Το Προεκλογικό Μούδιασμα

Έχοντας ήδη προσπεράσει μια εκλογική διαδικασία, κατά την οποία δεν αναδείχθηκε κάποια κυβέρνηση, βρισκόμαστε και πάλι στις τελευταίες δύο εβδομάδες ενός εκλογικού παζαριού, κατά τις οποίες τα ΜΜΕ δείχνουν ανίσχυρα να προωθήσουν τα πολιτικά κόμματα που ξεκάθαρα λειτουργούν ως φερέφωνα των αγορών και των τραπεζών. Τα κόμματα αυτά αδυνατούν να καταθέσουν έστω και μία πρόταση που ν’ αποτελεί ειλικρινή και λογική συνέχεια του πρότερου κοινοβουλευτικού τους βίου και το ολοένα και πιο διάσημο σχήμα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. μοιάζει ν’ αποτελεί από τη μία όχημα ελπίδας για μεγάλο μέρος του κόσμου, μια κοινωνική απάντηση στην οικονομική, πολιτική και κοινωνική τρομοκρατία, και από την άλλη, πιθανότατα, ένα κατ’ όνομα φιλολαϊκό κόμμα που θα καταφέρει να εφαρμόσει χωρίς πολλές αντιδράσεις σκληρά μέτρα, χάριν της δημοσιονομικής πειθαρχίας που επιβάλλει η Νεοφιλελεύθερη πολιτική και η διάσωση του καπιταλιστικού καζίνο.

Στην πραγματικότητα, ανεξαρτήτως του αν όσα προγραμματικά λέει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι ορθά ή θα εφαρμοστούν, η εναντίωση του στο μνημόνιο, ένα διεθνές σύμφωνο στο οποίο συλλογικά έχουμε αποδώσει κάθε ευθύνη για τα δεινά στα οποία έχει περιέλθει η χώρα, τον καθιστά αυτομάτως εκφραστή όλου εκείνου του κομματιού της κοινωνίας που έχει πληγεί σε ανυπολόγιστο βαθμό από τα μέτρα λιτότητας και προβλέπει ότι με την εφαρμογή της νέας συμφωνίας θα πληγεί ακόμη περισσότερο. Φυσικά, με την τρομολαγνία που έχει κυριεύσει τα -κράτος εν κράτει- εγχώρια και κυρίως ξένα ΜΜΕ, κάθε από μέρους τους κριτική στο πρόγραμμα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ακυρώνεται αυτομάτως, ακόμη κι αν είναι επί μέρους βάσιμη ή εύλογη, αφού όλες οι τηλεπερσόνες-δημοσιογράφοι κατάφεραν να απωλέσουν την αξιοπιστία τους, εδώ και αρκετά χρόνια, εκτελώντας αδιαμαρτύρητα και ενάντια σε κάθε δεοντολογία και ηθική τις εντολές των διαπλεκόμενων εργοδοτών-χρηματοδοτών τους. Μήπως δεν ήταν οι απαξιωτικές δηλώσεις της Λαγκάρντ που έδωσαν δύο με τρεις επιπλέον μονάδες στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α, ή τα επικριτικά και εντελώς αβάσιμα άρθρα διαφόρων Νεοφιλελεύθερων κρετίνων στο Spiegel και την Bild που προξενούν αντιδράσεις και δυσαρέσκεια στους Έλληνες πολίτες – δυσαρέσκεια που θα εκφραστεί (κυρίως) μέσω της αριστερής ψήφου;

