Μια απάντηση στους Έντεκα

«Αγωνιούμε και ανησυχούμε βαθιά, όπως και όλοι οι Έλληνες, για τις εξελίξεις στην οικονομία και την κοινωνία…» Έτσι κλείνει το κείμενο ένδεκα καλών συναδέλφων το οποίο δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή. Τουλάχιστον, η Κρίση μας ανάγκασε (εμάς τους οικονομολόγους) να αφήσουμε τα μυστικιστικά μας κείμενα και να συμμετάσχουμε στον δημόσιο διάλογο στην βάση της ισηγορίας: της απλής ιδέας ότι τα λεγόμενά μας πρέπει να κρίνονται από τους πολίτες στην βάση της ποιότητας του επιχειρήματός μας, από το κατά πόσον πείθει, πόσο βοηθά στην διαμόρφωση συλλογικών δράσεων και συνειδήσεων.

Αν μη τι άλλο, η Κρίση απέδειξε ότι ο Πλάτων έσφαλε. Ότι στον χώρο της οικονομίας, η κοινωνία δεν δικαιούται να αφήσει τις τύχες της στους «επαΐοντες», στους «ειδικούς». Πίσω από κάθε καταστροφική οικονομική πολιτική (προ του 2008) η οποία οδήγησε στο Κραχ του 2008 κρυβόταν μια ομάδα από τους καλύτερους οικονομολόγους. Πίσω από κάθε τοξικό παράγωγο βρισκόταν ένα μοντέλο που βάσιζε τις καταστροφικές του παραδοχές στα γραπτά κάποιου Νομπελίστα οικονομολόγου. Οι υπουργοί οικονομίας, ιδίως στην χώρα μας, δεν υστερούσαν καθόλου, ως οικονομολόγοι, σε ακαδημαϊκούς τίτλους. Για την ακρίβεια τα βιογραφικά τους ήταν συχνά εντυπωσιακά.

Σήμερα, εδώ που φτάσαμε, οι οικονομολόγοι έχουμε ιερή υποχρέωση να κάνουμε αυτό που έπραξαν οι 11 συνάδελφοι: Να καταθέτουμε τις απόψεις μας στον δημόσιο διάλογο ως ίσοι μεταξύ ίσων, προσπαθώντας να πείσουμε με λογικά επιχειρήματα για το τι πρέπει και τι δεν πρέπει να γίνει. Και να κρινόμαστε για αυτά που προτείνουμε από τους πολίτες οι οποίοι, με την ψήφο τους, έχουν τον τελικό λόγο.

Το Κείμενο των Ένδεκα, πολύ σωστά, αποτελείται απο τρία μέρη: Μια σειρά (τριών βασικών) διαπιστώσεων για την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε, μια ανάλυση των λόγων που βρεθήκαμε εδώ που είμαστε και, τρίτον, τρεις βασικές συστάσεις για το τι πρέπει να γίνει. Επιτρέψτε μου να αναφερθώ σε αυτά τα τρία μέρη ένα προς ένα.

Οι Διαπιστώσεις των Ένδεκα

Πρώτη διαπίστωση είναι ότι η κατάσταση είναι κρίσιμη και πως πλησιάζουμε ένα σταυροδρόμι όπου, αν πάρουμε την λάθος κατεύθυνση, θα το μετανοιώσουμε πικρά ως έθνος και ως πολίτες. Πιο συγκεκριμένα, κρίνεται η παραμονή μας στην ευρωζώνη αλλά και γενικότερα το μέλλον της Ευρώπης. Μια στραβοτιμονιά της Ελλάδας πιθανόν να έχει, λόγω της κρισιμότητας της περιόδου, όχι μόνο τεράστιο κόστος για την χώρα μας αλλά και για την Ευρώπη συνολικά.

Δεύτερη διαπίστωση είναι ότι η Ύφεση ήταν αναπόφευκτη δεδομένης της έντασης της Κρίσης που ξέσπασε στην Ελλάδα στα τέλη του 2009 (και, θα πρόσθετα, του παγκόσμιου Κραχ του 2008 που προηγήθηκε). Με άλλα λόγια, είτε είχαμε Μνημόνιο είτε όχι, ο ελληνικός λαός ήταν προδιαγεγραμμένο (από το 2008) ότι θα υπέφερε.

Τρίτη διαπίστωση, ότι η Κρίση είναι τόσο ελληνική όσο και ευρωπαϊκή. Η Ελλάδα έχει ιδιαίτερες, δικές της, παθογένειες που εξηγούν γιατί λειτουργήσαμε ως «το καναρίνι στην γαλαρία» αλλά, παράλληλα, η Ευρωζώνη είχε κι εκείνη τις δικές της παθογένειες και σαθρές δομές, με τα γνωστά αποτελέσματα.

Αυτές οι τρεις διαπιστώσεις με βρίσκουν, όπως τις κατέγραψα περιληπτικά πιο πάνω, απόλυτα σύμφωνο. Βέβαια, οι διαπιστώσεις δεν αρκούν. Σημασία έχει (ιδίως ώστε να προβούμε στην εκπόνηση πολιτικών αντιμετώπισης του προβλήματος, της Κρίσης) να προχωρήσουμε στην ανάλυση των αιτίων που οδήγησαν στην κατάσταση την οποία «διαπιστώνουμε». Αυτό επιχειρεί η επόμενη ενότητα:

Η Ανάλυση των Ένδεκα

Οι Ένδεκα διαχωρίζουν την ελληνική από την ευρωπαϊκή διάσταση της Κρίσης. Όσο αφορά την ελληνική της διάσταση, είναι δύσκολο να διαφωνήσει κανείς με τον τρόπο που χαρακτηρίζουν τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνικής οικονομίας: Είμασταν (και είμαστε) μια κοινωνία βουτηγμένη στην αναξιοκρατία, μια οικονομία όπου τα αντικίνητρα τα οποία αντιμετώπιζε όποιος ήθελε να δημιουργήσει κάτι της προκοπής (είτε στον δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα) ορθώνονταν γιγαντιαία και απαιτούσαν Ηράκλεια δύναμη και Οδύσσεια πανουργία για να τα ξεπεράσει, ένα κράτος-εχθρός του πολίτη. Δεν χρειάζεται να σας κουράσω για πράγματα που σχεδόν όλοι γνωρίζουμε πολύ καλά. Το μόνο που θα πρόσθετα στις ελληνικές παθογένειες είναι μία συγκεκριμένη την οποία οι Ένδεκα δεν αναφέρουν (ίσως επειδή διαφωνούν με την σημασία της): είναι ο υπονομευτικός ρόλος της ανισότητας εισοδημάτων και ευκαιριών. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα που αξίζει να συζητηθεί αλλού.

