Οι αναρχικές ρίζες του κινήματος Occupy Wall Street

Άρθρο του αναρχικού καθηγητή ανθρωπολογίας David Graeber στο Goldsmiths University of London που δημοσιεύθηκε αρχικά στο Al-Jazzera στις 30 Νοέμβρη 2011 και μεταφράστηκε από τον Rising Galaxy. Ο Graeber αναλύει ζητήματα που αφορούν το κίνημα των Αγανακτισμένων στις Η.Π.Α ενώ παράλληλα αντιπροτείνει βάσεις και νέου τύπου εξεγερσιακές αναρχικές δομές.

Νέα Υόρκη 

Κάθε φορά, σχεδόν, που μου παίρνει συνέντευξη ένας δημοσιογράφος των κυρίαρχων ΜΜΕ σχετικά με το κίνημα Κατάληψης της Γουόλ Στρήτ (Occupy Wallstreet), ακούω πάνω κάτω τα ίδια πράγματα:

”Πως θα φτάσετε οπουδήποτε αν αρνείστε να δημιουργήσετε μια ηγετική δομή ή να καταρτίσετε μια πρακτική λίστα αιτημάτων; Και γιατί όλες αυτές οι αναρχικές ανοησίες – όπως η συναίνεση –  στον τρόπο λήψης αποφάσεων; Δεν καταλαβαίνετε ότι όλη αυτή η ριζοσπαστική γλώσσα θα αποξενώσει τον υπόλοιπο κόσμο ;

Αν κάποιος έφτιαχνε ένα εγχειρίδιο με τις χειρότερες συμβουλές που δόθηκαν ποτέ, αυτού του είδους οι απόψεις θα μπορούσαν να έχουν το ένδοξο μερίδιο τους. Σε τελική ανάλυση, από την οικονομική κατάρρευση του 2007, υπήρξαν δεκάδες προσπάθειες να ξεκινήσει ένα κίνημα σε πανεθνικό επίπεδο ενάντια στη λεηλασία των ΗΠΑ από τις οικονομικές ελίτ, οι οποίες πήραν τη κατεύθυνση που πρότειναν οι δημοσιογράφοι. Απέτυχαν όλες. Μόνο όταν, στις 2 Αυγούστου, μια μικρή ομάδα αναρχικών και άλλων αντιεξουσιαστών εμφανίστηκε σε μια συνάντηση που είχε καλεστεί από μια τέτοια ομάδα και με αποτελεσματικότητα τους έπεισε όλους να μην πάνε στην προγραμματισμένη πορεία και να δημιουργήσουν μια αυθεντική δημοκρατική συνέλευση – πάνω σε αναρχικές αρχές – δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για ένα κίνημα που οι Αμερικάνοι από το Πόρτλαντ μέχρι την Τουσκαλούζα, θα ήθελαν να αγκαλιάσουν. …

θα ήθελα να ξεκαθαρίσω τι εννοώ με το “αναρχικές αρχές”. Ο πιο εύκολος δρόμος για να εξηγήσεις τι είναι ο αναρχισμός είναι να πεις πως πρόκειται για ένα πολιτικό κίνημα που σκοπεύει στο να φέρει μια αυθεντικά ελεύθερη κοινωνία – δηλαδή μια κοινωνία όπου οι άνθρωποι σχετίζονται με τους άλλους μόνο με αυτό το είδος σχέσεων το οποίο δεν επιβάλλεται με την συνεχή απειλή της βίας. Η ιστορία έχει δείξει ότι οι τεράστιες ανισότητες πλούτου, οι θεσμοί όπως η δουλεία, τα δεσμά του χρέους ή η μισθωτή εργασία, μπορούν να υπάρξουν μόνο αν υποστηριχτούν από στρατούς, φυλακές και αστυνομία. Οι αναρχικοί εύχονται να δουν ανθρώπινες σχέσεις που δεν θα υποστηρίζονται από τους στρατούς, τις φυλακές και την αστυνομία. Ο αναρχισμός οραματίζεται μια κοινωνία βασισμένη στην ισότητα και την αλληλεγγύη, και η οποία θα μπορούσε να υπάρξει αποκλειστικά και μόνο από την ελεύθερη συμφωνία μεταξύ των συμμετεχόντων.