Οι ίδιοι οι καθεστωτικοί σαλτιμπάγκοι δημοσιογράφοι κατάφεραν το εξής: καθετί το οποίο υπερασπίζονται να είναι στα μάτια μεγάλου μέρους της κοινωνίας συστημικό και διαπλεκόμενο και καθετί το οποίο πολεμούν να μοιάζει αντισυστημικό, άρα και θετικό. Το φαινόμενο αυτό, όμως, έχει και αρνητικές συνέπειες, καθώς δεν συμβάλει πάντα στο να εκδηλωθεί αυτού του είδους η «αντισυστημικότητα» μέσα από κάποια αντικαπιταλιστική δράση. Έτσι ο, χωρίς όρια εθνικιστής και λαϊκιστής, Στέφανος Χίος φαντάζει για ένα μέρος του κόσμου έγκυρος δημοσιογράφος, ο νεοναζί τραμπούκος Κασιδιάρης μοιάζει μάγκας επειδή «την είπε», παίζοντας το βλακώδες επικοινωνιακό παιχνίδι του, στον γνωστό παπαγάλο του Mega, και η Κανέλλη φαίνεται σαν αγνή κομουνίστρια επαναστάτρια «που λέει πάντα την αλήθεια» (χωρίς φυσικά να θέλουμε να συνδέσουμε σε καμία περίπτωση τα τρία αυτά πρόσωπα). Αποτέλεσμα αυτής της κωμικοτραγικής κατάστασης είναι να επικρατεί ένα επικοινωνιακό κομφούζιο έτσι ώστε καθένας να μπορεί να πιστεύει όποια εκδοχή της είδησης ταιριάζει στις στερεοτυπικές του ιδέες, και όπου η πολιτική αντιπαράθεση γίνεται σε επίπεδο συκοφαντίας και αισχρής ψευδολογίας (όπως οι δύο συνεχόμενες πλαστές «αποκαλύψεις» του Άδωνι). Μιλούν όλοι μαζί αλλά παράλληλα (μερικές φορές και παραληρητικά) χωρίς κανείς ποτέ να λέει κάτι.

Η 7η Μαΐου και ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α

Την 7η του Μάη, μόλις λίγες ώρες αφότου έκλεισαν οι κάλπες ο πρόεδρος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α, Αλέξης Τσίπρας, δήλωσε πως η εκτόξευση των ποσοστών του κόμματός του ήταν μια ειρηνική επανάσταση, όπου οι δυνάμεις του μνημονίου ηττήθηκαν αφού οι ψηφοφόροι έστρεψαν το ενδιαφέρον τους προς τ’ αριστερά και γενικά προς τα αντι-μνημονιακά κόμματα. Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α όμως κάθε άλλο παρά επαναστατικό κόμμα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Εμφανίζεται σαν μια πολλά υποσχόμενη δύναμη στον χώρο της Ελληνικής πολιτικής σκηνής που, κατά βάση, αναδεικνύει ένα καθαρά σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα το οποίο, παρά το ότι δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση πολιτική ριζικής ανατροπής, έχει ωστόσο αρκετά θετικά στοιχεία που οφείλουμε να χαιρετήσουμε (π.χ. η εξαγγελία κατάργησης των ΜΑΤ-ΥΜΕΤ, ο αφοπλισμός της αστυνομίας κατά την διάρκεια διαδηλώσεων και η απαγόρευση χημικών αποτελούν σοβαρές ενδείξεις μιας πρόθεσης εκδημοκρατισμού του κράτους, παρά τις όποιες ατέλειες όπως π.χ. η μη κατάργηση των ομάδων ΔΙΑΣ και ΔΕΛΤΑ που είναι από τις πιο κατασταλτικές και εχθρικές στην κοινωνία, η μη εκδίωξη της Frontex και η μή κατάργηση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας).