Εκεί που διαπίστωσα πλήρη διάσταση απόψεων με τους Ένδεκα ήταν στα της ευρωπαϊκής διάστασης της Κρίσης. Επειδή γνωρίζω τις απόψεις των συναδέλφων, εδώ και καιρό, δεν περίμενα ότι οι αναλύσεις μας της Ευρωπαϊκής Κρίσης θα ταυτίζονταν. Πρέπει όμως να σας πω ότι, παρόλα αυτά, εξεπλάγην από την πλήρη αποδοχή εκ μέρους των συναδέλφων μιας συγκεκριμένης ανάλυσης που χρεώνει την Κρίση στην αποτυχία των ευρωπαϊκών «εποπτικών μηχανισμών» να πειθαρχήσουν κράτη και τράπεζες (π.χ. να θέσουν χώρες με υπερβολικό χρέος υπό αυστηρή επιτήρηση πριν ξεσπάσει η Κρίση ή και να σηματοδοτήσουν στις, π.χ., γερμανικές τράπεζες τον κίνδυνο δανεισμού Ισπανών, Ιρλανδών και Ελλήνων ιδιωτών). Πρόκειται για μια άποψη που μπορεί κάλλιστα να ονομαστεί η Πειθαρχική Ερμηνεία της Ευρωπαϊκής Κρίσης.

Η Πειθαρχική Ερμηνεία ουσιαστικά ισχυρίζεται πως η Κρίση θα είχε αποφευχθεί αν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν είχε κάνει τα στραβά μάτια, αρχικά στην Γερμανία και στην Γαλλία (που πρώτες παραβίασαν τα όρια του Μάαστριχτ) και, αργότερα, στην Ελλάδα, στην Ιταλία κλπ. Αυτή η Πειθαρχική Ερμηνεία κρύβεται πίσω από την Γερμανική εμμονή να περάσει το Δημοσιονομικό Σύμφωνο (το οποίο μόλις πέρασε και τον σκόπελο του Ιρλανδικού Δημοψηφίσματος, υπό την απειλή ότι ένα Όχι θα σταματούσε την πρόσβαση της χώρας σε νεά δάνεια) – ένα σύμφωνο που προσπαθεί να ιδρύσει νέους, αυστηρότερους μηχανισμούς πειθάρχισης.

Μου κάνει, λέω, εντύπωση, η σιωπηρή (αλλά πλήρης) αποδοχή αυτής της Πειθαρχικής Ερμηνείας για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή πρόκειται για ερμηνεία την οποία εγκαταλείπουν σχεδόν όλοι (όχι μόνο ο κ. Hollande αλλά ακόμα και η Αυστριακή κυβέρνηση), αφήνοντας την κα Μέρκελ να την υπερασπίζεται με νύχια και με δόντια, ουσιαστικά, μόνη, απομονωμένη από όλο και περισσότερους σοβαρούς αναλυτές. Την στιγμή που ακόμα και στην Γερμανία το ευρωομόλογο έχει καταγραφεί ως μέρος της λύσης, οι Ένδεκα επαναλαμβάνουν την μοναχική εμμονή της κας Μέρκελ ότι «τα ευρωομόλογα μπορεί να οξύνουν τα προβλήματα καθώς θα μειώσουν τα κίνητρα για δημοσιονομική πειθαρχία στις υπερχρεωμένες χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία».

Δεύτερον, επειδή πάσχει από οφθαλμοφανείς αδυναμίες (εξ ου και η εγκατάλειψή της). Πάρτε για παράδειγμα την Ισπανία. Μια χώρα με πλεόνασμα όταν ξέσπασε η Κρίση και χρέος κατά πολύ χαμηλότερο από εκείνο της Γερμανίας. Προφανώς καμία πρότερη πειθάρχιση, κανένας «εποπτικός μηχανισμός» (όσο αυστηρά και άμεμπτα και να λειτουργούσε) δεν θα μπορούσε να αποσοβήσει το σημερινό γονάτισμα της Ισπανίας. Γιατί; Επειδή δεν προέκυψε λόγω δημόσιου χρέους! Προέκυψε λόγω ιδιωτικού δανεισμού από τις γερμανικές τράπεζες ισπανών εργολάβων, ως επί το πλείστον. Με ποιο δικαίωμα θα επέβαλε η Ευρώπη περιορισμούς στην Deutsche Bank ως προς τον ποιον ιδιώτη ισπανό δανείζει και ποιον όχι; (Μόνο κάποιοι εκκεντρικοί οικονομολόγοι λέγαμε τότε ότι η απελευθέρωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος δυναμίτιζε την διεθνή οικονομία.)

Περνάω τώρα στην ανάλυση του Μνημονίου και του αντικτυπού του. Γράφουν οι Ένδεκα ότι στο πρώτο μισό του 2010 η Ύφεση ήταν δεδομένη και πως η αποδοχή του Μνημονίου ήταν ο καλύτερος τρόπος να την μετριάσουμε. Αν μάλιστα είχε εφαρμοστεί διαφορετικά, με μεγαλύτερη έμφαση στις μεταρρυθμίσεις και λιγότερη στις περικοπές και τους νέους φόρους, το Μνημόνιο μπορεί και να είχε πετύχει. Εγκαλούν μάλιστα την Ευρώπη που δεν προέβλεψε το κούρεμα νωρίτερα (κάτι που με χαροποιεί, κατόπιν εορτής, καθώς όταν τότε κάποιος ισχυριζόταν ότι το κούρεμα ήταν αναπόφευκτο, συνάδελφοι της ίδιας σχολής σκέψης τον χαρακτήριζαν «ακραίο» και «υπονομευτή» της εθνικής προσπάθειας).

Σε αυτό το σημείο θα συμφωνήσουμε ότι διαφωνούμε (με τους Ένδεκα) και θα το καταγράψουμε ως κομβικό σημείο της «συζήτησης». Από τις αρχές του 2010, πριν καν δημοσιευτεί η Μνημονιακή Συμφωνία, έλεγα ότι από την στογμή που μπήκαμε σε περίοδο ύφεσης, η ελληνική κρίση δεν μπορεί να ξεπεραστεί μέσω δανείων (με επιτόκια πάνω από το 3%) τα οποία (α) αυξάνουν το δημόσιο  χρέος και (β) δίδονται υπό τον όρο της περικοπής τους εθνικού εισοδήματος (μέσω μέτρων λιτότητας όπως αυτά που παραδοσιακά απαιτεί και επιβάλει το ΔΝΤ, το οποίο έφερε η κα Μέρκελ στην Ευρώπη ακριβώς για αυτό τον λόγο). Για τους Ένδεκα μια διαφορετική εφαρμογή του Μνημονίου μπορεί να το οδηγούσε σε επιτυχία. Για τον υπογράφοντα, το Μνημόνιο θα αποτύγχανε ακόμα και εάν σοφοί άγγελοι εξ ουρανού κατέβαιναν στην Πλατεία Συντάγματος με σκοπό την εφαρμογή του. (Απόδειξη, αν θέλετε, δίνει το Δουβλίνο: Ένα κράτος-διαμάντι που επέβαλε στον εαυτό του αρκετά Μνημόνια πριν του τα επιβάλουν. Μια οικονομία πιο μεταρρυθμισμένη από οποιαδήποτε άλλη στην κόσμο. Κι όμως: μια κοινωνία που δεν μπορεί, και δεν θα τα καταφέρει, να ξεκολήσει από το τέλμα της Κρίσης και του δημόσιου χρέους.)