Αναρχισμός vs Μαρξισμού

Ο παραδοσιακός Μαρξισμός, φυσικά, είχε τον ίδιο τελικό σκοπό αλλά υπήρχε μια ουσιώδης διαφορά. Οι περισσότεροι Μαρξιστές επέμεναν ότι ήταν αναγκαίο πρώτα να καταληφθεί η κρατική εξουσία, και όλοι οι μηχανισμοί της γραφειοκρατικής βίας που αυτή φέρνει μαζί της, και να τη χρησιμοποιήσουν για το μετασχηματισμό της κοινωνίας μέχρι το σημείο όπου τέτοιοι μηχανισμοί θα γίνονταν περιττοί και θα εξαφανίζονταν. Ακόμα και πίσω στον 19ο αιώνα, οι αναρχικοί υποστήριζαν ότι αυτό ήταν μια αυταπάτη. Δεν μπορεί, υποστήριζαν, να δημιουργηθεί ειρήνη με το να ετοιμαζόμαστε για πόλεμο, ισότητα με τη δημιουργία ιεραρχιών ή ανθρώπινη ευτυχία με το να γινόμαστε περίλυποι επαναστάτες που δεν ευχαριστιούνται τίποτα και θυσιάζουν την προσωπική αυτοπραγμάτωση και αυτοεκπλήρωση για τον αγώνα.

Δεν είναι μόνο ότι ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα – και, όντως, δεν το κάνει. Δεν θα μπορέσεις ποτέ να επιτύχεις τους σκοπούς σου εκτός και αν τα μέσα σου είναι αυτά τα ίδια ένα μοντέλο του κόσμου που εύχεσαι να δημιουργήσεις. Για αυτό και το διάσημο κάλεσμα των αναρχικών για το ξεκίνημα του “χτισίματος μιας νέας κοινωνίας μέσα στην παλιά” με εξισωτικά πειράματα που εκτείνονται από τα ελευθεριακά σχολεία και τα ριζοσπαστικά συνδικάτα εργασίας μέχρι τις αγροτικές κομμούνες.

Ο αναρχισμός ήταν επίσης μια επαναστατική ιδεολογία, και η έμφαση του στην προσωπική συνείδηση του καθ’ ενός και στην προσωπική πρωτοβουλία, σήμαινε ότι κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου της ακμής του, χονδρικά από το 1875 μέχρι και το 1914, αρκετοί μετέφεραν τον αγώνα απευθείας στους επικεφαλής του κράτους και τους καπιταλιστές, με βομβιστικές ενέργειες και δολοφονίες. Από εκεί προέρχεται και η δημοφιλής εικόνα του αναρχικού που πετάει βόμβες. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι αναρχικοί ήταν ίσως το πρώτο πολιτικό κίνημα που συνειδητοποίησε ότι η τρομοκρατία, ακόμα και όταν δεν στοχεύει αθώους, δεν φέρνει αποτελέσματα. Για έναν αιώνα τώρα, επί της ουσίας, ο αναρχισμός υπήρξε μια από τις λίγες πολιτικές φιλοσοφίες της οποίας οι υποστηρικτές δεν ανατίναξαν ποτέ κανέναν ( στην πράξη, ο ηγέτης του 20ου αιώνα που δανείστηκε τα περισσότερα από την αναρχική παράδοση ήταν ο Μαχάντας Γκάντι.)