Αναμφισβήτητα η 7η Μαΐου αποτελεί ορόσημο στην μεταπολιτευτική ιστορία της χώρας, καθώς ανετράπη ως ένα βαθμό το κατεστημένο του παλαιού δικομματισμού. Έτσι, εδώ τίθεται το εξής ερώτημα: Μπορούν οι εκλογές να εκφράσουν μια εξέγερση; Η απάντηση είναι πως οι εκλογές μπορούν να εκφράσουν μια αγανάκτηση ή ν’ αντανακλούν μια τάση πόλωσης και ένα πνεύμα εξέγερσης που υπάρχει στην κοινωνία και υποβόσκει τα θεμέλια του σάπιου κατεστημένου.Ακόμα, όμως, και αν ισχυριστεί κανείς ότι οι εκλογές δεν είναι ικανές να οδηγήσουν σε ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό (πράγμα που κατά την άποψή μας αναμφισβήτητα ισχύει), στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτό που αποτυπώθηκε την ημέρα εκείνη ήταν η αποτυχία του καθεστώτος μέσα από τους γνωστούς εκβιασμούς: «είναι ή μνημόνιο ή καταστροφή» (γνωστή φράση του τραγουδιστή Γ.Νταλάρα) να κατευθύνει την κοινωνία να επιλέξει πολιτικά κόμματα που θα υπερασπίζονται τις Νεοφιλελεύθερες πολιτικές άγριας λιτότητας του ΔΝΤ και της Ε.Ε.. Βέβαια, ο σκοπός μιας εξέγερσης που θα οδηγήσει σε επανάσταση είναι η ριζική απελευθέρωσή μας από κάθε είδους καταπιεστική εξουσία, αλλά με στόχο όχι απλά και μόνο την βελτίωση της οικονομικής μας κατάστασης. Πρόκειται για μια μορφή πάλης που αποσκοπεί στην εκ νέου θέσμιση της κοινωνίας πάνω σε πολιτικές βάσεις: στην δημιουργία, δηλαδή, πολιτικών σωμάτων, όπου όλοι οι πολίτες θα μπορούν να συνέρχονται και να συναποφασίζουν μέσα από ανοιχτές συνελεύσεις. Εν ολίγοις, μια επανάσταση θα πρέπει να συμβάλει και στην πολιτικοποίηση των μελών μιας κοινωνίας (πολιτικοποίηση όχι με την κοινοβουλευτική μορφή αλλά κάτω από το πρίσμα της άμεσης δημοκρατίας και της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας) και η μαζική απόρριψη του φαντασιακού της απάθειας και του οικονομισμού.

Τη στιγμή που μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού έχει εναποθέσει της ελπίδες του στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. αγνοείται το γεγονός ότι αριστερά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα – είτε πρόκειται για ριζοσπαστικά όπως το Partido Socialista της Χιλής (με την τεράστια κληρονομιά του ιστορικού ηγέτη Salvador Allende) και τους Sandistas της Νικαράγουα, είτε για πιο μετριοπαθή όπως το Γερμανικό Sozialdemokratische Partei – στάθηκαν ανίκανα να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους, και ακολούθησαν περισσότερο ή λιγότερο τις επιταγές της Νεοφιλελεύθερης πολιτικής. (Ας αναφέρουμε ενδεικτικά, πως στην Βρετανία, το Εργατικό Κόμμα ήταν αυτό που επέβαλε πρώτο δίδακτρα στα πανεπιστήμια, αρχικά γύρω στις 900 λίρες το χρόνο και μετέπειτα 3700 £ και όχι το κόμμα των Συντηρητικών). Έτσι, με βάση τα δεδομένα αυτά, ποια θα είναι η πραγματική σταδιοδρομία της «αριστερής» κυβέρνησης που προωθεί ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.; Αν κρίνουμε από το γεγονός πως δεν προτείνει έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση και μιλά για ανάπτυξη, κατά το πρότυπο της Γαλλικής αριστεράς του Μελανσόν, τότε μάλλον πρόκειται για καπιταλιστικό (μεταρρυθμιστικό) κόμμα, (η οικονομική ανάπτυξη αποτελεί πεμπτουσία του καπιταλισμού). Κάτω από τις παρούσες συνθήκες, όπου οι πολίτες είναι εξαθλιωμένοι από τις περικοπές αλλά και απομακρυσμένοι εδώ και 4 δεκαετίες από κάθε τάση για κοινωνικούς αγώνες, ίσως αυτά που προτείνει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ν’ αποτελούν για την πλειοψηφία της κοινωνίας μια καλή λύση προκειμένου να σταματήσει η πορεία της ολοένα και αυξανόμενης εξαθλίωσης (αποφεύγοντας ταυτόχρονα να έρθει σε ρήξη με το ίδιο της το σκεπτικό σύμφωνα με το οποίο «έχουμε μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία που μπορεί να λειτουργήσει και να ζούμε ανεκτά»), αλλά σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν μονόδρομο ή λύση σε όλα μας τα προβλήματα. Θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι οι τομές που θα χρειαστεί να γίνουν, προκειμένου να επιδιώξουμε τον ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό, πρέπει να στοχεύουν, σ’ ένα μεγάλο βαθμό, στην δημιουργία πολιτικής και πραγματικά δημοκρατικής συνείδησης. Εκεί που οφείλουμε να εστιάσουμε την προσοχή μας και να δράσουμε με υπευθυνότητα δεν είναι το ψευτο-δίλημμα «μνημόνιο ή αντιμνημόνιο» αλλά η έξοδος από την κρίση (που δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά, ταυτόχρονα, και πολιτισμική/αξιακή) μέσω της δημιουργίας αντι-δομών στα πλαίσια της πολιτικής αυτονομίας.