Αν έχω δίκιο σε αυτή την εκτίμηση, και οι στόχοι του Μνημονίου ήταν και είναι άπιαστοι, τα πειθαρχικά μέτρα του Μνημονίου δεν είναι τίποτα άλλο από μια μορφή (ίσως ασυνείδητου) δημοσιονομικού σαδισμού: μέτρα τιμωρίας χωρίς την ελπίδα της ανάτασης στο τέλος της τιμωρίας. Αν η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε διανοηθεί να προτιμήσει την στάση πληρωμών από την υπογραφή του Μνημονίου (στις αρχές του 2010) ναι μεν (όπως σωστά λένε οι Ένδεκα) θα είχαμε μια πολύ πιο βαθειά ύφεση βραχυπρόθεσμα (από εκείνη που είχαμε), αλλά: (α) θα έσπαγε τον φαύλο κύκλο δημόσιου χρέους και ύφεσης (με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε τώρα σε φάση ανάκαμψης) και (β) θα βοηθούσε την υπόλοιπη Ευρώπη να γλυτώσει τον δημοσιονομικό σαδισμό που πρωτοσχεδιάστηκε για την Ελλάδα και μετά «φορέθηκε» στο Δουβλίνο, στην Λισαβόνα, στην Μαδρίτη κλπ (με θετικά αποτελέσματα και για την Ελλάδα, καθώς σήμερα η γενικευμένη ύφεση μας δίνει ακόμα λιγότερες ελπίδες).

Περιπληπτικά, η ανάλυση των Ένδεκα με βρίσκει αντίθετο επειδή, καθώς ενστερνίζονται την Πειθαρχική Ερμηνεία, καταλήγουν σε συμπεράσματα για την προοπτική που προσφέρει η συνεχιζόμενη εφαρμογή των όρων του Μνημονίου τα οποία, κατ’ εμέ, δεν συνάδουν με τις δυνατότητες της ελληνικής και της ευρωπαϊκής οικονομίας. Άλλη μια περίπτωση οικονομολόγων που διαφωνούν στην ανάλυση της οικονομικής πραγματικότητας, αφήνοντας τους πολίτες σχεδόν αβοήθητους να πρέπει να κάνουν μια δύσκολη επιλογή σε μια κρίσιμη στιγμή. Από την άλλη όμως, πιο αισιόδοξη, πλευρά, πρόκειται και την κορύφωση της δημοκρατικής διαδικασίας.

Οι Συστάσεις των Ένδεκα

Οι ένδεκα συνάδελφοι πολύ σωστά κρίνουν ότι μια έξοδος από το ευρώ θα ήταν ό,τι χειρότερο μπορεί να μας συμβεί αυτή την στιγμή. Την θεωρούν μάλιστα πιθανή, μια «εκπαραθύρωση» της Ελλάδας, και προειδοποιούν ότι θα εξαρτηθεί από το πως θα πορευτεί η επόμενη ελληνική κυβέρνηση. Δεν διαφωνώ ούτε προς αυτό. Εκεί που οι δρόμοι μας χωρίζουν (λόγω των αναλυτικών διαφωνιών που είδαμε πιο πάνω) είναι σε δύο σημεία. Το ένα, τηρουμένων των αναλογιών, επουσιώδες ενώ το δεύτερο ουσιαστικό. Το επουσιώδες αφορά το κατά πόσον η Ευρώπη είναι έτοιμη για μια αποπομπή της Ελλάδας. Οι Ένδεκα αφήνουν να εννοηθεί ότι είναι – ότι η Ευρωζώνη μπορεί να επιβιώσει μια ελληνική έξοδο. Το ουσιώδες είναι ότι, τουλάχιστον έμμεσα, συστήνουν στους εκλογείς να ψηφίσουν ένα από τα λεγόμενα Μνημονιακά κόμματα θεωρώντας ότι η βέλτιστη στρατηγική της χώρας είναι η τήρηση των υποχρεώσεών της προς την τρόικα με στόχο μια επαναδιαπραγμάτευση εντός των σφικτών ορίων του Μνημονίου 2.

Ξεκινώντας από το «επουσιώδες», άποψή μου είναι ότι η Ευρώπη δεν είναι έτοιμη. Ούτε μπορεί να ετοιμαστεί για μια εληνική έξοδο. Η οποιαδήποτε έξοδος θα αρχίσει τον Χορό του Ευρω-Ζαλόγκου, με την μία μετά την άλλη χώρα να πέφτουν στον γκρεμό των εθνικών νομισμάτων έως ότου η ίδια η Γερμανία αποφασίσει ότι ήρθε η ώρα να φορέσει το αλεξίπτωτό της και να εγκαταλείψει το φλεγόμενο ευρω-σκάφος. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη είναι αρκετά σοφή ώστε να αποτρέψει μια τέτοια αλυσιδωτή αντίδραση. Αρκεί να παρατηρήσουμε τι έχει συμβεί τα τελευταία δύο χρόνια για να συμπεράνουμε ότι η Ευρώπη είναι καθ’ όλα ικανή να αυτοκτονήσει αφήνοντας την Ελλάδα να φύγει ή ακόμα και αποπέμποντάς την. Με άλλα λόγια, επί της ουσίας, οι Ένδεκα έχουν δίκιο: η παραμονή μας στο ευρώ δεν είναι δεδομένη (όσο κι αν η αποπομπή μας θα είναι καταστροφική για εκείνους που θα μας αποπέμψουν).

