Νομίζει κανείς πως ξεχάσαμε…

Τη στάση των ΜΜΕ υπέρ του Μνημονίου;

Σήμερα, καθώς τα αποτελέσματα της Νεοφιλελεύθερης πολιτικής σαρώνουν όλο και μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας, μέρος των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, χάριν της τηλεθέασης φυσικά – που φέρνει διαφημίσεις και έσοδα – παρουσιάζονται υποκριτικά στο πλευρό της αγκομαχούσας κοινωνίας, συνεχίζοντας βέβαια να προβάλλουν (έμμεσα ή και άμεσα) το μονόδρομο της πολιτικής αυτής. Νομίζει κανείς πως ξεχάσαμε τους δημοσιογράφους των τηλεοπτικών καναλιών (όπως κάποιους από αυτούς του Mega ή του Σκάι), ή εφημερίδων (όπως κάποιων από Τα Νέα ή την Καθημερινή) οι οποίοι πριν από ένα περίπου χρόνο διατυμπάνιζαν την αναγκαιότητα των μέτρων εξαθλίωσης, τον μονόδρομο του Μνημονίου, χλεύαζαν τα συνδικάτα, απέκρυπταν τους κοινωνικούς αγώνες ή στρέφονταν ευθέως εναντίον τους, προέβαλλαν (και συνεχίζουν να το κάνουν) συνεχώς τις απόψεις ακροδεξιών στοιχείων του ΛΑ.Ο.Σ. και επιτίθονταν ευθέως σε όποιον τολμούσε να εκφράσει ένα διαφορετικό λόγο; Νομίζει κανείς πως δεν αντιλαμβανόμαστε τη συνέχιση του αντικοινωνικού τους αγώνα, με όποια οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα διακυβεύονται γύρω από αυτόν; Νομίζουν πως λυτρώνονται στα μάτια του κόσμου όταν προβάλλουν την εξαθλίωση των οικογενειών ενώ παράλληλα βάζουν σε μια στημένη ζυγαριά ψευδοδιλλήματα όπως υποταγή ή χρεοκοπία, νέο μνημόνιο ή εξαθλίωση, Νεοφιλελευθερισμός ή χάος;

Πιστεύουν αλήθεια ότι η «κατανόηση» που δείχνουν, η «στενοχώρια» και ο προβληματισμός που τελευταία μας (επι)δεικνύουν, θα τους καθαγιάσει; Ίσως κάποιος θα μπορούσε να θαυμάζει τον τρόπο που κάποιοι χαμαιλέοντες – τηλεπερσόνες – δημοσιογράφοι ξέρουν να ελίσσονται, ανάλογα με την πολιτική συγκυρία, αλλά ακόμα κι αυτό είναι σχεδόν αδύνατο στις μέρες μας.

Τα μέσα ενημέρωσης που εισέβαλαν στα σπίτια μας με τη δική μας ανοχή, θα μπορούσαν σύντομα, μαζί με το πολιτικό σύστημα, να πεταχτούν στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας. Η πολυχρωμία και πολυμορφία της διαδικτυακής ενημέρωσης, δείχνει πως έχει δυναμικές να πραγματοποιήσει την μετάβασή της από τη δημοσιογραφία των επαγγελματιών στη δημοσιογραφία των πολιτών.

Τη στάση της αστυνομίας ενάντια στους πολίτες;

