Λίγα ακόμη λόγια για το φασισμό

Πριν από μερικές εβδομάδες, η Γαλλική εφημερίδα Figaro παρουσίασε τον ακροδεξιό χάρτη της Ευρώπης, στον οποίο καταγράφονται οι βουλευτικές έδρες που αντιστοιχούν σε μέλη ακροδεξιών ή φιλοναζιστικών κομμάτων.

Στην πρώτη θέση βρίσκεται η Ιταλία, με τη Λέγκα του Βορρά στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές του 2008 να λαμβάνει το ιστορικό υψηλό ποσοστό του 8%. Ακολουθεί η Αυστρία με το ειρωνικά αυτο-αποκαλούμενο Κόμμα της Ελευθερίας – Freiheitliche Partei Österreichs – που συσπειρώνει από νοσταλγούς του 3ου Ράιχ μέχρι και λαϊκιστές ακροδεξιούς, κόμμα που θεωρείται φαβορί στις προσεχείς βουλευτικές εκλογές. Στην τρίτη θέση βρίσκεται η Ελβετία, με την Δημοκρατική Ένωση του Κέντρου, λαϊκιστικό και ανοιχτά ξενοφοβικό κόμμα που αποτελεί την πρώτη κοινοβουλευτική δύναμη της χώρας ενώ στην Γαλλία δυο βουλευτές εξέλεξε το ακροδεξιό Εθνικό Μέτωπο (FN) της Λεπέν, στον δεύτερο γύρο των βουλευτικών εκλογών. Ακόμα όμως και τα κράτη στα οποία ακροδεξιές παρατάξεις δε καταφέρνουν να εισέλθουν στο κοινοβούλιο εκλέγονται ακροδεξιοί ευρωβουλευτές: π.χ στην Βρετανία, όπου λόγω ενός ιδιόμορφου εκλογικού νόμου, το κόμμα της Ανεξαρτησίας UKIP παρότι συγκέντρωσε πάνω από ενάμιση εκατομμύριο ψήφους (καθιστώντας την 4η ισχυρότερη πολιτική δύναμη) και το νεο-φασιστικό BNP πάνω από μισό εκατομμύριο (5ο κόμμα) δεν κατάφεραν να μπουν στη βουλή. Στις Ευρωεκλογές, όμως, του 2009, δεύτερο κόμμα ήρθε το UKIP με 16,1% και 13 έδρες και πέμπτο το BNP με 6,2% και 2 έδρες. (Βλ, αποτελέσματα ευρωεκλογών 2009)

Έτσι, αυτό που παρατηρούμε σε γενικές γραμμές είναι μια έντονη τάση συντηρητικοποίησης, με φωνές οι οποίες αρκετά χρόνια ήταν στο περιθώριο της πολιτικής σκηνής, τώρα να κάνουν ισχυρή την παρουσία τους και να κερδίζουν όλο και περισσότερο έδαφος στα μη προνομιούχα στρώματα.