Έρχομαι λοιπόν στο ουσιώδες: Πως θα μείνουμε στο ευρώ (αλλά ζωντανοί ως κοινωνία, οικογένειες, επιχειρήσεις). Η απάντηση των Ένδεκα είναι απλή: Πειθαρχούμε, εκλέγουμε μια δικομματική κυβέρνηση (υποθέτω ΝΔ-ΠΑΣΟΚ) και παρακαλούμε για ευνοϊκότερους όρους. Θα συμφωνούσα μαζί τους υπό έναν όρο: Να έκρινα ότι οι όροι που μπορούμε να εκμαιεύσουμε από την τρόικα πειθαρχόντας θα ήταν τέτοιοι που τα δημοσιονομικά του κράτους να μας επιτρέψουν να μείνουμε στο ευρώ έστω και για ένα ή δύο χρόνια. Κρίνω ότι δεν είναι. Για τους ιδιους λόγους που, όπως έγραφα πιο πάνω, το πρώτο Μνημόνιο είχε ακριβώς μηδέν πιθανότητες επιτυχίας ακόμα και άγγελοι να το εφάρμοζαν. Μάλιστα σήμερα, με το «μυαλό» της τρόικα να μην βρίσκεται στην Ελλάδα αλλά στην Ισπανία και στην Ιταλία, και καθώς δεν θα κάνουν καμια υποχώρηση προς εμάς που να τους περιπλέκει τους σχεδιασμούς για τις δύο αυτές μεγάλες χώρες, η πειθάρχισή μας θα αποφέρει μόνο διακοσμητικές αλλαγές οι οποίες με πιθανότητα 100% θα αποτύχουν να αποτρέψουν τεράστιες υστερήσεις εσόδων και μια τέτοια ασφυξία στην κοινωνία (και στο τραπεζικό σύστημα) που η έξοδος από το ευρώ θα αποτελέσει, εντός μηνών, λαϊκή εντολή.

Περιθώριο συμφωνίας;

Σε αυτές τις κρίσιμες στιγμές είναι απαραίτητο να εστιάζουμε σε αυτά που μας ενώνουν, χωρίς βέβαια να παραβλέπουμε τις ουσιαστικές διαφωνίες μας. Το τελευταίο πράγμα που πρέπει να προσθέσουμε στην Κρίση είναι η Διχόνοια. Κλείνοντας λοιπόν, θα αναφερθώ στις τρεις βασικές συστάσεις των Ένδεκα με τις οποίες θα συμφωνήσω εν γένει (στο πλαίσιο της προσπάθειας εξεύρεσης κοινού τόπου):
(1) Να ανακηρύξουμε την παραμονή στην Ευρωζώνη εθνικό στόχο (όσο προβληματική και να θεωρούμε την δόμησή της).
(2) Επαναδιαπραγμάτευση με την Ευρώπη (συμπεριλαμβανομένου ενός νέου μεγάλου κουρέματος, αυτή την φορά του χρέους προς την τρόικα).
(3) Μεταρρυθμίσεις παντού με στόχο την αποτελεσματικότητα του Δημοσίου, την πάταξη της διαφθοράς και την κατάργηση των αντικινήτρων που αντιμετωπίζουν όσοι θέλουν να δημιουργήσουν.

Αν αποτύχουμε στα πρώτα δύο, θα είναι πολύ δύσκολη (αν όχι αδύνατη) η επιτυχία του τρίτου στόχου (καθώς η κατάρρευση δεν βοηθά στην αντιμετώπιση της διαφθοράς, της αναποτελεσματικότητας, του εκσυγχρονισμού του δημόσιου τομέα). Τώρα, για να πετύχουμε στον πρώτο στόχο, είναι απαραίτητος ο δεύτερος: μια επαναδιαπραγμάτευση που βάζει την Ελλάδα σε βιώσιμο μονοπάτι (κι ας είναι δύσκολο και ανηφορικό). Τι απαιτεί αυτή η επαναδιαπραγμάτευση; Για τους Ένδεκα απαιτεί να πειθαρχήσουμε στους όρους της τρόικα. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη;

Σκεφτείτε τι συνέβη πρις δυο βδομάδες: Δανειστήκαμε από την τρόικα (το EFSF) €4.2 δις, προσθέτωντάς τα στο Δημόσιο Χρέος, για να τα δώσουμε, μέχρι τελευταίας δεκάρας, στην ΕΚΤ (αποπληρώνοντας κάποια ομόλογά μας που είχε αγοράσει η ΕΚΤ – μια αποπληρωμή που άφησε κέρδος στην ΕΚΤ περίπου €500 εκατομμύρια). Ούτε ένα ευρώ δεν πήγε σε φάρμακα, συντάξεις, ούτε καν σε μεταρρυθμίσεις. Ούτε ένα. Τους επόμενους μήνες, το ελληνικό δημόσιο θα κληθεί να επαναλάβει αυτό τον δανεισμό. Και για να μας δοθούν τα χρήματα αυτά (πριν τα στείλουμε στην ΕΚΤ) πρέπει λέει να περικόψουμε κι άλλα δις από τις χαμηκές συντάξεις, από τους μισθούς κλπ, σπρώχνοντας την οικονομία πιο βαθειά στην Ύφεση και ένα βήμα πιο κοντά στην έξοδο από το ευρώ. Μπορεί αυτός ο δημοσιονομικός σαδισμός να σταματήσει μέσω επαναδιαπραγμάτευσης με μια τρόικα που μπορεί να παίρνει την πειθάρχισή μας ως δεδομένη; Σε καμία των περιπτώσεων. (Σε αυτό συμφωνούν και οι Ένδεκα: «η χαλάρωση θα είναι περιορισμένη”, ομολογούν, σε περίπτωση επαναδιαπραγμάτευσης με την Μνημονιακή κυβέρνηση που συνιστούν στους πολίτες να εκλέξουν)

Η εναλλακτική; Να καταγγείλουμε το Μνημόνιο; Κοιτάξτε, η καταγγελτική γλώσσα δεν πείθει. Το μόνο που κάνει είναι να ισχυροποιεί την διάθεση του «άλλου» για σύγκρουση με τον καταγγέλοντα. Ο μόνος λόγος να καταγγείλεις το Μνημόνιο είναι η επόμενη σχεδιασμένη κίνησή σου είναι να ανακοινώσεις την έξοδο από το ευρώ. Άρα, δεν συνιστώ την καταγγελία. Τι συνιστώ; Την λογική. Η δική μου πρόταση, εδώ και καιρό, είναι η εξής: Να κοιτάξουμε τον γερμανό ψηφοφόρο στα μάτια, ακόμα και την κα Μέρκελ, και να τους πούμε το εξής:

«Έχουμε ήδη δανειστεί πολλά χρήματα από εσάς. Η οικονομία μας καταρρέει και αδυνατούμε να αποπληρώσουμε αυτά που ήδη δανειστήκαμε. Αν δανειστούμε κι άλλα τώρα, για να τα επιστρέψουμε στην ΕΚΤ και σε άλλους πιστωτές (όπως κάναμε πριν μερικές εβδομάδες), και μάλιστα υπό όρους που θα μειώσουν το εθνικό μας εισόδημα ακόμα πιο πολύ, πως θα σας ξεπληρώσουμε; Έως ότου λοιπόν δούμε ένα σχέδιο, ένα συνολικό οικονομικό πλάνο (όχι μόνο για εμάς αλλά και για τους Ιρλανδούς, τους Ισπανούς, του Πορτογάλους) που εμπνέει κάποια αισιοδοξία ότι όλοι μαζί θα τα καταφέρουμε, εμείς απλά δεν θα δεχθούμε τις επόμενες δόσεις των δανείων μας. Δεν θα ήταν σωστό απέναντί σας να δεχθούμε αυτά τα χρήματα. Απλά, θα κάνουμε ό,τι μπορούμε να συντηρούμε το κράτος μας από τους όποιους φόρους αντλεί, εντός της Ευρωζώνης, όπως μπορούμε. Είναι θέμα ηθικής τάξης και υποχρέωσης απέναντι σε εσάς, στους ευρωπαίους εταίρους μας».