Ακόμα, τη περίοδο από το 1914-1989 – χονδρικά – μια περίοδο κατά την οποία ο κόσμος ήταν συνεχώς σε εμπόλεμη κατάσταση ή προετοιμαζόταν για παγκόσμιους πολέμους, ο αναρχισμός έπεσε σε ένα είδους έκλειψης  για ακριβώς αυτό το λόγο: Για να φαίνεται “ρεαλιστικό”, σε τέτοιους βίαιους καιρούς, ένα πολιτικό κίνημα θα έπρεπε να ήταν ικανό να οργανώνει στρατούς, ναυτικό και συστήματα βαλλιστικών πυραύλων και αυτό ήταν ένα πράγμα στο οποίο οι Μαρξιστές μπορούσαν συχνά να υπερέχουν. Αλλά όλοι αναγνώριζαν ότι οι αναρχικοί δεν θα μπορούσαν ποτέ να το καταφέρουν – κάτι το οποίο θα έπρεπε να συνηγορεί υπέρ τους. Ήταν μόνο μετά το 1989, όταν η εποχή των μεγάλων πολεμικών κινήσεων φαινόταν να τελειώνει, που ένα διεθνές κίνημα βασισμένο πάνω σε αναρχικές αρχές – το κίνημα για την παγκόσμια δικαιοσύνη – επανεμφανίστηκε με ραγδαίους ρυθμούς.

Πως λοιπόν το κίνημα της κατάληψης της Γουόλ Στρήτ ενσωμάτωσε αναρχικές αρχές;

θα ήταν χρήσιμο να πάρουμε τα πράγματα ένα-ένα:

1) Η άρνηση να αναγνωρισθεί η νομιμοποίηση των υπαρχόντων πολιτικών θεσμών.

Ένας λόγος για την πολυσυζητημένη άρνηση να διατυπωθούν αιτήματα είναι το γεγονός πως το να διατυπώσεις αιτήματα σημαίνει ότι αναγνωρίζεις την νομιμοποίηση – ή τουλάχιστον την δύναμη – αυτών προς τους οποίους απευθύνονται τα αιτήματα. Οι αναρχικοί συχνά σημειώνουν πως αυτή είναι η διαφορά μεταξύ της διαμαρτυρίας και της άμεσης δράσης: Η διαμαρτυρία, όσο μαχητική και να είναι, είναι μια έκκληση προς τις αρχές να συμπεριφερθούν με διαφορετικό τρόπο. Η άμεση δράση, είτε έχει να κάνει με μια κοινότητα που χτίζει ένα πηγάδι, είτε με την παρασκευή αλατιού αψηφώντας το νόμο (το παράδειγμα του Γκάντι ξανά), είτε με την προσπάθεια να σταματήσει μια συνάντηση κορυφής, είτε με την κατάληψη ενός εργοστασίου, έχει να κάνει με το να συμπεριφέρεσαι σαν να μην υπάρχει η ήδη υπάρχουσα δομή εξουσίας. Η άμεση δράση είναι, πάνω απ’ όλα, η προκλητική επιμονή στο να συμπεριφέρεσαι σαν να είσαι ήδη ελεύθερος.

2) Η άρνηση να αποδεχθείς την νομιμοποίηση της υπάρχουσας νομικής τάξης.

Η δεύτερη αρχή, προφανώς, απορρέει από την πρώτη. Από την αρχή, όταν αρχικά αρχίσαμε να κάνουμε οργανωτικές συναντήσεις στο πάρκο της πλατείας Τόμπκινς, οι διοργανωτές αγνόησαν τα τοπικά διατάγματα τα οποία έλεγαν ότι απαγορεύονται οι συγκεντρώσεις πάνω από 12 άτομα χωρίς την άδεια της αστυνομίας, απλά με το αιτιολογικό ότι τέτοιοι νόμοι δεν θα έπρεπε να υπάρχουν. Με το ίδιο σκεπτικό, φυσικά, επιλέξαμε να καταλάβουμε ένα πάρκο, εμπνευσμένοι από παραδείγματα της Μέσης Ανατολής και της Νότιας Ευρώπης, με την αιτιολογία ότι, ως πολίτες, δεν θα έπρεπε να χρειαζόμαστε άδεια, για να καταλάβουμε δημόσιο χώρο.  Αυτό μπορεί να ήταν μιας ελάσσονος μορφής άμεση δράση αλλά ήταν ζωτικής σημασίας να ξεκινήσουμε με την δέσμευση να είμαστε υπόλογοι μόνο σε μια ηθική τάξη, και όχι σε μια νομική.

