Το μεγάλο κόλπο με τους τεχνοκράτες

Η ιστορία είναι κάπως παλιά. Οχι πολύ, είκοσι πέντε με τριάντα χρόνια. Η μνήμη, όμως, εξασθενεί με το πέρασμα των χρόνων και την ανάπτυξη της τεχνολογίας.

Οι άνθρωποι νιώθουν πως δεν χρειάζεται να θυμούνται. Η τεχνολογία προσφέρει πλέον τα μέσα που διαθέτουν τεράστια χωρητικότητα, όπου μπορούμε να αποθηκεύσουμε τα πάντα. Αυτό μας κάνει να νιώθουμε πολύ πιο σίγουροι για τις αναμνήσεις μας ειδικά και για τη μνήμη γενικότερα. Φανταστείτε τις δυνατότητες ενός παλιού φωτογραφικού άλμπουμ κι εκείνες που έχει ένα μικρό φορητό «στικάκι» των 16 GB. Βέβαια, ελάχιστοι γνωρίζουν τι και πώς αξίζει ή πρέπει να αποθηκευθεί. Η εκτίμηση τούτη αποτελεί αντικείμενο μιας άλλης συζήτησης που δεν είναι της παρούσης, αλλά επιβεβαιώνει ότι ξεχνάμε, πολλές φορές, ουσιώδη πράγματα, επειδή νομίζουμε ότι κάποιος θα τα θυμάται. Και έτσι συμβαίνει σε κάποιες περιπτώσεις. Το πρόβλημα ανακύπτει όταν δεν γνωρίζουμε πώς να βρούμε αυτόν τον κάποιο.

Ας πούμε, θυμάται κανείς κάποιον κύριο Χανς Τιτμάγερ; Που είχε διατελέσει διοικητής της Bundesbank την εποχή που το τραπεζικό σύστημα της Ευρώπης δημιουργούσε το ευρώ και οι πολιτικοί νόμιζαν ότι εκείνοι ήταν που «έτρεχαν» τις διαδικασίες; Ο συμπαθής αυτός τύπος («συμπαθής» στο κεφάλαιο και τις αγορές) είχε δηλώσει ότι «οι κυβερνήσεις της Ευρώπης επέλεξαν επιτέλους τον δρόμο της παραίτησης από τις θεμελιώδεις εξουσίες λήψης αποφάσεων, μεταβιβάζοντάς τες στους «νομισματικούς εμπειρογνώμονες»».

Πρόκειται για μία πολιτική που προκρίνει το «μόνιμο δημοψήφισμα των παγκόσμιων αγορών σε σχέση με το πιο αυτονόητο δημοψήφισμα της κάλπης, στο οποίο οι «νομισματικοί εμπειρογνώμονες» είναι αναρμόδιοι». Και γιατί δήλωσε αυτά τα πράγματα, τότε, ο Τιτμάγερ; Μα γιατί η γέννηση του ενιαίου νομίσματος θεσμοθετούσε την απόλυτη εξουσία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία στην καινούργια -τότε- ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική (ωραία φράση που καμουφλάρει μια χαρά τον ανθρωποφαγικό χαρακτήρα του σύγχρονου χρηματοπιστωτικού συστήματος) αποκτούσε το δικαίωμα να μη λογοδοτεί πουθενά και σε κανέναν. Το κυριότερο. Η διεύθυνσή της περνούσε στα χέρια «τεχνοκρατών».

Οι τεχνοκράτες, λοιπόν, είχαν έναν δικό τους τρόπο ανάγνωσης της πραγματικότητας και παράλληλα θεωρούσαν τους πολιτικούς «ανώριμους» να χειριστούν τα ζητήματα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, η οποία είχε γίνει εξαιρετικά πολύπλοκη. Η οικονομία είχε -επιτέλους- υποτάξει την πολιτική. Και οι τεχνοκράτες που εξυπηρετούσαν τον βασικό στόχο του κεφαλαίου, που ήταν η συσσώρευση πλούτου, ήξεραν πως εκείνο που έπρεπε πρώτα από όλα να ελέγξουν ήταν οι κεντρικές τράπεζες. Τα κέντρα έκδοσης και κυκλοφορίας του χρήματος.

