Ήταν Σαββατόβραδο…

Δεκέμβρης του 2008. Εξάρχεια. Δύο αστυνομικοί. Ένας πυροβολισμός. Ένα παιδί νεκρό. Θυμάσαι το όνομά του; Αλέξανδρος. Δεν ήταν ο πρώτος που έπεσε στον δρόμο, από πυρά αστυνομικών. Είχαν προηγηθεί κι άλλοι κατά καιρούς. Έλληνες και μετανάστες. Ο Δεκέμβρης δεν ήταν η απάντηση, έγραψε κάποιος, αλλά η ερώτηση.

Η ερώτηση “σας αρέσει αυτή η ζωή”; Σας αρέσει η αυθαιρεσία του κράτους; Σας αρέσει η νομιμοποίηση και η συνήθεια να αποδεχόμαστε την αστυνομική βαρβαρότητα; Προτιμάτε τις βιτρίνες από τις ζωές; Έχουμε δημοκρατία; Και πως μας επιβάλλεται αυτή η “δημοκρατία”; Πολλά ερωτηματικά, πολλές αγωνίες, μέσα σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που έβραζε και βράζει.

Η δολοφονία του Αλέξανδρου προκάλεσε απίστευτης έντασης και διάρκειας οργή και αντίδραση. Πολλοί για πρώτη φορά αγανάκτησαν και εισέπνευσαν δακρυγόνο. Μεγάλη μερίδα της νεολαίας ριζοσπαστικοποιήθηκε. Θυμάμαι τον επικοινωνιακό πόλεμο των ΜΜΕ, την προσπάθεια που έκαναν να πείσουν τον κόσμο που έμενε κολλημένος στις τηλεοράσεις, ότι ήταν “ατύχημα”. Ότι ο αστυνομικός-τέρας απειλήθηκε και αμύνθηκε. Ότι το ξέσπασμα της καταπιεσμένης κοινωνίας ήταν υποκινούμενο. Βλέπω το βίντεο από το MEGA, που παραποιούσε την πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που αλλοιώθηκε πολλάκις εκείνες τις μέρες.

Πέρασαν 3 χρόνια, αλλά ακόμη δεν έχουμε δώσει απάντηση στο ερώτημα του Δεκέμβρη του 2008. Τότε λέγαμε ότι φταίει η αποβλάκωση, η αποχαύνωση, τα σκουριασμένα μυαλά. Τώρα τι φταίει; Πριν 3 χρόνια, ένα μέρος των πολιτών έκανε πως δεν είδε και δε άκουσε τίποτα. Ήθελε να συνεχίσει κανονικά την ζωή του, να χορεύει τσιφτετέλια και να συνεχίζει την προσπάθεια να “φτιαχτεί”.

Πέρασαν 3 χρόνια, αλλά μερικοί δεν έδωσαν σημασία σε ένα δεκαπεντάχρονο παιδί, αφού ήταν “ταραξίας” και μάλλον… “αναρχικός αφού πήγαινε στα Εξάρχεια”. Δεν είχε τα δικά τους ιδανικά, δεν “καθόταν ήσυχος”. Σκέψεις και λόγια δανεισμένα, αναμασημένα και σίγουρα όχι δικά τους. Όπως δικές τους δεν είναι και οι ζωές. Κι αυτές δανεικές. Τότε δεν άνοιξαν κανένα άλλο παράθυρο στον κόσμο, πέρα από τα γνωστά παράθυρα στον υπολογιστή τους ή τα τηλεπαράθυρα στο χαζοκούτι.

Πριν 3 χρόνια, παντού μύριζε φωτιά. Σήμερα, μέσα σε ακόμη πιο σκοτεινές μέρες, η φωτιά δεν έχει σβήσει, αλλά χρειάζεται νέο καύσιμο για να φουντώσει. Δεν ξέρω αν φταίει ο φόβος. Ίσως μερικοί ξεχνάνε. Ο Αλέξανδρος δεν ήταν ήρωας. Δεν θυσιάστηκε. Δεν έκανε καμία σπουδαία πράξη και δεν εναντιώθηκε στο κράτος.

Όμως, ήταν ως φυσική παρουσία εκεί. Κάτι που πολλοί ίσως αποφεύγουμε, κρυμμένοι στον μικρόκοσμό μας. Το κράτος δεν σκοτώνει κατά τύχη. Δεν σημαίνει ότι ήταν ο Αλέξανδρος ο στόχος. Θα μπορούσε να είναι το παιδί του καθένα. Τα παιδιά ευτυχώς θυμούνται. Το δείχνουν. Είναι υποχρέωση όλων μας να μην ξεχάσουμε. Να μην “μεγαλώσουμε” (εντός ή εκτός εισαγωγικών) απότομα.

cSc

Gallery | This entry was posted in Crime, Society and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s