεν είναι σε καμία περίπτωση συγκρίσιμη με τη βία της καταστολής ενός κράτους, υπερεξοπλισμένου, έτοιμου να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο προκειμένου να επιβληθεί σε βάρος μιας αγκομαχούσας κοινωνίας.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποδεχόμαστε τη βία που γεννιέται μέσα από ένα πραγματικά δημοκρατικό κίνημα, με βάσιμα αιτήματα, προτάγματα και επιδιώξεις, όταν η καθεστηκυία πολιτική τάξη επιτίθεται λυσσαλέα εναντίον του με σκοπό είτε να το αφανίσει είτε να το καταστείλει. Πολλοί φέρνοντας ιστορικά παραδείγματα ισχυρίζονται ότι σχεδόν τίποτα δεν άλλαξε χωρίς αίμα. Κατά την άποψή μας, εδώ επιδιώκεται άλλη μια δυσανάλογη σύγκριση: αυτή των σημερινών κινημάτων μητροπολιτικής βίας και αναπαραγωγής φετιχιστικού θεάματος, που στην ουσία αποτελούν εκφράσεις ναρκισσισμού και κοινωνικής απομόνωσης, με τις μεγάλες επαναστατικές στιγμές του παρελθόντος (Γαλλική Επανάσταση, Κομμούνα του Παρισιού, Ισπανική Επανάσταση, Μάης του ’68, Δεκέμβρης του 2008). Η σύγκριση αυτή είναι άστοχη και αδικεί τα κινήματα μέσα από τα οποία ξεπήδησαν τα σημαντικότερα δημοκρατικά προτάγματα ιστορικά. Με βάση αυτή την παράδοση, επανάσταση/πολιτική δε σημαίνει φωτιές, οδοφράγματα, σφαγές και καταστροφές, αλλά συνειδητή και διαρκής αυτοθέσμιση της κοινωνίας• δημιουργία δηλαδή πραγματικά δημοκρατικών οργάνων εξουσίας (συμβούλια, σοβιέτ, συνελεύσεις), με σκοπό την αυτοκυβέρνηση της κοινωνίας.

Η αναπαραγωγή αυτού του φαντασιακού (βία ενάντια στη βία) δίχως να ξέρουμε το πώς και το γιατί, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα μέσο επικίνδυνο, αναποτελεσματικό αλλά και ξεπερασμένο, όπως λέει η Hannah Arendt. Προέχει να τεθούν κάποια όρια για το πού αρχίζει και πού τελειώνει η βία. Όταν τη θέτουμε ως αυτοσκοπό μιας κοινωνικής αλλαγής (αναγκαιότητα), τότε θα πρέπει να έχουμε κατά νου και τις άμεσες επιπτώσεις της. Η απλή σύγκρουση θα μπορούσε να εξελιχθεί πολύ άνετα σε εμφύλια σύρραξη. Και αν υποθέσουμε ότι η εμφύλια σύγκρουση είναι η μόνη διέξοδος, από την άλλη είναι και καταδικασμένη σε αποτυχία. Μιλώντας ρεαλιστικά διαπιστώνουμε ότι όπου επικράτησαν εμφύλιες συγκρούσεις έφεραν όχι μόνο καταστροφές και περισσότερη πείνα, αλλά, ταυτόχρονα, απέτυχαν να δημιουργήσουν ρεύματα αυτονομίας, ρίχνοντας πληθυσμούς ολόκληρους στο ζόφο και τον ολοκληρωτισμό για πολλές δεκαετίας και διαιρώντας τις κοινωνίες σε διάφορα στρατόπεδα (αυτοί που υποστηρίζουν τους Χ και αυτοί τους Ψ). Δεν είναι τυχαίο το ότι οι χώρες με τους πιο αιματηρούς εμφυλίους πολέμους και βεντέτες είναι σήμερα οι πιο αδρανείς πολιτικά (Ισπανία, Ιρλανδία), υπέφεραν από στυγνό ολοκληρωτισμό και καταστολή (Κίνα, Καμπότζη, Περού, Ισπανία, ΕΣΣΔ, Ινδονησία) για να οδηγηθούν τέλος, στο πείραμα του Νεοφιλελευθερισμού.

Επίλογος

Έχουμε την πεποίθηση ότι οι στιγμές που ζούμε είναι ιστορικές και πως οφείλουμε να προσπαθήσουμε για μια ριζική μεταστροφή της κοινωνίας προς αυτόνομες μορφές οργάνωσης, αυτοθέσμισης και ιδεολογικοπολιτικής χειραφέτησης. Η παρούσα συγκυρία, αν και εμπεριέχει τον κίνδυνο για περαιτέρω έξαρση εθνικιστικών τάσεων και ολοκληρωτικών αντιλήψεων, ταυτόχρονα (και για τους ίδιους ακριβώς λόγους) αποτελεί καλή ευκαιρία για διάδοση και προβολή των προταγμάτων μας. Η γενικότερη αίσθηση εγκατάλειψης που βιώνει η ελληνική κοινωνία (ασχέτως αν είναι σε κάποιο βαθμό συνυπεύθυνη λόγω της μακροχρόνιας απάθειάς της) μπορεί ν’ αποτελέσει πρόσφορο έδαφος για μια συνειδητή και διαρκή πολιτικοποίησή της σε βάσεις που θα εγγυώνται την κατ’ αρχήν εδραίωση μιας αμεσοδημοκρατικής αντίληψης. Τα προβλήματα, όπως είναι φυσικό δεν θα πάψουν να υπάρχουν, όπως και τα πισωγυρίσματα, αλλά το ζητούμενο είναι να τεθούν οι βάσεις για την ανάδειξη των μεθόδων αυτονόμησης της κοινωνίας. Μπορούμε να δημιουργήσουμε το πλαίσιο εντός του οποίου ο υπήκοος θα προαχθεί σταδιακά σε ενεργό πολίτη με λόγο, γνώμη και συμμετοχή στη διαμόρφωση της κοινωνικής ζωής.