Από τη μια, ο εθνικός συντηρητισμός λειτουργεί ως υποκατάστατο δόγμα στον μεταμοντέρνο μηδενισμό και την έλλειψη νοήματος που μαστίζει τις Δυτικές κοινωνίες, διεγείροντας και την φαντασία αυτών που αναζητούν να προσδώσουν κύρος και αναγνωρισιμότητα στον εαυτό τους ταυτίζοντάς τον με κάποιο «ένδοξο» ιστορικό παρελθόν. Λειτουργεί ως κινητήριος μοχλός του θυμικού που εξαιτίας αυτού του «ένδοξου» παρελθόντος (το οποίο εσκεμμένα ταυτίζεται με το έθνος και το κράτος πολλές φορές) και είναι ικανό να κινητοποιήσει. Από την άλλη, βέβαια, τους τελευταίους μήνες παρατηρούμε ότι μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο κεντροδεξιές παρατάξεις αρχίζουν να υιοθετούν και να χρησιμοποιούν όρους που βλέπαμε μόνο στην άκρα δεξιά. Ο Βρετανός πρωθυπουργός, David Cameron, κατά τη διάρκεια των ταραχών του Αυγούστου του 2011 δήλωσε πως σε περίπτωση επανάληψης παρόμοιας ευρείας έκτασης επεισοδίων θα χρησιμοποιηθεί ο στρατός για καταστολή. Καθ’ όλη τη διάρκεια των συγκρούσεων, διαφόρων ειδών ακροδεξιοί ηθικολόγοι (μεταξύ αυτών και ο ηγέτης του UKIP, Nigel Farrange) παρέλασαν από τα τηλεοπτικά πλατό καλώντας τον κόσμο «να καταδώσει όποιον διαδηλωτή εντοπίσει». Επίσης, φωτογραφίες διαδηλωτών (χωρίς να καλύπτονται τα πρόσωπα τους) προβλήθηκαν είτε τηλεοπτικά, είτε από έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα ενώ ο Cameron απέρριψε τις επικρίσεις διαφόρων ΜΚΟ κάνοντας λόγο για «ψευτοανησυχίες στο όνομα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», δανειζόμενος την χαρακτηριστική ατάκα που προέρχεται από πολιτικούς νεοφασιστικών κομμάτων. Ας μην πάμε όμως τόσο μακριά! Μόλις λίγες ώρες πριν (ο Cameron) δήλωσε πως προτίθεται να εφαρμόσει περιορισμούς για την είσοδο Ελλήνων μεταναστών στη Βρετανία Ελλήνων και άλλων πολιτών της Ευρώπης: «Η νομική θέση είναι πως εάν σημειωθεί εξαιρετική πίεση, είναι πιθανή η λήψη δράσεων για περιορισμό των μεταναστευτικών ροών, αλλά φυσικά  ελπίζουμε πως κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί», είπε (με σκοπό… να ξεβρομίσει η χώρα;)

Με ποιό τρόπο λειτουργεί το φυλετικό μίσος και ο ολοκληρωτισμός;

Στην Ελλάδα, τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής στις εκλογές, προκάλεσαν δήθεν έκπληξη σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού, το οποίο μάλλον ξέχασε τα ποσοστά του ΛΑ.Ο.Σ. ή τη μέχρι τώρα πολιτική σύνθεση των ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας (που παραδοσιακά εγκόλπωναν όλο το δεξιό φάσμα από τους χουντοβασιλόφρονες έως τους μετριοπαθείς κεντροδεξιούς). Ο Μιχαλολιάκος, μπορεί να έχει το λόγο ενός γραφικού χουντικού του καφενείου, μήπως όμως ο τηλενομάρχης Ψωμιάδης του αδελφού -κατά δήλωση του- κόμματος της ΝΔ, είναι διαφορετικός; Ο φασισμός άλλωστε ποτέ δεν στηρίχτηκε στις ιδέες, στο διάλογο, στην ελπίδα και στη δημιουργία, αλλά στα πιο συντηρητικά στοιχεία του Δυτικού πολιτισμού, τα οποία σε περιόδους οικονομικής ύφεσης εκδηλώνονται μέσω του κλίματος έντονης εσωστρέφειας που καλλιεργείται εντός μιας κοινωνίας που υποφέρει. Ο Ισπανός Φράνκο δεν ήταν κάποιος νοήμων άνθρωπος, που αφού εξέθετε τα επιχειρήματα του, κατέληγε να διατάζει τον τακτικό στρατό να εκτελεί μαζικά τους τσιγγάνους και τους πολιτικούς του αντιπάλους. Ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι δεν κέρδισαν την υποστήριξη εκατομμυρίων Γερμανών και Ιταλών μέσω της πειθούς δια του άμεσου διαλόγου με τους πολίτες, ούτε με τον «πολιτικό» τους λόγο. Βάσισαν, όμως, ολόκληρη την κοσμοθεωρία και την δημαγωγία τους στους μικροαστικούς φόβους που είχαν κυριεύσει σχεδόν ολόκληρο τον Δυτικό κόσμο, έπειτα από το οικονομικό κραχ το 1929.