Η ελληνική αστυνομία (και πιο συγκεκριμένα τα ΜΑΤ)[1] έχει πλέον ξεκαθαρίσει τις επιλογές της: σε περίπτωση που οι κοινωνικές αντιδράσεις γίνουν επικίνδυνες για την καθεστηκυία τάξη, δεν θα διστάσουν να προβούν σε οποιουδήποτε είδους καταστολή. Δυστυχώς, παρότι οι αστυνομικοί δεν αποτελούν στην ουσία μέρος κάποιας ελίτ, αλλά πλήττονται και οι ίδιοι από τις πολιτικές που εφαρμόζονται, δέχονται να στραφούν ενάντια στους γείτονες, αδέρφια, συνανθρώπους τους ώστε «να μη χάσουν τη δουλειά τους», ξεχνώντας φυσικά ποιός πληρώνει τη «δουλειά τους». Η απρόκλητη επίθεση εκ μέρους της Αστυνομίας σε πάρα πολλές διαδηλώσεις, αλλά και η πρόσφατη στάση των δυνάμεων καταστολής σε άλλες περιπτώσεις ανά την υφήλιο, όπως στις Η.Π.Α., στην Ισπανία, στη Βρετανία, στην Αίγυπτο κ.α., μας δίνουν μια εικόνα περί του τι πρόκειται να αντιμετωπίσουμε όταν πραγματικά απειλήσουμε τη δικτατορία της σιωπής. Αν, λοιπόν, κάποιος ελπίζει σε μια ουσιαστική ανατροπή, δίχως ν’ αντιλαμβάνεται την ανάγκη ύπαρξης ενός σχεδίου διαχείρισης των κατασταλτικών μηχανισμών, είτε δεν αντιμετωπίζει την σημερινή κατάσταση ρεαλιστικά είτε εύχεται να έρθει η ανατροπή αλλά χωρίς τη δική του βοήθεια…

Τη στάση της πολιτικής ηγεσίας;

Νομίζει κανείς ότι ξεχάσαμε τη στάση της πολιτικής ηγεσίας καθ’ όλη την διάρκεια της τελευταίας αυτής διετίας, όπου η εξαθλίωση κάθε μέρα όλο και βαθαίνει περισσότερο; Νομίζουν πως θα ξεχάσουμε πως όταν την ίδια ώρα οι αντιπρόσωποι της φιλελεύθερης ολιγαρχίας συνεδρίαζαν με τους ευρωκράτες, συκοφαντούσαν και λοιδορούσαν έναν ολόκληρο λαό, στρουθοκαμηλίζοντας πως το πρόβλημα δεν είναι το ίδιο το σάπιο κατεστημένο στο οποίο επένδυσαν χρόνια τώρα ή οι κομπίνες που συστηματικά σκάρωναν προκειμένου να εντάξουν την χώρα ολόκληρη στο Ευρωπαϊκό μαντρί και πως δεν φταίνε οι ίδιοι αλλά ένας «ολόκληρος λαός, τεμπέλης και ανεύθυνος»;

Βέβαια, δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε και τα δικά μας λάθη. Η ανοχή που δείξαμε στο καθεστώς των πελατειακών σχέσεων και της διαφθοράς και η συνεχόμενή του διαιώνιση και συντήρησή του τόσο με την επανεκλογή των ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Ν.Δ. κάθε μια οκταετία/τετραετία όσο και με βάση τη δική μας νοοτροπία, με σκοπό και μόνο το προσωπικό μας συμφέρον (ενώ παράλληλα γνωρίζαμε πως κρατούμε μια ανέντιμη, κοινωνικά, στάση) αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα σφάλματά μας. Και φυσικά, η αυτοκριτική αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να προχωρήσει κανείς μπροστά. Όμως σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να καταστεί αυτομαστίγωμα. Έτσι και πάλι, οι τάσεις ατομικισμού που καλλιεργήθηκαν και εδραιώθηκαν εντός της Ελληνικής κοινωνίας θα πρέπει να εξηγηθούν με βάση τον κυρίαρχο αξιακό της κώδικα. [2]

Τη στάση των πολιτικών στις ψηφοφορίες;