Οι κεντρικές τράπεζες

Tο ζήτημα του ελέγχου των κεντρικών τραπεζών με τη θεσμοθέτηση της «ανεξαρτησίας» τους, της δυνατότητάς τους δηλαδή να μην ελέγχονται από τους πολιτικούς, από τις κυβερνήσεις δηλαδή, ήταν από τους στρατηγικούς στόχους του νεοφιλελευθερισμού, που δεν ενδιαφερόταν για τα συμφέροντα κρατών και πολιτών. Μόνο για τα συμφέροντα του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου (που έχει το ταλέντο να γεννά «φούσκες» τις οποίες, όταν σκάσουν, ξέρουμε ποιοι τις πληρώνουν) και των επιχειρήσεων.

Πριν από κάμποσο καιρό οι «Times» της Νέας Υόρκης αναρωτιόνταν «μήπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μοιάζει με τον πυροσβέστη που αφήνει το σπίτι να καεί για να μάθει τα παιδιά να μην παίζουν με τα σπίρτα;». Αν θυμηθεί κάποιος το άρθρο 123 της συνθήκης της Λισσαβώνας, θα καταλάβει ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει στόχο να εξυπηρετεί τις τράπεζες και όχι τις κυβερνήσεις. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο οι τράπεζες μπορούν να δανείζονται από την ΕΚΤ με το επιτόκιο του 1,23%, ενώ τα κράτη πρέπει να αποτανθούν στους τοκογλύφους των αγορών.

Η αυτονομία των κεντρικών τραπεζών ήταν ένας βασικός άξονας των πολιτικών που επέβαλαν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και άλλοι διεθνείς οργανισμοί από τη δεκαετία του 1990 στη Χιλή, την Αργεντινή, τη Βενεζουέλα και το Μεξικό, με το επιχείρημα πως η νομισματική πολιτική είναι μια διαδικασία κυρίως τεχνική, η οποία πρέπει να αποσπαστεί από την πολιτική οικονομία των χωρών και να ανατεθεί σε τεχνοκράτες. Οι συνέπειες αυτής της πολιτικής είναι σήμερα γνωστές στη Λατινική Αμερική, με κορύφωση τη χρεοκοπία της Αργεντινής το 2001.

Μήπως να το αλλάξουμε το έργο;

H Αργεντινή κατάλαβε ότι η αποστολή τής κεντρικής τράπεζας δεν μπορεί να είναι μόνο η νομισματική σταθερότητα, αλλά και η «οικονομική ανάπτυξη με κοινωνική δικαιοσύνη, η απασχόληση και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα», όπως σημείωνε σε ένα πρόσφατο σημείωμά του ο Ρούσος Βρανάς στα «ΝΕΑ». Το παράδειγμα της Αργεντινής ακολούθησαν κι άλλες χώρες της Λ. Αμερικής, που έδωσαν τον έλεγχο των Κεντρικών Τραπεζών στις κυβερνήσεις. Με την υπαγωγή της κεντρικής τράπεζας της χώρας στην πολιτική εξουσία, η κυριαρχία της πολιτικής οικονομίας επιστρέφει στο κράτος, που ξαναπαίρνει στα χέρια του εκείνα ακριβώς τα εργαλεία τα οποία είναι απαραίτητα για τον σχεδιασμό μιας αναπτυξιακής στρατηγικής. Με αυτόν τον τρόπο ο πλούτος που παράγουν οι εργαζόμενοι δεν πέφτει σε πηγάδια απληστίας και ο κοινωνικός χαρακτήρας του κράτους διαφυλάσσεται.

Χρίστος Χαραλαμπόπουλος

__________________________________________________________

Shortlink: http://wp.me/p1eFQy-1fD

Gallery | This entry was posted in Bankers, Capitalism, Economy and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s