3) Η άρνηση να δημιουργηθεί μια εσωτερική ιεραρχία, αλλά αντιθέτως να δημιουργηθεί μια μορφή άμεσης δημοκρατίας βασισμένη στη συναίνεση.

Από την αρχή, επίσης, οι οργανωτές πήραν με θράσος την απόφασή να λειτουργούν όχι μόνο με αμεσοδημοκρατικό τρόπο χωρίς αρχηγούς, αλλά με την μέθοδο της συναίνεσης. Η πρώτη απόφαση διασφάλιζε ότι δεν θα υπήρχε επίσημη ηγετική δομή που θα εκλέγονταν ή θα επιβάλλονταν. Η δεύτερη διασφάλιζε πως καμιά πλειοψηφία δεν θα ανάγκαζε μια μειοψηφία να υποκύψει στην θέληση της, αλλά πως όλες οι σημαντικές αποφάσεις θα έπρεπε να παίρνονται με γενική συναίνεση. Οι αναρχικοί στην Αμερική για πολύ καιρό θεωρούσαν την διαδικασία της συναίνεσης (μια παράδοση που προέκυψε από τη συμβολή του φεμινισμού, του αναρχισμού και πνευματικών παραδόσεων όπως οι Κουάκεροι) ζωτικής σημασίας για τον λόγο πως είναι η μοναδική μορφή λήψης αποφάσεων που θα μπορούσε να λειτουργήσει δίχως καταναγκαστική επιβολή – μιας και αν μια πλειοψηφία δεν έχει τα μέσα να υποχρεώσει μια μειοψηφία να υπακούσει τις προσταγές της, όλες οι αποφάσεις αναγκαστικά θα παίρνονται με γενική συναίνεση.

4) H  υιοθέτηση προ-απεικονιστικών πολιτικών.

Ως αποτέλεσμα, το Πάρκο Ζουκότι και όλες οι επόμενες κατασκηνώσεις, μετατράπηκαν σε χώρους πειραματισμού με την δημιουργία θεσμών μιας νέας κοινωνίας – όχι μόνο Γενικές Συνελεύσεις αλλά κουζίνες, βιβλιοθήκες, κλινικές, κέντρα πληροφόρησης καθώς και φιλοξενίας άλλων θεσμών, που όλα λειτουργούσαν πάνω στις αναρχικές αρχές της αλληλοβοήθειας και της αυτοοργάνωσης – μια αυθεντική προσπάθεια για τη δημιουργία θεσμών μια νέας κοινωνίας μέσα στο κέλυφος της παλιάς.

Γιατί αυτό δούλεψε; Γιατί συνεχίστηκε και αλλού; Ένας λόγος είναι, ξεκάθαρα, πως οι περισσότεροι Αμερικάνοι είναι πολύ  περισσότερο πρόθυμοι να υιοθετήσουν ριζοσπαστικές ιδέες από ότι θα ήθελε να παραδεχτεί οποιοσδήποτε στα καθεστωτικά Μ.Μ.Ε. . Το βασικό μήνυμα – ότι η Αμερικάνικη πολιτική τάξη είναι απόλυτα και ανεπανόρθωτα διεφθαρμένη, ότι και τα δύο κόμματα πουλήθηκαν και αγοράστηκαν από το  ένα τις εκατό του πληθυσμού, και ότι αν είναι να ζήσουμε σε οποιοδήποτε είδος μιας αυθεντικά δημοκρατικής κοινωνίας, θα πρέπει να το κάνουμε από την αρχή – ξεκάθαρα άγγιξε μια ευαίσθητη χορδή στον ψυχισμό των Αμερικάνων.

Ίσως αυτό να μην είναι τυχαίο: Αντιμετωπίζουμε συνθήκες που συναγωνίζονται αυτές της δεκαετίας του ’30. Με την κύρια διαφορά πως τα Μ.Μ.Ε. αρνούνται πεισματικά να το παραδεχτούν.

Αυτό εγείρει ενδιαφέροντα ερωτήματα για το ρόλο των ίδιων των Μ.Μ.Ε.  στην Αμερικάνικη κοινωνία.