Βλέπουμε τους πολιτικούς να βασίζονται στην αποδεδειγμένα κακή μνήμη των ψηφοφόρων και να αυτοπροσδιορίζονται κάθε φορά ως νέοι «σωτήρες», ως «αντιρρησίες» ή και «αντιεξουσιαστές»…, ως «υπερασπιστές του λαού», προσποιούμενοι τάχα πως μάχονται κατά της κατάλυσης της «εθνικής κυριαρχίας» (φράση που τελευταία ακούγεται από όσους πιστεύουν πως η αναφορά στην εθνική ενότητα ίσως καταστείλει προσωρινά τη συσσωρευμένη κοινωνική οργή). Θεωρούν, μάλλον, πως ξεχάσαμε για μια ακόμη φορά… Θεωρούν πως ξεχάσαμε τον τρόπο λειτουργίας της κοινοβουλευτικής «δημοκρατίας»• θεωρούν πως η γελοία προπαγάνδα που έγινε μέσω των ΜΜΕ και η οποία στόχευε στην ανάληψη συλλογικής ευθύνης για τη σημερινή κατάσταση, έγινε ευρέως αποδεκτή από την κοινωνία και πως, όσα εγκληματικά νομοθετήματα ψήφισαν μέχρι σήμερα, δεν έχουν καταγραφεί στη συλλογική μνήμη. Με λίγα λόγια, προφανώς οι επαγγελματίες πολιτικοί, μας θεωρούν… μακάκες. Βλέπουν τον λαό ως εχθρό τους και τον υποτιμούν, πιστεύοντας πως αν κατάφεραν να τον εξαπατήσουν μερικές φορές, θα μπορούν να τον εξαπατούν για πάντα. Είναι τόσο αποκομμένοι από την κοινωνία, τόσο υπερόπτες και τόσο νάρκισσοι που φαίνεται πως έχουν την πεποίθηση ότι μπορούν να τα κάνουν όλα και είναι ικανοποιημένοι από τον εαυτό τους. Εμείς ρωτάμε: αυτόν που ικανοποιείται μόνος του, πώς τον λέει ο λαός;

Τη στάση που κράτησε η αριστερά την 20η Οκτωβρίου 2011;

Η αντιδραστική στάση του ΠΑΜΕ (περιφρούρηση της Βουλής) στην μεγαλειώδη πορεία της 20ης Οκτώβρη ήταν κατά κάποιον τρόπο αναμενόμενη. Το ΚΚΕ, πιστό στο Σταλινικό του προσανατολισμό και δογματικό όπως πάντα, πόνταρε σε πολιτικά οφέλη επιχειρώντας να δημιουργήσει με την στάση του μία κατάσταση τέτοια που θα του έδινε το δικαίωνα να έρθει εκ των υστέρων και να μιλήσει για «προβοκάτσια» των «γνωστών-αγνώστων» προκειμένου να αναβαπτισθεί (με τις ευλογίες και των καθεστωτικών ΜΜΕ) σε περιφρουρητή των «φιλήσυχων πολιτών», σε εγγυητή της ομαλότητας και, κατ’ ακολουθίαν, να αποδείξει ότι πρόκειται για μια δύναμη άξια εμπιστοσύνης στο εκλογικό παιχνίδι: και επαναστάτες και νομοταγείς. Ένας σωστός πολιτικός σχηματισμός που μάχεται για τον σοσιαλισμό και μάλιστα, όχι μόνο σεβόμενος τον Κοινοβουλευτισμό και την αντιπροσωπευτική «δημοκρατία», αλλά και προστατεύοντας τους θεσμούς που με μένος καταγγέλλει και υποτίθεται πως θέλει να αντικαταστήσει με άλλους, «σοσιαλιστικούς». Έτσι θα αποτίνασε και τη ρετσινιά που η κοινωνία είχε αρχίσει να του αποδίδει πως δρα διασπαστικά με τον ακατανόητο απομονωτισμό του. Το πραγματικό πρόσωπο και ο ρόλος του ΚΚΕ όμως αποκαλύφθηκαν. Τα συνθήματα στην πλατεία Συντάγματος «ΚΚΕ, το κόμμα σου χαφιέ» δεν τα φώναζαν μόνο αναρχικοί. Τί θα μπορούσε να συμβεί άραγε, αν όλοι αυτοί οι κρανοφόροι, είχαν στα χέρια τους όπλα και χημικά, όπως ακριβώς και τα ΜΑΤ και το ΚΚΕ βρίσκονταν στην εξουσία; Προφανώς θα ζούσαμε άλλη μια κτηνώδη καταστολή, σαν αυτήν που επιχείρησε το καθεστώς Τσαουσέσκου στην Ρουμανία, σαν την επέμβαση του Σοβιετικού Στρατού στην Ουγγαρία που συνέτριψε την επανάσταση, σαν την καταστολή στην Ανατολική Γερμανία το 1956 που βάφτηκε στο αίμα. Νομίζουν πως ξεχάσαμε ότι τα Λενινιστικά μορφώματα όπου αναρριχήθηκαν στην εξουσία οδήγησαν σε γενοκτονίες και λιμούς;