Μια τέτοια στάση δεν αποτελεί καταγγελία. Αποτελεί όμως την μόνη ελπίδα να μην βγούμε από το ευρώ. Μια ελπίδα που θα σβήσει αν υπερισχύσει μια κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ που συνεχίσει στον δρόμο του αδιέξοδου δανεισμού μετά δημοσιονομικού σαδισμού.

του Γιάνη Βαρουφάκη

__________________________________________________________

Shortlink: http://wp.me/p1eFQy-1mu

Gallery | This entry was posted in Austerity, Bankers, Economists, Economy, Politics and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

2 απαντήσεις στο Μια απάντηση στους Έντεκα

  1. Ο/Η Const4ntinos λέει:

    Το άρθρο της Καθημερινής:

    Το χθες και το αύριο της ελληνικής κρίσης

    Ενδεκα Ελληνες οικονομολόγοι διεθνούς κύρους παρουσιάζουν την κατάσταση της οικονομίας, τις αναμενόμενες εξελίξεις και επιλογές
    Η εξέλιξη της ελληνικής κρίσης την τελευταία διετία και τα πρόσφατα πολιτικά δρώμενα έχουν προκαλέσει στους Ελληνες αισθήματα μεγάλης αβεβαιότητας, σύγχυσης και φόβου. Τα παραδοσιακά κυβερνητικά κόμματα έχουν χάσει την επιρροή τους, τόσο γιατί αναγνωρίζεται ότι οι πολιτικές που εφάρμοσαν διαχρονικά οδήγησαν στην κρίση όσο και γιατί κατά τον χειρισμό της κρίσης δεν έδειξαν ειλικρίνεια και αποτελεσματικότητα. Στις πρόσφατες εκλογές οι πολίτες στράφηκαν σε μεγάλο βαθμό προς φωνές που είναι λαϊκίστικες, εθνικιστικές, ακόμη και αντικοινοβουλευτικές ή φασιστικές. Το έκαναν αυτό είτε ως αντίδραση στη δραματική μείωση των εισοδημάτων τους είτε γιατί, χωρίς άλλη πυξίδα για το μέλλον, αφήνονται να πιστέψουν ότι υπάρχουν εύκολες λύσεις. Η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί με ανησυχία τη χώρα μας και θεωρεί πλέον πολύ πιθανό ότι αυτή θα χρεοκοπήσει άτακτα και θα αποχωρήσει από το ευρώ. Η κατάσταση είναι κρίσιμη: υπάρχει σοβαρός κίνδυνος λάθους που θα επιβαρύνει, με μη αναστρέψιμο τρόπο, τουλάχιστον τις δύο επόμενες γενιές. Παρουσιάζουμε παρακάτω αναλυτικά την οπτική μας για την κρίση και τις αναμενόμενες εξελίξεις και επιλογές.

    Η κρίση είναι ελληνική ή ευρωπαϊκή;

    Και τα δύο. Η αναξιόπιστη και ανεπαρκής λειτουργία των θεσμών και οι υπερβολικοί περιορισμοί που το κράτος θέτει στον ανταγωνισμό και την επιχειρηματικότητα οδήγησαν την ελληνική οικονομία σε χαμηλή ανταγωνιστικότητα, υπερβολικό δημόσιο χρέος και υψηλό έλλειμμα εμπορικού ισοζυγίου. To Δημόσιο επομένως σπαταλούσε χρήμα που δεν είχε, ενώ τα νοικοκυριά κατανάλωναν περισσότερο από ό,τι παρήγαγαν. Η κατανάλωση χρηματοδοτήθηκε σε μεγάλο βαθμό από δημόσιο χρέος, το οποίο συσσωρεύθηκε από το 1980 και μετά. Με την είσοδο στο ευρώ, αντί να γίνει εκμετάλλευση της ευνοϊκής συγκυρίας για βελτίωση των δημόσιων οικονομικών και διαρθρωτικές αλλαγές που θα οδηγούσαν στην αύξηση των επενδύσεων, τα χαμηλά επιτόκια οδήγησαν σε αύξηση του εξωτερικού δανεισμού ενώ η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας συνέχιζε να μειώνεται. Συγχρόνως οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί εποπτείας αποδείχθηκαν απόλυτα ανεπαρκείς στο να περιορίσουν το πρόβλημα: ο υπερβολικός δανεισμός της Ελλάδας γινόταν εν γνώσει των Ευρωπαίων εταίρων της, οι οίκοι αξιολόγησης εκτιμούσαν λανθασμένα ότι τα ελληνικά ομόλογα είχαν χαμηλό κίνδυνο, και οι ευρωπαϊκές τράπεζες δεν είχαν επαρκή κίνητρα από τις εποπτικές τους αρχές να στραφούν σε ομόλογα από χώρες με χαμηλότερο κίνδυνο.

    Οταν εκδηλώθηκε η κρίση, το βάρος του συσσωρευμένου χρέους ήταν τέτοιο που μια οικονομία δεν μπορούσε να το χειρισθεί μόνη της, ιδίως όταν αυτή ήταν ήδη μη ανταγωνιστική και με τραπεζικό σύστημα εκτεθειμένο σε επισφαλή δανεισμό. Αν και άλλες χώρες της Eυρωζώνης αντιμετωπίζουν πρόβλημα υπερβολικού δανεισμού, γεγονός που αντανακλά και τις ατελείς δομές της ένωσης, η Ελλάδα ήταν ο πλέον αδύναμος κρίκος στην αλυσίδα. Το μέγεθος του προβλήματος μπορεί να γίνει κατανοητό με έναν απλό υπολογισμό. Το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού το 2009 ήταν 15,4% του Εθνικού Προϊόντος ή 36,3 δισεκατομμύρια ευρώ – αυτό σημαίνει ότι το Δημόσιο ξόδεψε μόνο εκείνη τη χρονιά περίπου 12.900 ευρώ που δεν είχε για κάθε ελληνική τετραμελή οικογένεια και αύξησε ισόποσα το χρέος.

