Έχει δει κανείς αυτόν τον Νεοέλληνα;

Όπου κι αν βρεθείς ακούς παντού γι’ αυτόν τον Νεοέλληνα. Ο Νεοέλληνας κάνει αυτό, ο Νεοέλληνας φταίει για το άλλο. Ποιος είναι αυτός ο Νεοέλληνας τέλος πάντων; Τον έχει πετύχει κανείς πουθενά; Που δουλεύει, που βγαίνει, με ποιους κάνει παρέα; Όλοι ακούν αλλά κανείς δεν τον ξέρει; Όλοι μιλούν γι’ αυτόν, αλλά κανείς δεν τον έχει δει πουθενά; Κανείς δεν τον έχει γνωρίσει;

Ήρθε, λοιπόν, η ώρα να συστηθώ. Είμαι ο περίφημος Νεοέλληνας. Μπορεί να με έχεις ακούσει και με το άλλο μου όνομα, το «μέσος Έλληνας». Νομίζεις ότι δεν με ξέρεις, ότι δεν με έχεις συναντήσει πουθενά αλλά θα διαπιστώσεις πως δεν έχεις δίκιο. Σίγουρα κάπου θα με έχεις πετύχει. Θα το δεις.

Θα με έχεις σίγουρα δει με τη μαμά μου όταν ακόμα πήγαινα σχολείο. Θα την άκουσες να φωνάζει στους δασκάλους γιατί πίστευε πως το αδικημένο καμάρι της πρέπει να κρατήσει τη σημαία, αφού είναι το καλύτερο απ’ όλα. Όχι, κανένα άλλο παιδί δεν άξιζε, πόσο μάλλον η Εμίνα που δεν ήταν κι Ελληνίδα. Δεν έχει σημασία που αν με ρωτήσεις σήμερα για τον Καραϊσκάκη, το πιθανότερο είναι να βρεθείς σε κάποιο γήπεδο στον Πειραιά. Η μαμά ήξερε.

Αν πάλι δεν με έχεις πετύχει εκεί, πιθανότατα να ήμασταν συμφοιτητές. Θα καθόμασταν δίπλα – δίπλα και θα αντιγράφαμε από κάποιον άλλο, προσπαθώντας να περάσουμε ένα από τα δεκάδες μαθήματα που χρωστούσαμε για να πάρουμε πτυχίο στο όγδοο έτος μας πια.

Αν κι αυτό δεν σου λέει κάτι, τότε σίγουρα θα έχεις πετύχει τον πατέρα μου έξω από το γραφείο εκείνου του βουλευτή. Είχε πάει να κανονίσει να βολέψει κάπου το καμάρι του (εμένα, ναι). Εκείνος έβγαινε, εσύ έμπαινες εκείνη την ώρα, δεν θυμάσαι;

Αν κι αυτό δεν σου λέει τίποτα, θα με θυμηθείς σίγουρα τώρα. Είμαι ο οδηγός εκείνου του αυτοκινήτου που πέρασε με κόκκινο φανάρι επειδή βιαζόταν να προλάβει να πάει στην πορεία και να «αλλάξει τον κόσμο». Σου κόρναρα επίμονα γιατί με εμπόδιζες έτσι όπως είχες παρκάρει. Είχες σταματήσει μπροστά σε ράμπα αναπήρων, αλλά κι εσύ βιαζόσουν να αλλάξεις τον κόσμο. Σε καταλαβαίνω και σε δικαιολογώ.

Με θυμήθηκες τώρα; Είδες που τελικά δεν σου είμαι και τόσο άγνωστος; Μπορούμε αν θέλεις να πάμε καμιά μέρα για καφέ να μιλήσουμε για τα κοινά μας προβλήματα, για όλους εκείνους που φταίνε για τα προβλήματά μας, για τα λεφτά που δεν υπάρχουν, γι αυτούς που τα έφαγαν, γι’ αυτήν την χώρα που δεν θα αλλάξει ποτέ με αυτούς που την κυβερνούν. Για εκείνον τον άγνωστο Νεοέλληνα. Για μένα και για σένα.

της Κικής Δανακτσή
________________________________________________________________
Shortlink: http://wp.me/p1eFQy-1Xw

Gallery | This entry was posted in Decadence, Portraits and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s