Μια άλλη ουσιώδης όψη του φασισμού (και κάθε ολοκληρωτικού κινήματος) είναι η γέννησή του στους δρόμους όπου σε συνθήκες βαθιάς πολιτικής κρίσης και διάλυσης του κοινωνικού ιστού και της κοινωνικής συνοχής, παραμονεύει την ήττα κάποιου δημοκρατικού κινήματος με σκοπό ν’ αναρριχηθούν στην εξουσία μια χούφτα λαοπλάνοι δημαγωγοί. Τα φασιστικά (και όλα τα ολοκληρωτικά) καθεστώτα καταπατούν την ατομικότητα, χρησιμοποιούν τον φυλετισμό και μέρους των σοσιαλιστικών προταγμάτων από τα οποία αφαιρούν κάθε ωφελιμιστικό κίνητρο, επενδύοντας στη λογική πως οι κοινωνίες δεν αποτελούν ένα σύνολο διαφορετικών ανθρώπων αλλά μια αναλώσιμη μάζα, μέσω μιας προωθούμενης ομοιομορφίας και (θρησκευτικής σχεδόν) προσήλωσης στο πρόσωπο ενός ηγέτη, του οποίου η εξουσία είναι απόλυτη και αναντίρρητη. Πρόκειται για καθεστώτα απόλυτης βίας, που καταστρέφουν την πολιτική σφαίρα, προσπαθώντας να αλλάξουν όχι την κοινωνία αλλά την ίδια την ανθρώπινη φύση (όπως θα έλεγε και η Hannah Arendt).

Αυτό, όμως, που πρωταρχικά παρατηρεί κανείς στις φασιστικές δικτατορίες δεν είναι η καταπίεση και οι διώξεις, αλλά η μαζική αποχή από την πολιτική ζωή που καλλιεργείται εσκεμμένα από τους δικτάτορες και η κυριαρχία μιας κουλτούρας εύκολου lifestyle, όπου η ζωή των εξουσιαζόμενων μοιάζει μ’ ένα ατέλειωτο πανηγύρι, σαν να πρόκειται για το ακριβό περιτύλιγμα ενός χαλασμένου προϊόντος, μια βιτρίνα που κρύβει την καχυποψία και τις ίντριγκες, με το κράτος σε ρόλο κατασταλτικής/τρομοκρατικής μηχανή που ελέγχει την κίνηση κάθε πολίτη, δίνοντας τροφή στον φόβο και την κοινωνική αποκτήνωση, όπου κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν, όπου ο φίλος μπορεί να είναι παράλληλα και εχθρός: Δεκάδες περιστατικά στην πρώην Ανατολική Γερμανία έχουν αναφερθεί, όπου υπάλληλοι της μυστικής αστυνομίας της Στάζι (κατά πρότυπο των δυνάμεων καταστολής της Χιτλερικής μηχανής) πολλές φορές αναγκάζονταν να συνάψουν δεσμούς γάμου με γυναίκες που ήταν ύποπτες για αντι-καθεστωτική δράση, προκειμένου να τις παρακολουθούν ανενόχλητοι. Ή μήπως δεν θα μπορούσε κάποιος που αντιπαθεί τον γείτονά του να τον καταγγείλει στην Γερμανική Γκεστάπο ή στους Ιταλούς squadristi (ομάδες υπεύθυνες για την επιβολή της τάξης στην Ιταλία που ταυτόχρονα λειτουργούσαν ως εκτελεστές αντιφρονούντων) ως κομμουνιστή ή στην NKVD (μυστική αστυνομία της ΕΣΣΔ κατά την περίοδο του Στάλιν που αργότερα μετονομάστηκε σε KGB) ως Τροτσκιστή; Πόσο απέχουν τέτοιου είδους πρακτικές από τις περιπτώσεις όπου συμπολίτες μας καταγγέλλουν περιστατικά μικρής παρανομίας όχι στην αστυνομία αλλά στην Χρυσή Αυγή, ή δίνουν στην ακροδεξιά αυτή γκρούπα την αρμοδιότητα να επιληφθεί κάποιου ξεκαθαρίσματος λογαριασμών; Πόσο απέχει η περίπτωση της Στάζι από τις πρακτικές της αστυνομίας σύγχρονων «δημοκρατικών» κρατών; Πρόσφατα η Βρετανική Guardian δημοσίευσε άρθρο το οποίο αποκαλύπτει πως σε κάποιες περιπτώσεις, μέλη της  μυστικής αστυνομίας είχαν δημιουργήσει ακόμη και οικογένεια με ακτιβιστές.