Απογοητευτική για ακόμα μια φορά ήταν όμως και η στάση των υπόλοιπων κομμάτων της Σταλινικής και μή Αριστεράς – κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής. Μέσω της διακριτικής άρνησής της να ασκήσει κριτική στη στάση του ΠΑΜΕ και των μπάτσων του και στην προσπάθειά της να μην αφήσει κανέναν στεναχωρημένο, δεν πήρε (δημόσια τουλάχιστον) σαφή θέση, αναπαράγοντας έτσι έμμεσα την συνωμοσιολογική μόδα και τον ελληνικό ανορθολογισμό περί «παρακρατικών», «κουκουλοφόρων» και «πρακτόρων της υπερεθνικής ελίτ», ευθυγραμιζόμμενη πλήρως με την άκρα δεξιά.

Τη στάση των εργοδοτών απέναντι στους εργαζομένους;

Αν η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο είναι μια πανάρχαιη ιστορία, αν η μισθωτή σκλαβιά ταυτίζεται με την επικράτηση του καπιταλισμού, αν η ιστορία της εργασίας μπορεί να συμπυκνωθεί στη φράση «ποιός έκανε τ’ αφεντικά τόσο χοντρά;», τότε σίγουρα αυτό που θα μείνει στην ιστορία από την εποχή του Νεοφιλελευθερισμού είναι η πλήρης απαξίωση της εργασίας. Η «εξαρτημένη εργασία» μετατρέπεται σε σύμβαση έργου, ο μισθωτός σε συνεργάτη, ο μισθός σε αμοιβή, το μεροκάματο αποκαλείται πια υπηρεσία… Ο καταναγκασμός σε περισσότερη εργασία που χαρακτήριζε το παρελθόν, αντιστράφηκε σε απειλή μόνιμης ανεργίας.

Οι εργοδότες που πάντα πλούτιζαν στις πλάτες των εργαζομένων, τώρα μεταφέρουν τη δική τους κρίση και πάλι στις ίδιες πλάτες. Οι εργαζόμενοι (εργάτες, αγρότες, δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι, αυτοαπασχολούμενοι κάθε είδους κλπ.) δουλεύοντας χρεώνονται περισσότερο και μη δουλεύοντας λιμοκτονούν. Η εργοδοσία που κάποτε έκλεβε ένσημα και υπερωρίες, σήμερα, επικαλούμενη την κρίση, προβαίνει σε εκβιαστικές μειώσεις αποδοχών και απολύσεις χωρίς αποζημιώσεις. Και το κράτος ζητά όλο και μεγαλύτερες εισφορές για ένα ασφαλιστικό σύστημα που το ίδιο κατέλυσε εντελώς.

Οι εργοδότες, νόμιμοι ή παράνομοι εκμεταλλευτές του σώματος και του πνεύματος όσων εξαναγκάζονται να πουλήσουν ολόκληρη την ύπαρξή τους για να ζήσουν, δεν θ’ αλλάξουν ποτέ. Είναι το ίδιο άπληστοι όπως πάντα. Έτοιμοι να βιάσουν, μεταφορικά και κυριολεκτικά, όλους όσους θεωρούν ότι γεννήθηκαν για να τους εξυπηρετούν. Έχουν πια την ψευδαίσθηση πως το χρήμα γεννάει χρήμα και ξεχνούν ή παριστάνουν πως ξεχνούν ότι τον πλούτο τον δημιούργησαν οι σύγχρονοι σκλάβοι-βιοποριστές.