    Γιατί κατά την εφαρμογή του Μνημονίου η οικονομία βυθίστηκε σε τόσο βαθιά ύφεση;

    Η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας μετά την είσοδο στην Ευρωζώνη βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στον εξωτερικό δανεισμό (ενώ προηγουμένως στηριζόταν σημαντικά σε κοινοτικές επιδοτήσεις). Από τη στιγμή που οι αγορές σταμάτησαν να δανείζουν στην Ελλάδα, η ύφεση ήταν αναπόφευκτη. Το Μνημόνιο ήταν μια συμφωνία για συνέχιση της δανειοδότησης της Ελλάδας από τους εταίρους, ώστε η μείωση του δημοσίου ελλείμματος και του ελλείμματος εμπορικού ισοζυγίου να γίνουν σταδιακά, και συγχρόνως να δοθεί χρόνος για απαραίτητες αλλαγές στη δομή της ελληνικής οικονομίας. Χωρίς το Μνημόνιο, η ύφεση θα ήταν βαθύτερη, με μεγαλύτερη λιτότητα και ανεργία. Για παράδειγμα, το πρωτογενές έλλειμμα μειώθηκε από 10,4% το 2009 σε 5% το 2010, ενώ χωρίς χρηματοδότηση θα έπρεπε τουλάχιστον να μηδενιστεί, κάτι το οποίο θα συνεπαγόταν διπλάσια λιτότητα.

    Αν και το Μνημόνιο περιόρισε την ύφεση, αυτή ήταν βαθύτερη και κρατάει περισσότερο από ό,τι θα μπορούσε, κυρίως για δύο λόγους. Από την ελληνική πλευρά, δεν δημιουργήθηκε πολιτική συναίνεση, ενώ υπήρξαν σημαντικά προβλήματα και καθυστερήσεις στην εφαρμογή των απαραίτητων ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων, όπως η αναδιοργάνωση των φοροεισπρακτικών μηχανισμών, ο καλύτερος έλεγχος των προμηθειών του Δημοσίου και η ενίσχυση του ανταγωνισμού στις αγορές. Αυτό είχε ως συνέπεια να απαιτούνται περισσότερα μέτρα λιτότητας και να καθυστερεί η ανάκαμψη της οικονομίας. Το Μνημόνιο επομένως έγινε αντιληπτό μόνο ως επιβολή λιτότητας από ξένους δανειστές – λανθασμένα, εφόσον περιλάμβανε και σημαντικά μέτρα για τη βελτίωση των δομών της οικονομίας.

    Από την πλευρά των εταίρων, δεν υπήρξε έγκαιρη κατανόηση των βαθύτερων προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας, καθώς και των συστημικών πτυχών της κρίσης στην Ευρωζώνη. Οι εταίροι έπρεπε να δώσουν σχετικά μεγαλύτερο βάρος στην εφαρμογή των ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων (όπως και τον απαραίτητο χρόνο για να αποδώσουν αυτές) παρά στα μέτρα λιτότητας. Επίσης, έπρεπε να υποστηριχθούν πιο αποτελεσματικά οι ελληνικές τράπεζες, καθώς ένας βασικός λόγος που η ύφεση είναι τόσο βαθιά είναι ότι αυτές δεν έχουν ρευστότητα για να υποστηρίξουν την πραγματική οικονομία. Τα προβλήματα του τραπεζικού συστήματος, και η σύνδεσή τους με τα προβλήματα δημοσίου χρέους, είναι μια συστημική πλευρά της κρίσης που αφορά όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά όλη την Ευρωζώνη. Η αντιμετώπιση της κρίσης σε επίπεδο Ευρωζώνης θα έπρεπε γενικότερα να είναι πιο δραστική, συμπεριλαμβανομένης και της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους που θα έπρεπε να είχε γίνει νωρίτερα.

    Τι θα συμβεί αν η Ελλάδα αρνηθεί να εφαρμόσει τα μέτρα που έχουν συμφωνηθεί και «καταγγείλει» το Μνημόνιο;

    Οι εταίροι θα σταματήσουν να μας στηρίζουν οικονομικά. Αυτό θα οδηγήσει την ελληνική οικονομία σε βαθύτερη ύφεση, με μεγαλύτερη ανεργία, κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος και σχεδόν σίγουρα η Ελλάδα θα υποχρεωθεί να επιστρέψει στη δραχμή. Η δε εκβιαστική στάση της Ελλάδας θα οδηγήσει σε ανυπολόγιστη ζημιά στη διεθνή αξιοπιστία της χώρας για δεκαετίες.

    Μια ενδεχόμενη έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ θα στοιχίσει πολύ στους εταίρους (αν και θα γίνει προσπάθεια να περιοριστεί το κόστος με έκτακτα μέτρα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όπως μαζικές αγορές ισπανικών και ιταλικών ομολόγων, καθώς και περισσότερη στήριξη στις ευρωπαϊκές τράπεζες). Η άποψη όμως ότι οι εταίροι έχουν ανάγκη να κρατήσουν την Ελλάδα στο ευρώ πάση θυσία και επομένως θα συνεχίζουν να τη στηρίζουν ακόμα και αν αυτή αρνηθεί να εφαρμόσει το μέρος της συμφωνίας που της αντιστοιχεί, είναι λανθασμένη. Πράγματι, σχεδόν όλες οι χώρες της Ευρωζώνης λαμβάνουν απαραίτητα μέτρα για να τακτοποιήσουν τα δημόσια οικονομικά τους και παράλληλα πραγματοποιούν μεταρρυθμίσεις για να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα. Τα μέτρα αυτά είναι απαραίτητα και υπάρχουν μόνο μικρά περιθώρια χαλάρωσης. Δεν θα είναι αποδεκτό η Ελλάδα να συνεχίζει να λαμβάνει υποστήριξη χωρίς αντίστοιχα μέτρα, καθώς κάτι τέτοιο θα υπονόμευε τη συνοχή της Ευρωζώνης από μέσα.

    Μπορεί η Ελλάδα να φύγει από το ευρώ;

    Ασφαλώς. Το ότι δεν προβλέπεται μηχανισμός αποπομπής από το ευρώ χωρίς έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ενωση είναι εύλογο – το αντίθετο θα ήταν παράδοξο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο κανόνας δεν μπορεί να σπάσει, όπως ήδη έσπασε στην περίπτωση της Ελλάδας και ο κανόνας ότι καμία χώρα δεν μπορεί να ζητήσει από τις υπόλοιπες να τη διασώσουν. Αλλωστε, η απόφαση για το ποιες χώρες θα έμπαιναν στην Ευρωζώνη ήταν πολιτική και τέτοια μπορεί να είναι και η απόφαση για την εκδίωξη κάποιας χώρας. Σε κάθε περίπτωση, εάν δρομολογηθεί διαδικασία εξόδου, μάλλον αυτή θα ολοκληρωθεί με ενέργεια της ίδιας της Ελλάδας που θα ασφυκτιά από την έλλειψη χρηματοδότησης, και ίσως θα συνεπάγεται και έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ενωση.

