Στην Ιουλιανού το ’99

Για 13η μέρα στο «Παίδων». Στην απομόνωση. Περίπου δηλαδή. Στο διπλανό κρεββάτι ένα μωρό με κάτι υστερικούς γονείς που καθάριζαν οχτακόσιες φορές την ημέρα τα πάντα με μπλε οινόπνευμα. Για απολύμανση, λέει. «Δεν πρέπει να αναπνέεται το μπλε οινόπνευμα. Φέρτε καθαρό», ζητούσα. Μιλούσα σε ντουβάρια. Απομόνωση γαρ. Φίλοι έρχονταν για να προσευχηθούν για κείνο το μωρό. Στην συνέχεια έμαθα πως άνηκαν στους Πεντηκοστιανούς. Πίστευαν πως όλα τα τα φέρει δεξιά ο Θεός. Τέλος πάντων. Άλλο θέλω να πω.

Δύο εβδομάδες, λοιπόν, στην απομόνωση. Τρέχοντας επέστρεψα με τον Χρηστάρα μου από Θεσσαλονίκη για την εισαγωγή στο «Παίδων». Πριν από ένάμησι χρόνο ξαφνικά φούσκωσε, πρήστηκε και οι αιματολογικές έδειξαν μια ασθένεια που εμφανίζεται σε 40 παιδιά κάθε χρόνο στην Ελλάδα. Νεφρωσικό σύνδρομο, λέει. Τι είναι αυτό; Τότε ούτε και οι ίδιοι ήξεραν από πού προερχόταν. Ήξεραν μόνο τον τρόπο αντιμετώπισης. Κορτιζόνη. Χαπάκια τρεις φορές την ημέρα και έλεγχος ούρων με τις ειδικές ταινίες. Κάθε πρωί, έλεγε ο γιατρός. Τρεις φορές την ημέρα, τον έκανα.

Σταδιακή μείωση της κορτιζόνης μέχρι να σταματήσει εντελώς και με την αγωνία να συνεχίσει ο οργανισμός την λειτουργία του χωρίς επιπλοκές και χωρίς φαρμακευτική υποστήριξη. Μια εβδομάδα μετά την παύση του φαρμάκου, να σου πάλι η λευκωματουρία. Και ξανά σε θεραπεία. Από την αρχή. Βασανιστικά. Και να περιμένεις από τα τρία περίπου να φτάσεις στα δέκα, έντεκα, δώδεκα για να αποκατασταθεί το πρόβλημα με την έκρηξη των ορμονών λόγω εφηβείας. Α, κάθε φορά που όλα πήγαιναν καλά, αν συνέβαινε οποιαδήποτε ίωση, κρυολόγημα κλπ, το πρώτο που έκανε ο οργανισμός, ήταν υποτροπή.

Δύο εβδομάδες, λοιπόν, στο «Παίδων» με την υποτροπή να μην λέει να σταματήσει. Συν ίωση, κρυολόγημα, διάρροια. Ένα παιδί εξαντλημένο, με την πεταλούδα στο χέρι, με γλαρωμένα μάτια χαμογελαστά που έπαιζε με τα playmobil, με κάποιες βόλτες έξω στο προαύλιο του νοσοκομείου. Και με βάρδιες από τον μπαμπά για να πεταχτώ για  ένα μπάνιο στο σπίτι. Δηλαδή, ο άνθρωπος εκεί ήταν σχεδόν όλη την ημέρα. Και ξανά πίσω.

Η κατάσταση δεν άλλαζε. Αποφασίζεται λήψη ισχυρού φαρμάκου που μπορεί να προκαλέσει αλλεργικό σοκ. Πιθανότητες πενήντα πενήντα. «Όχι» λέω στον διευθυντή της κλινικής. «Μα, ούτως ή άλλως, η ζωή του παιδιού σας κινδυνεύει. Αν δεν…», απαντά ευγενικά με απροσδιόριστο βλέμμα. «Όχι σήμερα», λέω, «αύριο». «Δεκτό» απαντά και κλείνει εκεί η κουβέντα.