Πώς είναι δυνατό να ξεχάσουμε αυτούς που μας αντιμετωπίζουν σαν αναλώσιμα όντα; Αυτούς που μετέτρεψαν όλη την κοινωνία σε μία Κούνεβα; Και πως είναι δυνατό να πιστεύουν ότι θα μας πείσουν ότι πρέπει να δουλέψουμε σκληρά (εμείς) για να βγουν (αυτοί) από την κρίση; Καλύτερα να μην δουλεύει πια κανείς. Αν η δουλειά ήταν έως σήμερα ντροπή, από εδώ και στο εξής είναι και ηλιθιότητα. Ο εργάτης, αν έως τώρα όφειλε να πάψει να θέλει να είναι εργάτης και να χειραφετηθεί, από εδώ και στο εξής πρέπει να απαιτήσει να είναι τεμπέλης. Αν είναι να πεθάνεις από την πείνα, καλύτερα να πεθάνεις ξεκούραστος. Η εργοδοσία, αφού δεν έχει πλέον ανάγκη από σκλάβους, σίγουρα θα βρει τον τρόπο να επιβιώσει με τη δική της σκληρή δουλειά… Εύκολο να κοπανάς αέρα όλη την ημέρα. Δύσκολο όμως να ζήσεις τρώγοντας κοπανιστό αέρα.

Τη στάση των φασιστών απέναντι σε μετανάστες και αγανακτισμένους;

Το να είσαι εξαθλιωμένος δεν είναι ντροπή. Το να ψάχνεις για κάποιον που θεωρείς πιο αδύναμο για να ξεσπάσεις επάνω του, διοχετεύοντας εκεί όλη την οργή σου είναι όμως αποκρουστικό και ασυγχώρητο. Ασυγχώρητο είναι επίσης να υπονομεύεις και αυτούς που αγωνιζόμενοι στο δρόμο χωρίς να προσδοκούν κανένα προσωπικό όφελος, διεκδικούν κάτι καλύτερο για όλους τους εξαθλιωμένους. Πόσο τραγικό είναι να εχθρεύεται κανείς τον αδελφό του και να υιοθετεί ένα όνειρο που δεν θα μπορέσει ποτέ να γίνει καν δικό του όνειρο! Το μίσος για τους μετανάστες και τους ντόπιους κοινωνικούς αγωνιστές, όσο περισσότερο αλλόκοτο φαίνεται τόσο πιο δύσκολα μπορεί να περάσει απαρατήρητο.

Τους «ανθρώπους» που ζουν στα υπόγεια των μεγαλουπόλεων ή σε επαρχιακά χαμόσπιτα, χωρίς μέλλον και χωρίς ελπίδα, χωρίς διάθεση για ζωή και χωρίς θέληση για σκέψη, αυτούς που εκτονώνονται μαχαιρώνοντας, λυντσάροντας, βιάζοντας ή σέρνοντας με μοτοσικλέτες κάποιους άλλους ανθρώπους που βρέθηκαν εδώ μέσα στην απελπισία τους, πιστεύοντας πως τουλάχιστον θα κατάφερναν να επιβιώσουν, δεν θα τους ξεχάσουμε στιγμή. Ανόητοι ή καθάρματα ή και τα δύο μαζί, μας είναι αδιάφορο. Μπορούμε να βοηθάμε όποιον είναι σε ανάγκη, έλληνα ή μετανάστη και αυτό θα κάνουμε.