Ίσως σε αρκετούς να φαίνεται πως τα εμπόδια είναι ανυπέρβλητα, ότι οι αιτίες που μας κρατούν στο σκοτάδι, φοβισμένους και απαθείς δεν μπορούν να ξεριζωθούν με κανένα τρόπο (ντετερμινισμός). Κανείς όμως δεν μπορεί να υποσχεθεί στον εαυτό του ότι ο αγώνας του θα δικαιωθεί. Άλλωστε ο πραγματικός αγώνας προς την χειραφέτηση δεν θα μπορούσε παρά να είναι διαρκής και επίπονος. Απομένει σ’ εμάς να ρίξουμε το βάρος εκεί που πρέπει ώστε να οδηγήσουμε τα πράγματα εκεί που θέλουμε, αποφεύγοντας να ξαναζήσουμε εποχές μισαλλοδοξίας και σκοταδισμού. Το ακατάληπτο δεν πρέπει να μας προκαλεί δέος, αλλά οφείλει να γίνει η αιτία να δημιουργήσουμε επιτέλους την ιστορία μας, έχοντας μια ολιστική αντίληψη των πραγμάτων.

__________________________________________________
[1] Φυσικά, δεν επιθυμούμε την απομόνωση της χώρας από τις υπόλοιπες (κάτι που θα ήταν, άλλωστε, καταστροφικό). Απεναντίας, στηρίζουμε την ανεξαρτητοποίηση κάθε χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, και, ταυτόχρονα, την δημιουργία μιας νέας ομοσπονδιακής Ευρώπης, που θα διοικείται από τους ίδιους της τους πολίτες. (Βλ, επίσης άρθρο: Η κυβερνητική κρίση και τα πραγματικά ζητούμενα)

[2] Πολλοί από αυτούς που βρίσκουν καταφύγιο στο εθνικισμό αγνοούν τα πραγματικά αίτια του εθνικού διασυρμού. Μέρος αυτών που υιοθετούν την καταστροφολογία (που αποτελεί κομμάτι τόσο της αριστερής όσο και της ακροδεξιάς συνωμοσιολογίας) καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι υπερεθνικές μυστικές οργανώσεις που ελέγχουν τον κόσμο έχουν βάλει στόχο να εξαφανίσουν «την περιούσια ελληνική φυλή». Τέτοιου είδους εύπεπτες λαϊκιστικές κορώνες γίνονται εύκολα αποδεκτές από μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού που νιώθει αδικημένο λόγω της σκληρής στάσης των Γερμανών και της Ε.Ε και ταπεινωμένο λόγω της εξευτελιστικά αντι-ελληνικής προπαγάνδας των Δυτικών ΜΜΕ. Βέβαια, λόγω του ότι οι καιροί είναι ιδιαίτερα δύσκολοι, θα ήταν καλό να γνωρίζουμε (όπως και έχουμε επανειλημμένως ισχυριστεί) ότι ο εθνικός διασυρμός δεν έχει να κάνει ούτε με το “DNA των Ελλήνων” ούτε με άλλου είδους εθνοφυλετικής φύσεως παράγοντες. Είναι αποτέλεσμα της πάγιας Νεοφιλελεύθερης τακτικής: η καλλιέργεια του φόβου και της ενοχής σε αυτόν που αντιδρά και αμφισβητεί το δόγμα του, είτε αυτός ονομάζεται Έλληνας, είτε Βρετανός φοιτητής, είτε Γάλλος εργάτης. Ο Ελληνικός λαός, βεβαίως, είναι από τους ελάχιστους στην Ευρώπη που καταφέρνει να οργανώσει μαζικές αντιστάσεις ενάντια στην επέλαση του Νεοφιλελευθερισμού. Ο Δεκέμβρης του 2008 ήταν ίσως μία από τις μεγαλύτερες νεολαιίστικες εξεγέρσεις που έλαβαν χώρα στο Δυτικό κόσμο τον τελευταίο καιρό, χωρίς ανάλογο παράδειγμα σε άλλες χώρες. (Βλ επίσης άρθρο: Aπ΄ τον Δεκέμβρη στο σήμερα)

Αν, φυσικά, υπάρχει κάτι που κάνει τον Δεκέμβρη του 2008 να ξεχωρίζει από τις ταραχές στο Παρίσι το 2005 και το Λονδίνο το 2011 είναι η καθαρά πολιτική φύση των γεγονότων, σε αντίθεση με τις άλλες δύο περιπτώσεις στις οποίες εκφράστηκε μεν μια οργή και αγανάκτηση ενάντια στην καθεστηκυία τάξη, δεν παγιώθηκε ωστόσο η θέση πολιτικών στόχων και δεν πραγματοποιήθηκε σε κανένα επίπεδο κάποια ιδεολογική σύγκρουση με το κατεστημένο. Tον Δεκέμβρη του 2008, εξεγέρθηκαν σχεδόν όλοι. Στην περίπτωση του Παρισιού και του Λονδίνου, οι εξεγερμένοι αποτελούσαν την μερίδα των «πολιτών δεύτερης κατηγορίας» και του «μή λευκού πληθυσμού των προαστίων».

Βιβλιογραφία
Ηλιόπουλος Νίκος, Θεσμισμένη συμμετοχή και απάθεια. Περιοδικό Μάγμα, Δεκέμβριος (2007)
Arendt Hannah. On Revolution. Penguin Books, Second Edition (1973)

Συγγραφή: Julien Febvre, Ian Delta

Gallery | This entry was posted in Revolution, Society and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s