Τα φασιστικά κινήματα είτε καταφεύγουν στη χρήση της παραστρατιωτικού τύπου βίας απ’ όπου και επιδιώκουν μέσω του χάους και της αταξίας που προκαλούν ν’ αποδυναμώσουν την ισχύ των θεσμών του παλιού (φιλελεύθερου) καθεστώτος και να επιβάλουν τη δική τους τάξη είτε προσπαθούν να διαβρώσουν εκ των έσω τον κρατικό μηχανισμό (κυρίως την αστυνομία και τα όργανα που είναι υπεύθυνα για την διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης), όπως ακριβώς συνέβη και στην Ελληνική περίπτωση, όπου σχεδόν ένας στους δύο αστυνομικούς ψήφισαν Χ.Α. Ο φασισμός (και κάθε κίνημα που βασίζεται στην υπερεθνικιστική βία), κατά τους Ορθόδοξους Μαρξιστές και τους ρασιοναλιστές – με βάση τον συλλογισμό του καθηγητή Stuart Kaufman – αποτελεί δημιούργημα των πολιτικών και οικονομικών ελίτ, οι οποίες προσπαθούν είτε να διχάσουν την εργατική τάξη (Μαρξιστές) είτε, με σκοπό ν’ αναρριχηθούν στην εξουσία, καλλιεργούν μύθους υπέρ της φυλής ή κοινωνικής ομάδας που υποστηρίζουν και εκμεταλλευόμενοι την ανασφάλεια και τον φόβο για τις κινήσεις κάποιας άλλης, σπέρνουν τον διχασμό και το μίσος. Για τους Μαρξιστές, ο φασισμός ήταν (και είναι) μια προσπάθεια της αστικής τάξης να τιθασεύσει δια της βίας τις δικές της αρχικά αντιφάσεις, να οικειοποιηθεί τις μεθόδους των κοινωνικών κινημάτων προς όφελός της, και να αναπτύξει όλες τις δυνατότητες του σύγχρονου κράτους, αρχικά εναντίον ενός εσωτερικού εχθρού, και στη συνέχεια ενός εξωτερικού. Έτσι, η Χρυσή Αυγή, με λίγα λόγια, δεν είναι τίποτε διαφορετικό από το μαστίγιο των ελίτ. Από την άλλη, οι συμβολιστές θεωρούν πως το φυλετικό μίσος πηγάζει από την ίδια την κοινωνία που βρίσκεται έρμαια του απομονωτισμού και των μυθοπλασιών που η ίδια εκτρέφει ενάντια σε οτιδήποτε φαντάζει διαφορετικό, εν ολίγοις, το αίτιο της σύγκρουσης αποδίδεται σε ενδογενείς αιτίες.

Από μια καθαρά ρασιοναλιστική οπτική γωνία, η Χρυσή Αυγή αποτελεί γρανάζι του συστήματος και όπλο των εξουσιαστών που φορά έναν αντισυστημικό μανδύα αντιγράφοντας μέρος της φρασεολογία των αναρχικών και της αριστεράς και υιοθετώντας την κριτική τους στο καπιταλιστικό σύστημα, προσαρμόζοντας το, βέβαια, σε μια ασήμαντη και ακίνδυνη βερσιόν όπου κυριαρχεί η συνθηματολογία και ο κούφιος λόγος. Επιδιώκει, παράλληλα, την πρόκληση βίας ώστε να πλασάρει θέαμα στο αιμοχαρές νοσηρό κοινό της και αποπροσανατολίζοντας την κοινή γνώμη από τις ρίζες των υπαρκτών κοινωνικών προβλημάτων, παρουσιαζόμενη ως αυτόκλητος προστάτης, ως μπάτσος στη θέση του μπάτσου, ή καλύτερα ως μπάτσος δίπλα στο μπάτσο. Δεκάδες περιστατικά έχουν καταγραφεί με πολίτες να καλούν την αστυνομία και αυτή να τους κατευθύνει στη Χρυσή Αυγή (το ομολογούν φουσκώνοντας από καμάρι και οι ίδιοι…), επισκέπτονται καταστήματα προσφέροντας προστασία με αντάλλαγμα μια ψήφο, την ίδια στιγμή που ο αρχηγός της διαλαλεί τις αρετές της χούντας (εκμεταλλευόμενος όμως τις παροχές της ψευδεπίγραφης δημοκρατίας), της λογοκρισίας (καταγγέλλοντας βέβαια αυτούς που ρίχνουν το site τους) και αναπτύσσει έναν ξεκάθαρα εμφυλιοπολεμικό λόγο (χωρίς βέβαια να αναλαμβάνει τις ευθύνες για οποιαδήποτε φασιστική πισώπλατη επίθεση). Για έναν συμβολιστή, όμως, η Χ.Α αποτελεί απλά μια ακόμη έκφραση της κοινωνικής συντηρητικοποίησης και, παράλληλα, μια ακραία αντανάκλαση του εθνικιστικού νεοελληνικού φαντασιακού και του εσωτερικευμένου κρυφού πόθου για εκπλήρωση της Μεγάλης Ιδέας.