Οι ριζοσπάστες κριτικοί συνήθως υποθέτουν πως τα “εταιρικά Μ.Μ.Ε.”, όπως τα αποκαλούν, κυρίως υπάρχουν για να πείθουν το κοινό ότι οι υπάρχοντες θεσμοί είναι υγιείς, νόμιμοι και δίκαιοι. Γίνεται αυξανόμενα προφανές ότι στην πραγματικότητα δεν βλέπουν ότι αυτό είναι εφικτό, αλλά ο ρόλος τους είναι απλά να πείσουν τα μέλη ενός αυξανόμενα θυμωμένου κοινού ότι κανένας άλλος δεν έχει φτάσει στα συμπεράσματα που έχουν φτάσει τα ίδια (τα μέλη). Το αποτέλεσμα είναι μια ιδεολογία που κανένας δεν πιστεύει πραγματικά, αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι τουλάχιστον υποπτεύονται ότι όλοι οι υπόλοιποι το κάνουν.

Πουθενά δεν γίνεται περισσότερο καθαρός αυτός ο διαχωρισμός, μεταξύ του τι πιστεύουν οι περισσότεροι Αμερικάνοι και του τι τους λένε να πιστεύουν τα μέσα και το πολιτικό κατεστημένο, παρά όταν μιλάμε για δημοκρατία.

Δημοκρατία στην Αμερική; 

Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή, φυσικά, η “δημοκρατία” είναι ένα σύστημα που δημιουργήθηκε από τους Πατέρες του Έθνους[1], βασισμένα στους ελέγχους και τις ισορροπίες μεταξύ του Προέδρου, του Κονγκρέσου και της Δικαιοσύνης. Όντως, πουθενά στην Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας ή στο Σύνταγμα δεν αναφέρει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως “δημοκρατία”. Οι συγγραφείς αυτών των κειμένων, σχεδόν όλοι, όριζαν την “δημοκρατία” ως ένα είδος συλλογικής αυτοκυβέρνησης μέσω γενικών συνελεύσεων, και ως τέτοια ήταν εντελώς εναντίον της.

Η δημοκρατία σήμαινε την τρέλα των μαζών: αιματηρή, ταραχώδης και ανυπόφορη. “Ποτέ δεν υπήρξε μια δημοκρατία που δεν αυτοκτόνησε”, έγραφε ο Άνταμς. Ο Χάμιλτον δικαιολογούσε το σύστημα ελέγχων και ισορροπιών επιμένοντας ότι ήταν αναγκαίο να δημιουργηθεί ένα μόνιμο σώμα των “πλούσιων και των αρχόντων” ώστε να ελέγχει την “απρονοησία” της δημοκρατίας ακόμα και αυτής της περιορισμένης μορφής που θα επιτρεπόταν στον κατώτερο οίκο των αντιπροσώπων”.

Το αποτέλεσμα ήταν μια δημοκρατία που είχε ως μοντέλο όχι την Αθήνα αλλά την Ρώμη. Κατέληξε να επαναπροσδιοριστεί ως “δημοκρατία”  στις αρχές του 19ου αιώνα επειδή οι απλοί Αμερικάνοι είχα πολύ διαφορετικές απόψεις και έτειναν με επιμονή να ψηφίζουν – όσοι τους επιτρεπόταν να ψηφίζουν – υποψήφιους που αποκαλούσαν τους εαυτούς τους “δημοκρατικούς”. Αλλά τι εννοούσαν – και εννοούν – οι απλοί Αμερικάνοι με αυτή τη λέξη; Μήπως εννοούσαν ένα σύστημα στο οποίο θα ζύγιζαν ποιοι πολιτικοί θα κυβερνούσαν; Φαίνεται απίθανο. Στο κάτω-κάτω οι περισσότεροι Αμερικάνοι απεχθάνονται του πολιτικούς και τείνουν να είναι επιφυλακτικοί με την ίδια την ιδέα της κυβέρνησης. Αν έχουν πάνω από όλα την “δημοκρατία” ως το πολιτικό ιδανικό τους, μπορεί να είναι μόνο γιατί ακόμα το βλέπουν, όσο αόριστα και αν το κάνουν, ως ένα είδος αυτοκυβέρνησης – όπως οι Πατέρες του Έθνους έτειναν να το αποκηρύττουν ως είτε “δημοκρατία” , ή ως μερικές φορές το έθεταν, αναρχία.