Ο μύθος της Ευρωπαϊκής αλληλεγγύης

Πολλοί αριστεροί, μαζί και αρκετοί ψηφοφόροι ή στελέχη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α, αγνοούν, ή δεν θέλουν να κατανοήσουν, τις πολιτισμικές συγκρούσεις που ταλανίζουν την Ευρώπη αυτή τη στιγμή. Μιλούν για Ευρωπαϊκή αλληλεγγύη προς την Ελλάδα (μάλιστα στην χθεσινή συγκέντρωση στο Μουσείο Μπενάκη ο Αλέξης Τσίπρας μαζί με τον Κώστα Δουζίνα δήλωσαν πως είναι απολύτως αναγκαίο να υπάρξουν πανευρωπαϊκές κινητοποιήσεις αλληλεγγύης προς την Ελλάδα και κυρίως την Ελληνική αριστερά). Κάτι τέτοιο φαντάζει το λιγότερο δύσκολο καθώς στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες το μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού έχει άκρως αρνητική εικόνα για την Ελλάδα (και δεν μιλάμε μόνο για τις χώρες-ατμομηχανές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, αλλά και για την περιφέρεια των P.I.I.G.S [1]). Από τη μια, στις περισσότερες χώρες της Βόρειας Ευρώπης ο Νεοφιλελευθερισμός έχει καταστεί κοινή λογική, το αυτονόητο, και είναι πραγματικά δύσκολο γι’ αυτούς τους ανθρώπους που καθημερινά βομβαρδίζονται από κατευθυνόμενα δελτία ενημέρωσης να αφουγκραστούν και να κατανοήσουν την ελληνική Οδύσσεια. (Nα θυμίσουμε μήπως στους Ευρωπαϊστές συντρόφους που ονειρεύονται την δημοκρατική Ευρώπη των λαών ότι οι παρακάτω χώρες: Ισπανία, Ανδόρα, Λίχτενσταϊν, Βέλγιο, Δανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο, Νορβηγία και Σουηδία έχουν ακόμη βασιλιάδες και βασίλισσες;)

Δεν είναι, όμως, τόσο η προπαγάνδα που καθηλώνει τις μάζες, όσο το γεγονός ότι ο καπιταλισμός «ευημερούσε» σε αυτές τις χώρες για χρόνια, έτσι ο μέσος Γερμανός, Φιλανδός ή Ολλανδός πολίτης μπορούσε να εξασφαλίσει δίχως δυσκολία μια άνετη καταναλωτική ζωή. Από την άλλη, όπως ειπώθηκε και παραπάνω, η κρίση που βιώνουμε είναι ταυτόχρονα και πολιτισμική. Διότι η περιφρόνηση του Νότου και κυρίως της Ελλάδας δεν έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνο με την οικονομία, αλλά και με το γεγονός ότι οι Βορειοευρωπαίοι πάντοτε έβλεπαν με καχυποψία και υπεροψία τους λαούς της Νότιας Ευρώπης (και όσο πιο Ανατολική είναι μια χώρα, όσο πιο κοντά στην Ασία, τόσο το χειρότερο γι’ αυτούς). Η οικονομική κρίση ήταν απλά η αφορμή για να εκφραστεί αυτή η ιδεοληψία των Βορειοευρωπαίων που θεωρούν τους Έλληνες κατώτερο λαό, μια ιδεοληψία που για όσο καιρό η οικονομία ανθούσε δεν εκδηλωνόταν, καθώς κυριαρχούσαν οι γρήγοροι ρυθμοί ανάπτυξης και η κερδοφορία. Το ξέσπασμα της κρίσης, όμως, έγινε αφορμή ώστε το φαντασιακό του κυρίαρχου λευκού του βορρά να βγει στην επιφάνεια. Η απέχθεια των Βόρειων για τους Έλληνες μεγεθύνεται στην θέα των καμμένων αυτοκινήτων και των επεισοδίων κατά την διάρκεια των συγκρούσεων με τις δυνάμεις καταστολής. Κάτι τέτοιο, αποτελεί, σίγουρα, αποτρόπαιο θέαμα για τους σκληροτράχηλους προτεστάντες του «δούλευε και μην ερεύνα». Έτσι λοιπόν, η Ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, πάνω στην οποία ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α προσπαθεί να επενδύσει είναι ανύπαρκτη, με μοναδική εξαίρεση μια μικρή μειοψηφία διανοούμενων και άλλων αριστερών που ελάχιστοι Ευρωπαίοι πολίτες τους παίρνουν στα σοβαρά.