Ο ρόλος του διαδικτύου

Βρίθει η Ελληνική μπλογκόσφαιρα από δήθεν αποκαλυπτικό υλικό και μυστικά που «οι κυβερνήσεις μας έκρυβαν τόσα χρόνια». Πλέον το Ελληνόφωνο διαδίκτυο έχει καταστεί ως το απόλυτο μέσο με το οποίο εκδηλώνονται και διαδίδονται κατά κόρον οι ακροδεξιές και φασιστικές τάσεις και θέσεις. Δεκάδες blogs, τα οποία συνεχίζουν να αναδημοσιεύουν καθημερινά την ίδια «είδηση» με τίτλους όπως «Είδηση Βομβα! Λαθροεισβολείς τρώνε σκυλιά», ή «Αποκάλυψη, οι Έλληνες πάτησαν πρώτοι στο φεγγάρι», ή «Προδότες Ανθέλληνες Πολιτικοί», χρησιμοποιώντας κυρίως την απλή πλατφόρμα του Blogger, που ανήκει στην Google και φέρνει μεγαλύτερη επισκεψιμότητα μέσω αναζήτησης, προβάλλουν και αναπαράγουν (με τον δικό τους «ιδιόμορφο» τρόπο) είτε ένα μικρό κομμάτι της πραγματικότητας (αυτό που, φυσικά, τους βολεύει) είτε ακόμη και το πιο ανυπόστατο ψέμα ως ακλόνητη αλήθεια. (Άλλωστε δεν χρειάζεται κανείς να έχει στοιχεία και αποδείξεις προκειμένου να διαδώσει οτιδήποτε μπορεί να σκαρφιστεί ο νους του μέσω της Ελληνικής μπλογκόσφαιρας. Αρκεί ένας πιασάρικος και πομπώδης τίτλος, μια μέτρια δόση κακόγουστης φαντασίας και λίγο θέαμα που αναπαράγει φρίκη και λειτουργεί ως τροφή για τους κάθε μικροαστικούς φόβους και μέσα σε μία ημέρα μια ανάρτηση θα έχει αναδημοσιευτεί σχεδόν παντού). Παράλληλα, αντιγράφοντας τη συνθηματολογία κυρίως των αναρχικών, με σημαίες από το Μεγαλέξανδρο έως τον Λεωνίδα της ταινίας του Hollywood και από τον Κολοκοτρώνη έως τον δολοφόνο Ντερτιλή, προσπαθούν εναγωνίως να αποδώσουν ένα… «αντισυστημικό» λόγο που, περιέργως, καταφέρεται σχεδόν αποκλειστικά εναντίον μεταναστών, πολιτικών και μεγαλοδημοσιογράφων, αποφεύγοντας και αδυνατώντας παράλληλα να θίξουν κάτι μη λαϊκίστικο, μη φτηνιάρικο και ουσιαστικό.

