[Δεν έχω τίτλο]

Λόγια, πάλι λόγια. Βαρέθηκα.

Υπάρχει μια σειρά από θέματα, λοιπόν. Δεν μπορώ να τα συνθέσω σε κάτι ολοκληρωμένο, πολύ περισσότερο σε κάτι που θα οδηγεί κάπου. Επιπλέον έχουμε πήξει από γνώμες, πόνο, δημηγορίες, διακηρύξεις, αίμα, απόψεις, προβλέψεις, καταγγελίες, οργή, διαγνώσεις, χειροκροτήματα, θυμό, επικλήσεις, αναλύσεις, μίσος, διαγγέλματα, ισοσκελισμούς, απειλές, αγριότητα, υποσχέσεις, χυδαιότητες, κατάρες, καλέσματα, κηρύγματα, ετυμηγορίες, προτροπές, ιερεμιάδες, χλευασμούς, ξυπνάδες. Ποιος έχει ανάγκη από ακόμα μια κουβέντα.

Γραφ’ τα κι ας είναι.

α. 

Θα το επαναλαμβάνω μέχρι να με διαβάζω μόνο εγώ: η κριτική σκέψη, η περιέργεια, η αναλυτική ικανότητα και η απορία-αμφιβολία δεν καλλιεργούνται στο ελληνικό σχολείο για εθνικούς λόγους. Πρόκειται για στρατηγική του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος: αν ενθαρρύνεις την αμφιβολία και την περιέργεια στα παιδιά, αν τα προτρέπεις να ψάξουν και να εξετάσουν και να ασκήσουν κριτική, κινδυνεύεις να κλονίσεις την πίστη τους στην εθνική ιδεολογία της ομοιογένειας-συνέχειας-ανωτερότητας-ιδιαιτερότητας τους ελληνισμού. Από τη στιγμή που αποκαταστάθηκε η δημοκρατία στη χώρα, αυτό όμως ταυτόχρονα συνεπαγόταν ότι αποκτήσαμε πολίτες (και ψηφοφόρους) οι οποίοι είναι ευάλωτοι στην προπαγάνδα και ανίκανοι να σκεφτούν καθαρά και συγκροτημένα, περισσότερο απ’ όσο θα περίμενε κανείς.

Το ότι δεν μπορούμε να σκεφτούμε καθαρά και συγκροτημένα σημαίνει ότι κατανοούμε πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις α) στη βάση σαρωτικών γενικεύσεων, άρα αδυνατούμε να σκεφτούμε πολιτικά, κάτι που απαιτεί να κάνεις λεπτές αλλά ουσιώδεις διακρίσεις ή β) ως αντιθετικά δίπολα, άρα γινόμαστε ευάλωτοι σε εκβιαστικά διλήμματα.

Ένα παράδειγμα που θέλω να φέρω δεν είναι από το πρόσφατο περιστατικό με τον υπόδικο ναζί Κασιδιάρη και τις πραγματικά ανησυχητικές αντιδράσεις μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης, αν και θα ταίριαζαν γάντι· είναι με αφορμή  αυτό:

Η αστυνομία μπαίνει σε θέατρο και συλλαμβάνει τους ηθοποιούς του έργου Corpus Christi για προσβολή των θείων, επειδή το έργο παρουσιάζει τον Κύριο και τους μαθητές Του ως ένα τρελό γκέι παρεάκι. Αντιπαρέρχομαι
1. τον σουρεαλισμό του περιστατικού και την αιτιολόγηση της εφόδου μιας αστυνομίας ξεφτιλισμένης, ακριβής στα πίτουρα και φτηνής στο στάρι,
2. την ποταπότητα μιας δικαιοσύνης αποπληκτικά τυπολατρικής και
3. τη χυδαιότητα μιας κοινωνίας που χειροκροτεί (όπως χειροκροτεί την αυτοδικία του παλληκαριού που μετανόησε για τον φόνο του διαρρήκτη)
– είπαμε, αρκεί πια με τις καταγγελίες – και μένω στη δήλωση του σκηνοθέτη:

«Να αποφεύγουμε να καταδικάζουμε κάτι εάν δεν έχουμε προσωπική γνώμη γιατί κάτι τέτοιο είναι ρατσισμός».

Ο ρατσισμός ως σαρωτική γενίκευση, συν μια γενικότερη σύγχυση. Από έναν άνθρωπο που έχει ανεβάσει τουλάχιστον μία παράσταση στη ζωή του, άρα μάλλον ξέρει γράμματα. Δε φταίει όμως αυτός. Ελληνικό σχολείο έβγαλε, ελληνικά έντυπα διαβάζει, ελληνικά ΜΜΕ καταναλώνει, με Έλληνες μιλάει…

Φίλοι, την έχουμε πατήσει άγρια ως λαός: το μόνο που θα μας σώσει είναι πολιτική σκέψη και πολιτική δράση. Αλλά πώς να γεννηθεί πολιτική σκέψη; Η κριτική σκέψη, η περιέργεια, η αναλυτική ικανότητα και η απορία-αμφιβολία θα μπορούσαν τελικά να είχανε σώσει την πατρίδα.

β.