    Πόσο ομαλή μπορεί να είναι η μετάβαση στο νέο νόμισμα;

    Η κατάσταση για τους πρώτους μήνες θα είναι ιδιαίτερα ανώμαλη. Το νέο νόμισμα θα είναι σημαντικά υποτιμημένο (σε σχέση με την «κλειδωμένη» ισοτιμία ευρώ / δραχμής) και οι καταθέσεις θα μετατραπούν υποχρεωτικά σε δραχμές. Συνεπώς, αναμένονται πολύ μεγάλες απώλειες για όσους έχουν αποταμιεύσεις ή ακίνητη περιουσία, κατά τουλάχιστον 50%. Οι μισθοί και οι συντάξεις θα είναι πολύ χαμηλότεροι σε πραγματικούς όρους, ενώ αναμένεται σημαντικός πληθωρισμός που θα πλήττει όσους στηρίζονται σε εγχώριο εισόδημα. Τα εισαγόμενα προϊόντα θα είναι πολύ ακριβότερα. Καθώς το βάρος του χρέους της Ελλάδας θα γίνει πολύ μεγαλύτερο, η Ελλάδα θα αναγκαστεί να χρεοκοπήσει άτακτα, με σημαντικές συνέπειες για την δανειοληπτική της ικανότητα για δεκαετίες. Οι ελληνικές επιχειρήσεις θα έχουν παρόμοιες δυσκολίες εξυπηρέτησης εξωτερικού χρέους και πρόσβασης σε πρώτες ύλες και πολλές θα χρεοκοπήσουν. Η αγορά προϊόντων από το εξωτερικό (όπως φάρμακα και καύσιμα) θα γίνει δύσκολη έως και αδύνατη χωρίς προπληρωμή, καθώς οποιαδήποτε ελληνική εταιρεία θα θεωρείται εκ των πραγμάτων αφερέγγυα. Η δε προπληρωμή θα είναι σχεδόν αδύνατη μετά την κατάρρευση του δανεισμού από τις τράπεζες. Οι εξαγωγές θα μειωθούν και λόγω των προβλημάτων των ελληνικών τραπεζών και επιχειρήσεων και λόγω της συναλλαγματικής αβεβαιότητας. Η γενική συνέπεια θα είναι μια μεγάλη αύξηση της ανεργίας, περαιτέρω μείωση των εισοδημάτων και έλλειψη βασικών προϊόντων. Είναι ασαφές πως η όποια πολιτική δύναμη βρίσκεται στην εξουσία θα μπορεί να χειρισθεί τις ακραίες πολιτικά και εθνικιστικές φωνές, που αναμένεται να ενισχυθούν. Τέλος, μια κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας ενδέχεται να συμπαρασύρει και την κυπριακή, καθώς ένα μεγάλο μέρος του ενεργητικού των κυπριακών τραπεζών βρίσκεται στην Ελλάδα.

    Τι θα σημαίνει μεσοπρόθεσμα για την Ελλάδα η επιστροφή στη δραχμή;

    Κάποια στιγμή, ίσως ένα ή δύο χρόνια μετά την έξοδο, θα υπάρξει σταθεροποίηση. Η νέα κατάσταση θα έχει χαμηλά εισοδήματα, υψηλά επιτόκια και αδύναμο νόμισμα. Η χώρα θα έχει περιφερειακή μόνο σχέση με τις ευρωπαϊκές πολιτικές διεργασίες και η πίεση για τις μεταρρυθμίσεις, που είναι απαραίτητες για να αυξηθεί η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας, θα γίνει πολύ μικρότερη. Η χαμηλή παραγωγικότητα θα μπορεί να κρύβεται πίσω από υποτιμήσεις του νομίσματος ώστε να επιτυγχάνεται η τεχνητή (και, τελικά, προσωρινή) αύξηση της ανταγωνιστικότητας. Με απλά λόγια, θα έχουμε χαμηλούς μισθούς με ελάχιστη αγοραστική δύναμη για εισαγόμενα και θα πουλάμε τα προϊόντα μας φθηνά ώστε να βρίσκονται αγοραστές. Η Ευρωπαϊκή Ενωση θα προτιμήσει να μην βοηθήσει την Ελλάδα, ώστε ο ίδιος δρόμος να μην αποτελεί επιλογή για άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Θα υπάρξουν μόνο μικρές ομάδες του πληθυσμού που θα ενισχυθούν, όπως όσοι είχαν συσσωρεύσει χρέη προς το Δημόσιο, όσοι απολαμβάνουν μονοπωλιακά προνόμια στις αγορές και επωφελούνται από εμπόδια εισόδου, και όσοι έχουν μεταφέρει την περιουσία τους στο εξωτερικό. Οπως και στην Αργεντινή, θα υπάρξει μια περαιτέρω συμπίεση της μεσαίας τάξης και μια βαθύτερη οικονομική και κοινωνική πόλωση.

    Υπάρχει διέξοδος;

    Δεν υπάρχει λύση που θα μας επιτρέπει να συνεχίσουμε μέσα στην προστασία της Ευρωζώνης αλλά με την αμεριμνησία του παρελθόντος. Οι επόμενες εβδομάδες θα είναι κρίσιμες. Η Ελλάδα έχει κάθε συμφέρον να παραμείνει σε μια ενωμένη Ευρωζώνη και να χρησιμοποιήσει το παράθυρο ευκαιρίας που έχει, ώστε να μεταρρυθμίσει την οικονομία της σε μια πορεία πραγματικής σύγκλισης με τις λοιπές ευρωπαϊκές οικονομίες. Η μοναδική λύση στον ορίζοντα είναι οι επικείμενες εκλογές να οδηγήσουν σε κυβέρνηση που θα στηριχθεί ουσιαστικά από σημαντικό εύρος πολιτικών δυνάμεων και θα κινηθεί σε τρεις άξονες.

    Πρώτον, να επιβεβαιώσει την αδιαμφισβήτητη θέληση για παραμονή στην Ευρωζώνη στη βάση των σχετικών συμφωνιών με τους εταίρους.

    Δεύτερον, να προωθήσει επειγόντως (εντός εξαμήνου) και να στηρίξει στην πράξη ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις σε τομείς-κλειδιά, όπως το φορολογικό σύστημα, το σύστημα υγείας, την πλήρη μηχανοργάνωση κάθε υπηρεσίας του Δημοσίου ώστε να περιορισθεί η διαφθορά, τη διαφάνεια του συστήματος προμηθειών, τον εξορθολογισμό του συστήματος απονομής δικαιοσύνης και τη διασφάλιση του ανταγωνισμού στις αγορές – αυτές οι κινήσεις όχι μόνο θα βελτιώσουν τη ζωή των πολιτών, αλλά θα στείλουν ένα σαφές σήμα βούλησης πραγματικής αλλαγής.