Αν μη τι άλλο, αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει τον ενθουσιασμό με τον οποίο αγκάλιασαν ένα κίνημα βασισμένο πάνω σε αμεσοδημοκρατικές αρχές, ανεξάρτητα από την ομοιόμορφη απόρριψη από τα Αμερικάνικα Μ.Μ.Ε. και πολιτικό σύστημα.

Όντως, δεν είναι η πρώτη φορά που ένα κίνημα βασισμένο σε θεμελιωδώς αναρχικές αρχές – την άμεση δράση, άμεση δημοκρατία, την απόρριψη των υπαρχόντων πολιτικών θεσμών και την προσπάθεια για την δημιουργία καινούργιων – έκανε την εμφάνιση του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων (τουλάχιστον τα πιο ριζοσπαστικά παρακλάδια του), το αντιπυρηνικό κίνημα, και το κίνημα για την παγκόσμια δικαιοσύνη, όλα ακολούθησαν παρόμοιες κατευθύνσεις. Ποτέ και κανένα τους όμως δεν αναπτύχθηκε με τόσο γοργούς ρυθμούς. Αλλά εν μέρη, αυτό συνέβη επειδή αυτή τη φορά οι οργανωτές στράφηκαν προς την κύρια αντίφαση. Αμφισβήτησαν απευθείας το πρόσχημα της κυρίαρχης ελίτ, ότι προεδρεύουν πάνω σε μια δημοκρατία.

Όταν πρόκειται για τις ποιο βασικές πολιτικές ευαισθησίες τους, οι περισσότεροι Αμερικάνοι πέφτουν σε βαθιές αντιφάσεις. Οι περισσότεροι συνδυάζουν μια βαθιά ευλάβεια για την ατομική ελευθερία με μια σχεδόν θρησκευτική ταύτιση με θεσμούς όπως ο στρατός και η αστυνομία. Οι περισσότεροι συνδυάζουν ένα ενθουσιασμό για τις αγορές με το μίσος για τους καπιταλιστές. Οι περισσότεροι είναι εξόχως εξισωτικοί και βαθιά ρατσιστές, Ελάχιστοι είναι πραγματικοί αναρχικοί. Ακόμα λιγότεροι ξέρουν τι σημαίνει η λέξη “αναρχισμός”. Δεν είναι ξεκάθαρο πόσοι πολλοί, αν μάθαιναν, θα ευχόντουσαν στο τέλος να απαλλαγούν εντελώς από το κράτος και τον καπιταλισμό. Ο αναρχισμός είναι κάτι περισσότερο από δημοκρατία από τα κάτω: Πάνω από όλα στοχεύει στην εξαφάνιση όλων των κοινωνικών σχέσεων, από τη μισθωτή εργασία μέχρι την πατριαρχία, που μπορούν να διατηρηθούν μόνο με την συστηματική απειλή της βίας.

Αλλά ένα πράγμα που οι περισσότεροι Αμερικάνοι νιώθουν είναι ότι κάτι πάει τρομερά λάθος με τη χώρα τους, ότι οι ουσιώδεις θεσμοί ελέγχονται από μια ανίδεα ελίτ, ότι η ριζοσπαστική αλλαγή οποιουδήποτε είδους έχει καθυστερήσει εδώ και πολύ καιρό. Έχουν δίκαιο. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανένας ένα πολιτικό σύστημα τόσο συστηματικά διεφθαρμένο – όπου η δωροδοκία, σε κάθε επίπεδο, όχι μόνο δεν έχει γίνει νόμιμη, αλλά η προσέλκυση και η διανομή δωροδοκιών έχει μετατραπεί στην πλήρη απασχόληση κάθε Αμερικάνου πολιτικού. Η οργή είναι επιθυμητή. Το πρόβλημα είναι ότι μέχρι την 17η του Σεπτέμβρη, η μοναδική πλευρά του πολιτικού φάσματος που ήταν πρόθυμη να προτείνει ριζοσπαστικές λύσεις ήταν η Δεξιά[2].