Συνεπώς, αυτό που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως καλύτερη επιλογή, είναι η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση πράγμα που ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α θεωρεί καταστροφή, αλλά αγνοεί το γεγονός πως η Ε.Ε είναι ένα καθαρά αντιδημοκρατικό μόρφωμα, με Νεοφιλελεύθερες βάσεις, αγνοεί και το ενδεχόμενο ότι αν η κυβέρνηση της αριστεράς επιδιώξει διαπραγματεύσεις με τους δανειστές και την Γερμανική κυβέρνηση, η Ελλάδα θα είναι πραγματικά μόνη της, μιας και η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού των χωρών του κέντρου θεωρεί τους Έλληνες υπαίτιους για την κρίση, αναπαράγοντας τα διάφορα ρατσιστικά στερεότυπα των Μέσων Ενημέρωσης, ενώ όταν τα εναλλακτικά δίκτυα διαδίδουν εικόνες φρίκης π.χ. από την καταστολή ή αναφέρονται στις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των Ελλήνων πολιτών, θα νιώθει πως πραγματικά αποδίδεται δικαιοσύνη και πως «οι τεμπέληδες Έλληνες λαμβάνουν αυτό που τους αξίζει». Ως εκ τούτου, προκειμένου να υλοποιηθεί μια πραγματική δημοκρατία στην Ελλάδα, η έξοδος από την Ε.Ε. κρίνεται απαραίτητη. Άλλωστε, δεν υπάρχει και κανένα πολιτισμικό κοινό μεταξύ Ελλάδας και Δύσης. Διαφορετικά, θα πρέπει να υπολογίζουμε σε ντόμινο εξεγέρσεων, αλλά κάτι τέτοιο δεν φαίνεται ακόμα στον ορίζοντα, κυρίως σε ότι αφορά τις χώρες του προτεσταντικού Βορρά (πράγμα που, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι είναι αδύνατο να υπάρξουν αλυσιδωτές μαζικές διαμαρτυρίες και σε αυτές τις χώρες, δεδομένου ότι στον Καναδά οι φοιτητές για πάνω από ένα μήνα βρίσκονται στους δρόμους, ή ότι δεν θα πρέπει να το επιδιώξουμε. Προκειμένου, όμως, να μην καταλήξουν οι κινήσεις μας για κοινωνική αλλαγή σε πανωλεθρία, θα είναι προτιμότερο να ποντάρουμε στα σίγουρα, πράγμα που σημαίνει ότι θα πρέπει να ανεξαρτητοποιηθεί η χώρα από τις δεσμεύσεις της προς την Ε.Ε., και κάτι τέτοιο δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αν δεν γίνει καταγγελία των συμφωνιών που θέτουν την Ελλάδα μέλος του Ευρωπαϊκού καζίνου).