Το μίσος είναι διαρκές και άσβεστο στην ελληνική κοινωνία τουλάχιστον από τον καιρό του Εθνικού Διχασμού. Μιλάω για το μίσος ως πολιτική συμπεριφορά, ως μια αναλυτική κατηγορία την οποία χρησιμοποιούμε (συγκαλυμμένα συνήθως) όταν μιλάμε για τα κοινά στην Ελλάδα. Αυτό που λέω μπορεί να διαβαστεί και σε συνάρτηση, χωρίς όμως να ταυτίζεται, με αυτό που λέει ο Καρασαρίνης εδώ – θεωρώ ότι το ζήτημα δεν είναι ο λόγος για τη βία αλλά η προϋπόθεση του μίσους που ενυπάρχει στον ελληνικό πολιτικό λόγο. O mao θα το ονόμαζε αδυναμία να κοιτάξουμε μπροστά, διαρκή επιστροφή στο παρελθόν όπως το αντιλαμβανόμαστε: στο 1453, στο 1922, στο 1944, στο 1974 κτλ. Δεν είναι όμως μόνον η προγονοπληξία και η ομφαλοσκόπηση, είναι και το μίσος που χρωματίζει αυτή τη διαρκή ενασχόληση με τα φαντάσματα του συλλογικού παρελθόντος: η γενικευμένη απέχθεια, η απρόσωπη αποστροφή, η οργή που καταριέται κι εύχεται θάνατο και συμφορά, η ανάγκη για αίμα, κρεμάλα, απόσπασμα, φωτιά.

Μέχρι το 2008 το μίσος είχε σαφείς αποδέκτες: τον Τούρκο, τον Βούλγαρο, τον (αντι)βενιζελικό, το κουμμούνι / τον αριστερό, τον μοναρχοφασίστα / δεξιό. Υποτίθεται ότι το μίσος καταλάγιασε τη δεκαετία του ’80 (ή έμεινε με μόνον αποδέκτη τον Τούρκο) και το 1991 απέκτησε καινούργιο αποδέκτη: τον Αλβανό / ξένο. Τον Δεκέμβριο του 2008 καταλύθηκαν και αυτά τα στεγανά, το μίσος πλέον διαχυθηκε και διαπότισε ολόκληρη την κοινωνία. Ο καθένας πια μπορεί να μισεί οποιονδήποτε άλλο και για οποιονδήποτε λόγο. Επαναλαμβάνω: μιλάω για το μίσος ως γνώμονα και κίνητρο κοινωνικής συμπεριφοράς και πολιτικής δράσης.

Από αυτή την άποψη, μια εγκληματική ναζιστική οργάνωση που επανιδρύεται ως κόμμα μίσους έχει πολλή δουλειά να κάνει και θα συνεχίσουμε να τη βλέπουμε στις επόμενες Βουλές. Ιδίως τώρα που τα κόμματα-σουπερμάρκετ επιτέλους μάς άφησαν χρόνους.

γ.

Το ΚΚΕ φέρει ευθύνη για πάρα πολλά: για όλα όσα ξέρουμε καλά, για την ποδηγέτηση του άνθους της καλλιτεχνικής και πολιτιστικής δραστηριότητας επί δεκαετίες, για την νεκροφάνεια στην οποία έχει περιπέσει από το 2010. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο, πταίσμα σε σύγκριση με άλλα: απενοχοποίησε την έννοια ‘φασίστας’.

Έχουμε στενούς οικογενειακούς φίλους που είναι στελέχη του ΚΚΕ, ας πω «επιφανή στελέχη» αν και είναι τίμιοι και διαβασμένοι αγωνιστές και άνθρωποι. Τέλος πάντων, πέρασα την εφηβεία μου – όπως κι άλλοι στη γενιά μου – να τους ακούω να ονομάζουν «φασίστα» οποιονδήποτε διαφωνούσε με το Κόμμα και δεν ήταν μαρξιστής (ως γνωστόν, για τους εκτός Κόμματος μαρξιστές υπάρχουν άλλοι όροι, κάποιοι καλιαρντοί κιόλας). Στο τέλος κατέληγες να μην μπορείς (όταν ήμουν φοιτητής) να πεις τον πραγματικό φασίστα «φασίστα», αφού στο μυαλό σου ‘φασίστας’ είναι απλώς ο μη-ΚΚΕ, άρα ο όρος ‘φασίστας’ κατέληγε τελείως ξεχειλωμένος και ενίοτε έως και τιμητικός. Σιγά σιγά καταλαβαίναμε κι εμείς ότι όταν κανείς κατήγγελλε κάποιον για φασίστα ήταν ή κνίτης ή κάπως υπερβολικός τέλος πάντων.

Έτσι καταλήξαμε καλλιεπείς ευφημισμοί όπως ‘ακροδεξιός’ να αποδίδονται όχι σε ακραίους εθνικιστές και οπαδούς του ολοκληρωτισμού, αλλά σε πραγματικούς φασίστες. Φτάσαμε άνθρωποι που είναι απλώς αντικομμουνιστές να αυτοαποκαλούνται ‘φασίστες’, θεωρώντας ότι είναι περίπου τιμητικός τίτλος. Κι εδώ δε μιλάμε για λέξεις, οι λέξεις είναι ασήμαντες. Μιλάμε για έννοιες και για το ξεχείλωμά τους, μιλάμε για σημαντική συμβολή στον εννοιακό και διανοητικό πολτό μέσα στον οποίο κολυμπάμε, από τη μια ανερμάτιστοι και από την άλλη ανίκανοι να επιπλεύσουμε πάνω του. Μιλάμε για το «όλοι το ίδιο είμαστε» που τόσο παραστατικά και ανησυχαστικά εικονογραφεί αυτό το έργο.

__________________________________________________________

Shortlink: http://wp.me/p1eFQy-1qk

Gallery | This entry was posted in Criticism, Opinions and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s