Με συντονισμένες επισκέψεις σε γνωστά Portals, όπως πχ αυτό του Μ.Τριανταφυλλόπουλου, ή του Ν.Χατζηνικολάου, επιχειρούν να παρουσιάσουν, με τους συνεχείς σχολιασμούς των ίδιων και των ίδιων χρηστών του διαδικτύου, πως η ακροδεξιά είναι πλειοψηφία. Το επίπεδο και η αλληλουχία των σχολίων βέβαια είναι χαρακτηριστική και δεν αλλάζει από χρήστη σε χρήστη (που σχεδόν πάντα θα έχει ως άβαταρ την ελληνική σημαία): Αρχικά, θα χαρακτηρίσει ανθέλληνα όποιον διαφωνεί μαζί του, στη συνέχεια θα προβάλλει τα ομοφοβικά και σεξιστικά του αισθήματα και στο τέλος θα καταλήξει να βρίζει το γενεαλογικό δέντρο του διαφωνούντα. Η ίδια τακτική χρησιμοποιείται και στις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης, σε ομάδες και σελίδες που οι τίτλοι τους επευφημούν την αστυνομία ή το στρατό, ή στρέφονται ενάντια στους ξένους. Παρ’ όλο το άτοπο της υπόθεσης, πολλοί από τους ανθρώπους αυτούς (εξαιρούμε αυτούς που αποσκοπούν σε κέρδος) εξακολουθούν να θεωρούν εαυτούς αντισυστημικούς…

Ο ρόλος των ΜΜΕ

Σημαντικό ρόλο στην γέννηση, τόνωση και διάδοση των νεοναζιστικών-νεοφασιστικών και κάθε  είδους συνωμοσιολογικών ιδεοληψιών σε μία κοινωνία βαθιά    αποπολιτικοποιημένη και απαθή, οπωσδήποτε διαδραματίζουν τα ΜΜΕ, τα οποία άρχισαν ν’ ασχολούνται με την Χρυσή Αυγή μόλις μετά τις εκλογές, αποκρύπτοντας όμως ταυτόχρονα και μέχρι και σήμερα, πολλές δεκάδες δολοφονικές επιθέσεις των «λεβεντόπαιδων με τα μαύρα» και προσπαθώντας μ’ αυτήν την ύπουλη παθητική διγλωσσία να παρουσιάσουν τα συναισθηματικά νεκρά τους πρόσωπα τάχα ως λαϊκά παιδιά, σαν τους νεαρούς της διπλανής πόρτας. Σήμερα σχεδόν κανείς δεν ασχολείται με την πραγματική φύση της Χρυσής Αυγής – της οργάνωσης που είναι πιστό αντίγραφο των πιο αποτρόπαιων εγκλημάτων ενός όχι και τόσο μακρινού παρελθόντος. Η Χρυσή Αυγή αφήνεται μόνη της, να παίζει με τον πιο ύπουλο τρόπο ένα επικοινωνιακό παιχνίδι δήθεν αντισυστημικότητας, προσπαθώντας να νομιμοποιήσει κοινωνικά κάθε τακτική που μέχρι χθες ονοματίζαμε έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, ενώ ο τηλεθεατής, εθισμένος στο κρυφοκοίταγμα «αμοντάριστων πλάνων» και, ζώντας με την προσμονή να συμμετέχει στην  δημόσια ζωή δια της διαρκούς τηλε-ενημέρωσης, ώστε να έχει αφ’ ενός την ψευδαίσθηση πως επηρεάζει τα πράγματα και αφ’ ετέρου (αλλά όχι δευτερευόντως) να ικανοποιήσει την εικονολαγνεία του με κάθε τρόπο, είναι ένας από τους παράγοντες που τα ΜΜΕ – κερδοσκοπικές επιχειρήσεις, πουλάνε το σύγχρονο φασιστικό θέαμα σε συσκευασία δημοκρατικής οργής: την ίδια στιγμή που προβάλλουν ένα εύπεπτο παραλήρημα φόβου, το οποίο έχουν φροντίσει να είναι όσο πιο θεατρικοποιημένο γίνεται, όχι μόνο  αποκρύπτουν την  πραγματική διάσταση της φασιστικής βαρβαρότητας και  χυδαιότητας, αλλά, απεναντίας, την προμοτάρουν υπό τη συνοδεία ενός κατάφωρου λαϊκισμού.