Η αυτονομία στην Ελλάδα

Επιστρέφοντας στην Ελληνική πραγματικότητα, θα πρέπει ν΄ αναγνωρίσουμε και μια θεμελιώδη δυσκολία σε ό,τι αφορά τον ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό προς την κατεύθυνση της αυτονομίας: στην Ελλάδα, η διαλεκτική επανάσταση/παλαιό καθεστώς έχει εθνικιστικές ρίζες (είτε μιλάμε για την κεντροδεξιά πολυκατοικία είτε για την σταλινική ή ρεφορμιστική αριστερά), λόγω της ιστορικής αλλά και πολιτικής κληρονομιάς μας αφού: α) Η Ελλάδα ήταν πάντα χώρα υποτελής και ποτέ ανεξάρτητη, με αποτέλεσμα να είναι βαθιά ριζωμένος ο πόθος για εθνική ανεξαρτησία – γεγονός που (δι)έστρεφε προς ενός είδους περισσότερο ή λιγότερο ιδιόρρυθμο εθνικισμό σχεδόν κάθε πολιτική παράταξη ή τάση. Ανεξαρτησία όχι για χάρη της λαϊκής κυριαρχίας και της δημοκρατίας, αλλά χάριν των χαρακτηριστικών του έθνους καθαυτού. β) Η θέσμιση του νεοελληνικού κράτους δεν βασίστηκε πάνω σε φιλελεύθερες βάσεις, αλλά στις Μεγάλες Ιδέες και στον αλυτρωτισμό. Γι’ αυτόν τον λόγο και όλα τα κόμματα επενδύουν πάνω στην πατριωτική ιδεοληψία «πώς να σώσουμε την πατρίδα», συμπεριλαμβανομένου και του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (ο οποίος πάντως, παρά το γεγονός ότι δεν ξεφεύγει από αυτήν την σοσιαλδημοκρατική πατριωτική τάση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. της δεκαετίας του ’80, είναι το μόνο κόμμα που τόνισε πως το πρόβλημα δεν είναι Ελληνικό, αλλά Ευρωπαϊκό αν όχι παγκόσμιο).

Συνεπώς, θα πρέπει να δημιουργήσουμε μια νέα «τάση» εντός του κοινωνικού κινήματος, μια τάση προς την αυτονομία, παρά να συσσωρεύουμε ερμηνείες επί ερμηνειών για τα εκλογικά αποτελέσματα, να περιμένουμε τον σωστό καπετάνιο που θα οδηγήσει το πλοίο στον προορισμό του είτε να αναπαράγουμε εθνικιστικές ντετερμινιστικές φαντασιώσεις. Αυτό που, ωστόσο, αξίζει να κρατήσουμε από την όλη αυτή ιστορία της 7ης Μαΐου είναι η τάση διεξόδου από την μίζερη πραγματικότητα. Μια έξοδος που, βέβαια, πραγματοποιείται εντός της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α στο ρόλο του καπιταλιστικού (σοσιαλδημοκρατικού) ναυαγοσώστη. Η διάψευση, όμως, των σοσιαλδημοκρατικών και φιλελεύθερων υποσχέσεων, θα μπορούσε να προκαλέσει μια έκρηξη δημιουργίας νέων ιδεών, λειτουργίας οικονομικών αλληλέγγυων δικτύων και στην ουσία ξεπέρασμα της πλαστικής ευημερίας. Στην πραγματικότητα παρατηρείται μια ξηρασία νέων ιδεών και αδυναμία αναθεώρησης των προταγμάτων στα πλαίσια των υπαρκτών αντικειμενικών συνθηκών

Τέλος εποχής;