Την οργή μας κατά των φασιστών θα την κοντρολάρουμε έτσι ώστε να μην γίνουμε σαν κι αυτούς. Δεν θα τους κρεμάσουμε, αλλά θα αμυνθούμε όπου κι αν τους βρούμε και θα υπερασπίσουμε οποιονδήποτε απειλείται από ανθρώπους αυτού του φυράματος. Τώρα, που χάνουν ακόμα και τα λίγα που είχαν, έχοντας απομείνει ολόγυμνοι απέναντι στο παράλογο μίσος τους, εμείς θα τους ευχηθούμε καλή τύχη στις νέες τους πατρίδες, εκεί που θα πάνε κι αυτοί με τη σειρά τους για ένα κομμάτι ψωμί, εκεί που θα προσπαθήσουν να ζήσουν πουλώντας τον Παρθενώνα σε μπρελόκ, καθαρίζοντας τουαλέτες, μαζεύοντας τροπικούς καρπούς ή εκδιδόμενοι σε εξωτικά μπουρδέλα. Και όσοι δεν ξενιτευτούν, ας θυμούνται καθημερινά πως δεν πρόκειται να τους ξεχάσουμε ούτε μισή στιγμή.
_____________________________________
[1] Στο σημείο αυτό θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε το εξής: Σε καμία περίπτωση δεν επιδιώκουμε την φυσική εξόντωση των «μπάτσων» ή των αφεντικών τους που οι ίδιοι φυλάνε. Επιδιώκουμε τον μετασχηματισμό τόσο αυτών, όσο και της ίδιας κοινωνίας και των θεσμών της που ακόμα βασίζονται σε αξίες απόλυτης ετερονομίας και εξάρτησης από την σιδερένια πειθαρχία της ποινικής καταστολής, προς μια κατεύθυνση αυτονομίας. Μια αυτόνομη κοινωνία θα μπορεί ν’ αμφισβητεί τους υπάρχοντες θεσμούς και τις κυρίαρχες της αξίες, θα είναι ικανή ν’ αντιμετωπίζει το κάθε μέλος της ισόνομα μεταξύ των άλλων, αλλά και ως ξεχωριστή προσωπικότητα, και, ταυτόχρονα, θα προβάλλει την ισότητα, την ισοπολιτεία και την ανθρώπινη δημιουργία, αποβάλλοντας, τέλος, κάθε ταμπού και τοτέμ.

[2] Εντός, λοιπόν, της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας (συμπεριλαμβανομένης και της Ελληνικής) ο εγκλεισμός του ατόμου στην ιδιωτική του σφαίρα και ο απομονωτισμός, σε συνδυασμό με την έλλειψη νοήματος, οδηγούν ταυτολογικά το άτομο στην υπερκατανάλωση: «Ο σημερινός δυτικός άνθρωπος», με βάση τον Κορνήλιο Καστοριάδη (σ.13-14)*, είναι ένα άτομο περιορισμένο στην ιδιωτική του σφαίρα που «προσπαθεί με τα διάφορα καταναλωτικά “αγαθά” να συγκαλύψει την έλλειψη κάθε νοήματος αναφορικά με τη ζωή και τη θνητότητά του καταναλώνοντας». Έτσι, ο υπερκαταναλωτισμός και η τεράστια σπατάλη δεν ισχύει μόνο για την Ελληνική περίπτωση αλλά επίσης (και κυρίως) για τις Η.Π.Α., από όπου ξεκίνησε η οικονομική κρίση (το 2008). Σίγουρα, η Ελληνική κοινωνία διέπεται από έναν κατάφωρο ανορθολογισμό μιας και, στην ουσία, αποτελεί χώρα που δεν έχει καμία σχέση πολιτισμικά με αυτές της υπόλοιπης Ευρωπαϊκής παράδοσης. Όμως, το καπιταλιστικό φαντασιακό κυριαρχεί παντού. Και το σύστημα αυτό δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται μόνο ως οικονομικό, αλλά και κυρίως ως σύστημα αξιών, που οδήγησαν στο χάος αυτό που βιώνουμε σήμερα.

Υπάρχει επίσης ένα άλλο, όμως, θέμα εδώ: οι αντικειμενικές αντιθέσεις του καπιταλισμού. Ακόμη και κάτω από το πιο ιδανικό α-ιστορικό και α-κοινωνικό σενάριο, όπου ο καθένας θα ενεργεί κατά 100% ως ορθολογικός παραγωγός/καταναλωτής, μια παρόμοια οικονομική κρίση δεν θα μπορούσε να αποφευχθεί μιας και η αρχική συσσώρευση του κεφαλαίου δεν ήταν το αποτέλεσμα ορθολογικών κινήσεων, αλλά, κυρίως, εκβιασμών, κυριαρχίας και πολιτικής ανισότητας. Αυτήν την κατάσταση είναι στο χέρι μας να την αλλάξουμε. Η ιστορία γράφεται από εμάς τους ίδιους και μόνο εμάς!

* Κορνήλιος Καστοριάδης, Είμαστε Υπεύθυνοι για την Ιστορία μας, Πόλις, Αθήνα 2001.

Συγγραφή: Efor, Julien Febvre, Ian Delta

Shortlink: http://wp.me/p1eFQy-SF

Gallery | This entry was posted in Politics, Society and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s