Όπως μας κάνει ξεκάθαρο η ιστορία των προηγουμένων κινημάτων, τίποτα δεν τρομοκρατεί περισσότερο αυτούς που κυβερνούν τις Ηνωμένες Πολιτείες από το κίνδυνο ενός ξεσπάσματος δημοκρατίας. Η άμεση αντίδραση ακόμα και στην παραμικρή σπίθα δημοκρατικά οργανωμένης πολιτικής ανυπακοής, είναι ένας πανικόβλητος συνδυασμός παραχωρήσεων και βαρβαρότηταw. Πως αλλιώς μπορεί να εξηγήσει κάποιος τις πρόσφατες εθνικές κινητοποιήσεις χιλιάδων μπάτσων καταστολής ταραχών[3], τους ξυλοδαρμούς, τις επιθέσεις με χημικά, τις μαζικές συλλήψεις πολιτών που συμμετείχαν σε αυτό το είδος ακριβώς των δημοκρατικών συνελεύσεων που η Χάρτα των Δικαιωμάτων σχεδιάστηκε για προστατεύει, και τον οποίων το μόνο έγκλημα – αν υπάρχει έγκλημα – ήταν η παραβίαση των τοπικών κανονισμών κατασκήνωσης;

Οι αυθεντίες των Μ.Μ.Ε. επιμένουν ότι αν ο μέσος Αμερικάνος συνειδητοποιήσει τον ρόλο των αναρχικών στο κίνημα κατάληψης της Wall Street, θα αποστρέψει το βλέμμα του με σοκ και δέος. Αλλά οι εξουσιαστές μας, φαίνεται να ζουν με τον παρατεταμένο φόβο ότι αν ένα σημαντικός αριθμός Αμερικάνων μάθουν τι είναι πραγματικά είναι ο αναρχισμός, μπορεί κάλλιστα να αποφασίσουν ότι οι εξουσιαστές οποιουδήποτε είδους μας είναι αχρείαστοι.

***

Σημειώσεις:

[1]  John Adams, Benjamin Franklin, Alexander Hamilton, John Jay, Thomas Jefferson, James Madison, και George Washington. Υπέγραψαν την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των Ηνωμένων Πολιτειών το 1776.

[2] Αναφέρεται στο “κίνημα” Tea Party,  ένα δημιούργημα ακροδεξιών κομματιών του Ρεπουμπλικανικού κόμματος, του καναλιού FOX News, επιχειρηματικών λόμπυ και κομματιών της θρησκευτικής ακροδεξιάς των ΗΠΑ, το οποίο αντιμετωπίστηκε και προωθήθηκε ως κύριο πολιτικό γεγονός από τα αμερικάνικα MME σε αντίθεση με το κίνημα Occupy. Από τα κύρια χαρακτηριστικά του κινήματος ήταν η προώθηση της κατάργησης της φορολογίας για τις επιχειρήσεις, η κατάργηση κάθε είδους κοινωνικής πρόνοιας, η εκδίωξη των μεταναστών ενώ έντονος ήταν ο συνομωσιολογικός λόγος (ο Obama ισλαμιστής, κομμουνιστής κτλ) όπως και ο ρατσιστικός. Η λαϊκή ευρωπαϊκή δεξιά δανείζεται επιχειρήματα και “ορολογία” από την Αμερικάνικη θρησκευτική δεξιά και τα διάφορα παρακλάδια της, τα οποία εξέφρασε με ένα ευρύ λαϊκιστικό προφίλ το Tea Party.

[3] Στο πρωτότυπο : “riot cops” . Τα αντίστοιχα δικά μας ΜΑΤ

Republication

Σύντομο URL άρθρου: http://wp.me/p1eFQy-KX

Gallery | This entry was posted in Anarchy, Politics, Regimes, Society and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s