Φεύγω από το «Παίδων». Στην δική μου απομόνωση τούτη τη φορά. Αυτοκινητική. Άκουγα «Μελωδία», όσο ζούσα στην Αθήνα. Παίζει αυτό. Ασυναίσθητα ανοίγω τέρμα την ένταση. Φτάνω στο φανάρι της Ιουλιανού. Μηχανικά σταματώ στο κόκκινο. Και ξαφνικά ο οδηγός μιας μηχανής ήδη σταματημένης τρομάζοντας από την ένταση της μουσικής, γυρνά πίσω του να δει ποιος είναι. ‘Χαμήλωσε’, μου κάνει νόημα με τα χέρια του. Φορούσε και κράνος, φαντάσου πώς ακουγόταν. Χαμογέλασα. «Αχ και να’ξερες», κούνησα το κεφάλι.

Έχουν περάσει από τότε 12 χρόνια. Τέλος καλό, όλα καλά. Τον βλέπω να μεγαλώνει, να κάνει μαγκιές, να παίζει κιθάρα, να κρύβει την λύρα, να φτιάχνει αυγά τηγανητά με σάλτσα φρέσκιας ντομάτας, να σιδερώνει τα πουκάμισά του, να διαβάζει ό,τι τον ενδιαφέρει, να ζητά μηχανάκι, να προσπαθεί να μου πάρει τον αέρα- και το πετυχαίνει ο κοπρίτης- να ισχυρίζεται πως τα ξέρει όλα καλύτερα από μένα την «άσχετη», να ψιλοδουλεύει για το χαρτζηλίκι του και να μου λέει με νοσταλγία: «πέρασα από το Ακταίον, είδα τις κούνιες γεμάτες από μικρά και θυμήθηκα τα παιδικά μου χρόνια». Ίσα από κει, ρε βλαμμένο, που θυμήθηκες και τα παιδικά σου χρόνια. Ώρες –ωρες βάσανο η εφηβεία του. «Μην λειτουργείς ως κόπανος, αγόρι μου» μου ξεφεύγει καμιά φορά. «Πρόσεχε πώς μου μιλάς, εντάξει;» αγριεύει. Ο ‘άγριος’ θέλει μεγαλώνοντας να μου πάρει αυτοκίνητο. «Μάνα, όταν πιάσω κανονική δουλειά, θα σου πάρω ένα κανονικό αυτοκίνητο» λέει. «Εσύ, είσαι χαζή». Γελώ. «Τι γελάς, πώς κυκλοφορείς με αυτό;».

Χθες άκουσα ξανά το τραγούδι της Ιουλιανού. Έχουμε τσακωθεί για πολλοστή φορά τις τελευταίες μέρες. Σταματά ο χρόνος. Περνά σαν ταινία από το μυαλό μου όλη η περιπέτεια της υγείας του. Την ζωή την βλέπεις αλλιώς, όταν σου συμβούν δύο πράγματα: ‘‘αποχαιρετίσεις’’ οριστικά αγαπημένο πρόσωπο και φτάνεις στο κατώφλι για να ‘‘αποχαιρετίσεις’’ το παιδί σου. Ωριμάζεις απότομα, συνειδητοποιείς την μικρότητά σου. Ίσως, έτσι εξηγείται «γιατί είμαι χαζή» και κυκλοφορώ με ένα «μη κανονικό αυτοκίνητο». Να το πω αλλιώς: όταν ο λυγμός και η προσευχή γίνονται ένα, το μόνο που μετρά είναι η στιγμή. Ένα αμάν και ένα αμήν για σωσίβιο.

της Τζίνας Δαβιλά

__________________________________________________________

Shortlink: http://wp.me/p1eFQy-1vL

Gallery | This entry was posted in Life, Stories from the city and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s