    Τρίτον, σε συνεργασία με τους εταίρους, να επαναδιατυπώσει σημαντικές πτυχές της δανειακής σύμβασης προς την κατεύθυνση της ταχύτερης τόνωσης των επενδύσεων, της ανάπτυξης και της μείωσης της ανεργίας.

    Μια κυβέρνηση με διακομματική στήριξη, αλλά και σαφώς υπερκομματική μεταρρυθμιστική εντολή θα έχει σημαντικές προοπτικές επιτυχίας απλώς και μόνο από τη φύση της. Το σύνολο σχεδόν των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας έχει τη βάση του στη συστηματική παραβίαση θεσμών και κανόνων, που στήριζε και στηρίζονταν από κομματικές ή άλλες μικροκομματικές προτεραιότητες. Η κατάργηση αυτής της σχέσης ελέγχου, θα επιτρέψει την εφαρμογή θεσμικών μεταρρυθμίσεων. Οι μεταρρυθμίσεις, όπως και οι επενδύσεις που θα ακολουθήσουν, θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα αναιρώντας κατά πολύ τις βραχυπρόθεσμες συνέπειες της λιτότητας και προσφέροντας πραγματική γηγενή ανάπτυξη και ελπίδα.

    Μια τέτοια λύση θα επαναφέρει το κλίμα εμπιστοσύνης των εταίρων προς την Ελλάδα και θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για περαιτέρω διαγραφή του υφισταμένου χρέους (που είναι πλέον κατά κύριο λόγο διακρατικό). Μια διαπραγμάτευση για τη μείωση του χρέους θα πρέπει να γίνει τα επόμενα χρόνια, καθώς το χρέος παραμένει υψηλό: παρά τα χαμηλά επιτόκια, τα τοκοχρεωλύσια ανέρχονται στο 6% του ΑΕΠ, ένα δυσβάστακτο βάρος που μπορεί να υπονομεύσει τη μεταρρυθμιστική δυναμική.

    Ποιες αλλαγές είναι πιθανές στην Ευρωζώνη, και πώς θα μπορούσε η Ελλάδα να ωφεληθεί από αυτές;

    Υπάρχει η πιθανότητα χαλάρωσης της νομισματικής και της δημοσιονομικής πολιτικής στην Ευρωζώνη τους επόμενους μήνες, καθώς και της αντίληψης ότι η γενικευμένη λιτότητα δεν αποτελεί λύση. Ομως αυτή η χαλάρωση θα είναι περιορισμένη γιατί τα δημόσια ελλείμματα και χρέη είναι ήδη μεγάλα. Επίσης, δεν θα μπορεί να υποκαταστήσει τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας που είναι απαραίτητες για τις πιο αδύναμες οικονομίες. Οι ουσιαστικότερες αλλαγές σε επίπεδο Ευρωζώνης θα είναι προς μια περισσότερο λειτουργική και σφικτά δομημένη ένωση, και πιθανόν να αφορούν την πανευρωπαϊκή εποπτεία του τραπεζικού συστήματος και την ασφάλιση των καταθέσεων, καθώς και κάποια μορφή κοινής πρόσβασης στις χρηματαγορές όπως τα ευρωομόλογα.

    Οι αλλαγές στην Ευρωζώνη θα απαιτήσουν χρόνο. Για παράδειγμα, με το σημερινό εποπτικό καθεστώς τα ευρωομόλογα μπορεί να οξύνουν τα προβλήματα, καθώς θα μειώσουν τα κίνητρα για δημοσιονομική πειθαρχία στις υπερχρεωμένες χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία, και συγχρόνως θα μειώσουν την αξιοπιστία των δημοσιονομικά πειθαρχημένων χωρών, όπως η Γερμανία και η Ολλανδία. Επομένως, τα ευρωομόλογα μπορεί μεν να αποτελούν μέρος μιας μακροπρόθεσμης λύσης όπου συγχρόνως αυξάνεται ο διακρατικός έλεγχος και συντονισμός των προϋπολογισμών, αλλά σίγουρα δεν αποτελούν τον από μηχανής θεό που θα οδηγήσει σε άμεση λύση των προβλημάτων μας. Επίσης, τα επιτόκια των ευρωομολόγων δύσκολα θα είναι χαμηλότερα από αυτά με τα οποία η Ελλάδα δανείζεται τώρα από τους εταίρους της. Πέρα από τις όποιες αλλαγές στην Ευρωζώνη, πρέπει να τονίσουμε ότι μια οικονομία δεν μπορεί να βρίσκεται σε μια νομισματική ένωση εάν λειτουργεί αναποτελεσματικά και με πολύ ξεπερασμένες ή αντιπαραγωγικές πρακτικές σε σύγκριση με τις άλλες οικονομίες της ένωσης. Η ελληνική κοινωνία πρέπει να μετασχηματισθεί ουσιαστικά αν πρόκειται να πλησιάσει τον τρόπο λειτουργίας άλλων προηγμένων κρατών όπου η λειτουργία των θεσμών είναι πιο εύρυθμη και το επίπεδο ζωής ανώτερο. Προς το παρόν, όμως, παρουσιάζει την εικόνα χώρας που δεν μπορεί ή δεν θέλει να αλλάξει.

    Ισως τώρα που είμαστε στο χείλος του γκρεμού, οι πολιτικοί φερθούν με περισσότερο υπεύθυνο τρόπο και καταστρώσουν λεπτομερή σχέδια απελευθέρωσης του σημαντικού παραγωγικού δυναμικού της χώρας.

    Ποιοι υπογράφουν το κείμενο

    Οι οικονομολόγοι που γράφουμε αυτό το κείμενο έχουμε μακροχρόνια εμπειρία σε γνωστά πανεπιστήμια διεθνώς. Δεν έχουμε εμπλοκή στον σχεδιασμό της πολιτικής που ακολουθείται στην Ελλάδα, ούτε σχέση με πολιτικά κόμματα. Αγωνιούμε και ανησυχούμε βαθιά, όπως και όλοι οι Ελληνες, για τις εξελίξεις στην οικονομία και την κοινωνία και δεν θα θέλαμε να δούμε την άγνοια και τον λαϊκισμό να οδηγούν τη χώρα σε καταστροφικές και μη αναστρέψιμες επιλογές.

    Μάριος Αγγελέτος (Massachusetts Institute of Technology), Δημήτρης Βαγιανός (London School of Economics), Νίκος Βέττας (Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών), Γιάννης Ιωαννίδης (Tufts University), Γιώργος Κωνσταντινίδης (University of Chicago), Κώστας Μεγήρ (Yale University), Χάρης Ντέλλας (Universitat Bern), Νίκος Οικονομίδης (New York University), Μανόλης Πετράκης (Πανεπιστήμιο Κρήτης), Θανάσης Στέγγος (University of Guelph), Μιχάλης Χαλιάσος (Goethe University Frankfurt)

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s