Το κωμικό σε σημείο φαρσοκωμωδίας «εγέρθητω» και τα γρονθοκοπήματα του Κασιδιάρη προβλήθηκαν κατ’ επανάληψη με ειρωνικές ή θυμωμένες λεζάντες, ενώ αμέσως μετά, τα περί εγκληματικότητας μη-Ελλήνων, περιγράφονταν με τον πιο βαρύγδουπα δραματοποιημένο τρόπο. Από τη μία τάχα λαϊκή οργή και αστεϊσμοί κατά των φασιστοειδών και από την άλλη (και ταυτόχρονα) δικαίωσή τους σε δύο επίπεδα: α) εν τοις πράγμασι, αναβαπτίζοντάς τους από εγκληματικές συμμορίες, σε αναπόφευκτο σύμπτωμα π.χ. του φαινομένου της «λαθρο»μετανάστευσης και της  «λαθρο»μεταναστευτικής εγκληματικότητας. Σαν να είναι οι φασίστες μια θλιβερή μεν, αλλά αναγκαία «νέα κοινωνική άμυνα»… και β) τονίζοντας, υποτίθεται με δημοκρατική απαξίωση, αλλά πάντως τονίζοντας, την «αντισυστημική», «λεβέντικη» και «αντινεοταξικοπραγματική» στάση   ανθρώπων που τη μία στιγμή μαχαιρώνουν και την άλλη, με απίστευτο  θράσος  και προκλητικά, προαναγγέλλουν την διάπραξη κι άλλων, παρόμοιων  ή  χειρότερων πράξεων, προκειμένου να «ξεβρομίσει ο τόπος»!

Όταν η είδηση του φυγάδα νεοναζί προβάλλεται χίλιες φορές και άλλες τόσες προβάλλεται η προσέλευσή του στις αρχές όχι με σκυμμένο κεφάλι, αλλά με τον τσαμπουκά ενός αυτόκλητου ήρωα που ήρθε να απονείμει πραγματική δικαιοσύνη (δηλώνοντας πως δεν παρουσιάστηκε στο αυτόφωρο  επειδή… κανένας Έλληνας δεν το κάνει), ο εκφασισμός μέσω των ΜΜΕ έχει  συντελεστεί (τουλάχιστον όσον αφορά το πιο αποπολιτικοποιημένο κομμάτι  της κοινωνίας).

Τί μπορούμε να κάνουμε

Η περιθωριοποίηση των νεοαζιστών και η απαξίωση τους έτσι απλά ως δεκανίκια  του συστήματος δεν θα πρέπει ν’ αποτελεί τον βασικό ιδεολογικό προσανατολισμό του αγώνα ενάντια στο φασισμό. Διότι πρόκειται για έναν αγώνα ενάντια στο ίδιο το σύστημα της ετερόνομης θέσμισης που έχει ως βασικό του εργαλείο καταπίεσης το κράτος το οποίο πολλές φορές λειτουργεί με τη βοήθεια του φασιστικού παρακράτους. (Στην ουσία, το παρακράτος αποτελεί έναν βασικό βοηθό για την διεκπεραίωση διεφθαρμένων συμφερόντων, όπου το επίσημο κράτος αρνείται να λερώσει τα χέρια του προκειμένου να υπερασπιστεί την ιδιοκτησία και το κέρδος). Το ζήτημα τίθεται λοιπόν όχι ως ζήτημα της διασφάλισης απ’ τη «δημοκρατία» μιας πιο βιώσιμης εκμετάλλευσης απ’ ότι στη δικτατορία. Η επιλογή ανάμεσα σ’ ένα καθεστώς φιλελεύθερης ολιγαρχίας έναντι κάποιου που δεν τηρεί ούτε καν τα προσχήματα και επιβάλλεται ανοιχτά κατασταλτικά και απροκάλυπτα, (με εμφανή προτίμηση προς την πρώτη) δεν είναι επιλογή βιώσιμη. Αναμφισβήτητα, ο καθένας θα προτιμούσε να την υφίσταται στο Σουηδικό μοντέλο παρά να τον απαγάγουν οι εκτελεστές του δικτάτορα Πινοσέτ. Όμως, μέσα σ’ αυτό το κλίμα της μαζικής απάθειας και απο-πολιτικοποίησης που μαστίζει τις Δυτικές κοινωνίες, ακόμα και οι γλυκερές «δημοκρατίες» της Σκανδιναβίας θα μπορούσαν να μετατραπούν σε δικτατορίες, εάν το απαιτήσουν οι καταστάσεις. Άλλωστε, μικρές αντιστάσεις θα συναντούσαν, δεδομένου ότι ο κόσμος που συμμετέχει ενεργά στα νεο-γεννηθέντα κινήματα (όπως του Occupy Wall Street) ανήκει (ακόμη) στην μειοψηφία.