Η ελληνική κοινωνία όντας παγιδευμένη ανάμεσα σε εκβιαστικά ψευτο-διλήμματα όπως αρχικά το «Μνημόνιο ή (άτακτη) χρεωκοπία» (που έθεταν ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Ν.Δ.), αργότερα «οικουμενική κυβέρνηση ή χάος» (που έθεταν και πάλι οι ίδιοι), «ευρώ ή καταστροφή» (που συνεχίζουν να θέτουν οι ίδιοι) και πλέον «Μνημόνιο ή ΣΥ.ΡΙΖ.Α.» (που θέτει στοχεύοντας σε αυτοδύναμη κυβέρνηση ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.) έχει περιέλθει σε μια κατάσταση μουδιάσματος, ή αλλιώς αναμονής των εξελίξεων. Οι περισσότεροι προφανώς σκεφτόμαστε «τί να διεκδικήσεις από μια υπηρεσιακή κυβέρνηση, σε ποιόν να εναντιωθεί μια γενική απεργία;». Σαν οι κοινωνικές επαναστατικές δράσεις να είναι ένα αλισβερίσι  ανάμεσα σε εξουσιαστές κι εξουσιαζόμενους. Σαν να απαιτείται πάντα ένας άλλος πόλος, σαν η μόνη μορφή κοινωνικού αγώνα να είναι η αντιπαράθεση  σε κάποια εφαρμοζόμενη πολιτική. Όμως, βρισκόμαστε στην ιστορική στιγμή που κρίνονται επαρκείς οι διεκδικήσεις  από το κράτος; Μακριά από κάθε είδους πρινσιπαλισμό, αν κερδίζαμε την ακύρωση της μείωσης μισθών που υπεγράφη τον Φλεβάρη ή αν απλά ακυρωνόταν ένας άλλος άδικος νόμος θα ήμαστε αναμφίβολα ικανοποιημένοι. Αλλά σε ποιό βαθμό; Με άλλα λόγια, συνεχίζουμε να είμαστε στη φάση της άρνησης και του στείρου «όχι στο τάδε» ή είμαστε έτοιμοι, αποφασισμένοι και συνειδητοποιημένοι πως δεν υπάρχει τίποτε να (επανα)διεκδικήσουμε, παρά μόνο να δημιουργήσουμε;

Ακόμη  κι αν κατεβάζαμε τον πήχη, και δεν μιλούσαμε άμεσα για την επιδίωξη μιας κοινωνικής επανάστασης, που θα αναθέσμιζε ουσιαστικά κάθε πτυχή της  ατομικής και συλλογικής μας ζωής, η πιθανότητα κατάρρευσης του πολιτικού και οικονομικού μας συστήματος σαν χάρτινου πύργου δεν φαίνεται πια καθόλου απίθανη. Αν ο κοινοβουλευτισμός απορριφθεί στο φαντασιακό των σύγχρονων ευρωπαϊκών κοινωνιών, με αύξηση της αποχής παντού, όχι τόσο από αδιαφορία, αλλά κυρίως από αποστροφή, ενώ η Ε.Έ έχει εξελιχθεί σε έναν αυταρχικό μηχανισμό που εξυπηρετεί αποκλειστικά τα εταιρικά συμφέροντα και την στιγμή που ολοένα και περισσότερο αναδύονται αντιεξουσιαστικά προτάγματα από κινήματα (ακόμη κι αν υγιώς αποκηρύσσουν την ιδεολογική «καθαρότητα»), φαίνεται πώς έρχεται η στιγμή που θα χρειαστεί, προεχόντως, να αυτοοργανωθούμε συλλογικά, να δημιουργήσουμε τις δομές αυτές που θα  εξασφαλίσουν το ίδιο μερίδιο εξουσίας σε όλους, την ίδια πρόσβαση στα  βασικά αγαθά σε όλους, την όσο δυνατόν μικρότερη σε κόστος μόχθου, ενέργειας και χρόνου, παραγωγή, χωρίς να ρίξουμε το βάρος απαραίτητα σε άμεσα και απροκάλυπτα συγκρουσιακές πρακτικές – τις οποίες ούτως ή άλλως, λίγο – πολύ, ξέρουμε  σε ποιό βαθμό μπορούμε να τις διαχειριστούμε και τι μπορούμε να περιμένουμε απ’ αυτές.