Το γεγονός ότι ο ένας δρόμος είναι λιγότερο σκληρός απ’ τον άλλον, δεν  σημαίνει κι ότι είναι εφικτό να καλοπιάσουμε το κράτος ούτως ώστε να  αποφύγει τον άλλον όταν του χρειαστεί. Η κοινοβουλευτική «δημοκρατία» μπορεί να μην είναι δικτατορία, όμως είναι μια δημοκρατία ψευδεπίγραφη που άνετα θα μπορούσε να μετατραπεί σ’ ένα αυταρχικό καθεστώς. Η ουσία του αντιφασισμού δεν έγκειται στην αποφυγή του φασισμού μέσω μιας υπεράσπισης της σημερινής ψευδο-δημοκρατίας, αλλά εντάσσεται μέσα στις προσπάθειές μας για την αυτονομία. Βασικός μας στόχος, λοιπόν, δεν είναι η εξαφάνιση απλά της Χρυσής Αυγής. Διότι, είτε αποτελεί το μακρύ χέρι του  καπιταλισμού (όπως θα έλεγε ένας τροτσκιστής) είτε ο βασικός εκφραστής  των πιο συντηρητικών κομματιών της Ελληνικής κοινωνίας, το συμπέρασμα που βγαίνει είναι το εξής: «ακόμα και αν Χ.Α δεν υπήρχε θα έπρεπε να την εφεύρουμε». Έτσι, ο αντιφασιστικός αγώνας α) δεν θα πρέπει να εστιάζεται αποκλειστικά και μόνο στο πως θα κατατροπωθεί μια θλιβερή ναζιστική γκρούπα, αλλά πως τα άτομα μιας κοινωνίας που έλκονται από την φασιστική  προπαγάνδα θα μπορέσουν να καταστούν ικανά ώστε να την απορρίψουν και β) να μην γίνει εφικτό να δημιουργηθούν ποτέ ξανά συνθήκες που θα ευνοούν την εξάπλωση των φασιστικών ιδεών.

Ο φασισμός δεν είναι απλά ένα όπλο των ελίτ (οι οποίες, θα μπορούσαν να την αντικαταστήσουν με άλλα, λιγότερο βάρβαρα όπλα): η δικτατορία είναι μια κατάσταση που επικρατεί οπουδήποτε απουσιάζουν ή λησμονούνται οι πραγματικά δημοκρατικές παραδόσεις. Τα θεμέλια για την επικράτηση του ολοκληρωτισμού ριζώνουν όταν οι πολίτες επαναστατούν όχι, όμως, ενάντια στο ανεπιθύμητο σύστημα αλλά (ενάντια) στην ίδια την πραγματικότητα (χαρακτηριστική φράση της Hannah Arendt “revolving against reality”),  μια πραγματικότητα που ενώ είναι ζοφερή και μίζερη, αποφεύγουμε να την ερμηνεύσουμε διεισδύοντας στις βαθύτερες αιτίες των προβλημάτων με το ν’  αναζητούμε τους λόγους που η συμπεριφορά των ανθρώπων είναι αυτή που  είναι και όχι κάποια άλλη που θα μπορούσε ν’ αποβεί θετικότερη τόσο για  εμάς τους ίδιους όσο και για το σύνολο, και αντ’ αυτού, υιοθετούμε απλουστευτικές απαντήσεις μέσω διαφόρων θεωριών συνωμοσίας, πως τάχα φταίνε οι Εβραίοι, οι μετανάστες, οι μασόνοι, αλλά ποτέ εμείς οι ίδιοι για τις επιλογές μας…

Συγγραφή: Ian Delta, Efor, Julien Febvre

__________________________________________________________

Shortlink: http://wp.me/p1eFQy-1zG

Gallery | This entry was posted in Fascism, Politics, Society and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Μία απάντηση στο Λίγα ακόμη λόγια για το φασισμό

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s