Έχουμε αυτή τη στιγμή πειραματικές, έστω, αντιδομές που θα λειτουργήσουν σαν θεμέλιο σε μια τέτοια περίπτωση ή δειλιάζουμε μπροστά στην πιθανότητα κάποιας αποτυχίας; Έχουμε ανοίξει κοινωνικό διάλογο σχετικά με το τι θέλουμε, πώς μπορούμε να το εφαρμόσουμε ή μιλάμε εμείς για εμάς; Έχουμε εντάξει στα προτάγματα μας τον παράγοντα της αξιοποίησης  της τεχνολογίας προς όφελος του συνόλου των πολιτών; Έχουμε δημιουργήσει δίκτυα παράλληλης δράσης και επικοινωνίας με κινήματα στην  Ευρώπη και τον κόσμο ή νομίζουμε πως είναι προτιμότερο και με μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας να δράσουμε μόνο σε τοπικό επίπεδο; Μεγάλο κομμάτι του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου παραμένει εγκλωβισμένο μέσα στη δική του αδυναμία να έρθει  σ’ επικοινωνία με τον μέσο πολίτη, και μοναδικό του διακύβευμα είναι η παλαιοαριστερίστικη αντίληψη ότι κάποια στιγμή, η όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, νομοτελειακά θα οδηγήσει στην επανάσταση.  Απάντηση, όμως, στα προβλήματα που ταλανίζουν την Ελληνική κοινωνία δεν ζητείται φυσικά μόνο από τους συνειδητοποιημένους  αναρχικούς. Ζητείται από όλους. Και όλοι, έχουμε την  ευθύνη να περάσουμε από την αυτοκριτική, από την αναγνώριση του σημείου  στο οποίο  βρισκόμαστε, στην δράση και την πράξη. Μετά το προεκλογικό μούδιασμα, ένα είναι βέβαιο, πως θα επανέλθει ο πόνος. Ίσως μικρότερος, ίσως μεγαλύτερος. Θα περιοριστούμε, όμως, και πάλι στα παυσίπονα;

[1] Θα έπρεπε να γίνει δημοψήφισμα στην Ελλάδα, δήλωσε ο Ιρλανδός υπουργός Οικονομικών, Μάικλ Νούναν, προκειμένου οι πολίτες να αποφασίσουν για την έξοδο ή μη από την ευρωζώνη. «Ίσως αυτό είναι που χρειάζεται η Ελλάδα», πρόσθεσε. Ωστόσο, ο κ. Νούναν σημειώνει ότι δεν ασκείται πίεση στην Ελλάδα να αποχωρήσει από το ευρώ, τονίζοντας ότι κάτι τέτοιο δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι το εξής: Γιατί οι Ιρλανδοί πολιτικοί κάνουν τέτοιου είδους δηλώσεις; Ξεχνούν πως το χρέος της Ιρλανδίας είναι τρεις φορές μεγαλύτερο από αυτό της Ελλάδας; Προφανώς και δεν το ξεχνούν. Όμως η Ιρλανδία είναι χώρα της Βόρειας Ευρώπης. Έτσι τα στερεότυπα περί «οκνηρής περιφέρειας» δεν αγγίζουν τους Ιρλανδούς, ενώ, σε αντίθεση με την περίπτωση της Ελλάδας, τυγχάνουν την συμπάθεια των Γερμανικών Μέσων Ενημέρωσης που τους κατατάσσουν στους αναξιοπαθούντες. Μπορούν, έτσι, και αναπαράγουν τον Νεοφιλελεύθερο στρουθοκαμηλισμό. Έπειτα, η Ιρλανδία δεν αντιστάθηκε απέναντι στα μέτρα λιτότητας; Απεναντίας, στο πρόσφατο δημοψήφισμα το 60,3% τάχθηκε υπέρ των περικοπών. Και γιατί η Ευρώπη δεν μιλά με σκληρή γλώσσα απέναντι στους Ιρλανδούς που καταψήφισαν την συνθήκη της Λισσαβώνας και αναγκάστηκαν έπειτα να ξαναψηφίσουν προκειμένου να υπερισχύσει το «ΝΑΙ»; Για τον πάρα πολύ απλό λόγο πως η Ιρλανδία ανήκει στον Βορρά, κάτι που για μια ακόμη φορά επιβεβαιώνει ότι η κρίση είναι και πολιτισμική.

Συγγραφή: Efor, Julien Febvre, Ian Delta

__________________________________________________________

Shortlink: http://wp.me/p1eFQy-1mW

Gallery | This entry was posted in Elections, Politics, Society and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Μία απάντηση στο Το Προεκλογικό Μούδιασμα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s