Η Ελλάδα κρυώνει

Λευκαδίτικα ασπροκέντια, φυτιώτικα κεντήματα και εξαιρετικά πλεκτά σεμέν άρχισαν να κάνουν μαζικά την εμφάνιση τους στα σπίτια. Δεν στολίζουν τηλεοράσεις και ξεχασμένους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, αλλά τα λευκά και συνήθως χαμηλής αισθητικής σώματα των καλοριφέρ. Έτσι και αλλιώς είναι αχρείαστα. Σε ένα τέτοιο ολοκέντητο περιβάλλον, συναντιόμαστε όλη η οικογένεια τα βραδάκια στο καθιστικό, για να δούμε τηλεόραση. Φοράμε  παλτά και κασκόλ, ενώ στους πάνω ορόφους της πολυκατοικίας φορούν ακόμη και  γάντια και μπον –μπον στα αυτιά. Χιονίστρες, γρίπες, ψύξεις, ξηροδερμία, συνάχια, πόνοι στις αρθρώσεις, βήχας, πνευμονία  είναι συνήθεις καταστάσεις για τους ενοίκους στο αλπικό τοπίο που απλώνεται καθέτως, από το υπόγειο μέχρι τα μικρό παράνομο ρετιρέ.

Photo: Βασίλης ΜακρήςΟι ντουλάπες είναι σχεδόν άδειες, σα νάχουμε ξενιτευτεί. Όλη την γκαρνταρόμπα την κουβαλάμε πάνω μας. Διπλές κάλτσες, επενδύσεις, φανελάκια, μάλλινες μπλούζες, ζιβάγκο, σώβρακα, σκουφιά και ότι από χρόνια δεν είχε φορεθεί αποτελεί πλέον τη καθημερινή πανοπλία προστασίας από το κρύο. Με τον όγκο που αποκτήσαμε,  στον τριθέσιο καναπέ που κάποτε χωρούσαμε τέσσερις με άνεση, τώρα μόνο δυο μπορούν να καθίσουν. Οι υπόλοιποι ισορροπούμε στις καρέκλες και οι πιο τολμηροί το ρισκάρουν προκειμένω να βολευτούν στις πολυθρόνες με  κίνδυνο να φρακάρουν επικίνδυνα. Οι κινήσεις μέσα στο σπίτι είναι αργές, από τις πόρτες δεν χωράμε να  περάσουμε δυο άτομα μαζί, περνά ο ένας και στη συνέχεια κάνει νόημα να περάσει και ο δεύτερος. Τα βάζα, τα κουτιά και τα κατσαρόλια από τα πάνω ράφια της κουζίνας τα μεταφέραμε όλα, αναγκαστικά, στα κάτω ράφια, μια και είναι αδύνατο να τεντωθούμε  για να  φθάσουμε  ότι μας  χρειάζεται. Στην τουαλέτα έχουμε στήσει δυο μεγάλους  καλόγηρους   για να  τοποθετούμε μερικές από τις απανωτές στρώσεις ρούχων  που φοράμε, ώστε να ανταποκρινόμαστε στοιχειωδώς στις προσωπικές μας ανάγκες.  Στον διάδρομο, τα μικρά της οικογένειας κυλούν σαν παραφουσκωμένες μπάλες, κανείς μας δεν ανησυχεί πλέον αν πέσουν και χτυπήσουν,  μόνο οι κόκκινες μυτούλες τους ξεχωρίζουν.

Τα πρωινά συνήθως πηγαίνουμε εκδρομές στον ΟΤΕ και στη ΔΕΗ. Καθόμαστε ώρες στις αίθουσες αναμονής και απολαμβάνουμε τη ζέστη. Τα απογεύματα πηγαίνουμε στο ταχυδρομείο. Αν και λιγότερο βολικό από τη ΔΕΗ και τον ΟΤΕ,  βρίσκουμε την ανάλογη θαλπωρή και κατανόηση από τους λιγοστούς υπαλλήλους. Γενικά έχουμε άπλετο χρόνο. Μόνο ο πατέρας και ο μικρός μου αδερφός εργάζονται, οι υπόλοιποι ψάχνουμε, μάταια, για δουλειά. Εκτός από τον παππού. Ο παππούς είχε παρκάρει από τα μέσα Νοέμβρη σε μια πολυθρόνα μαζί με μια παλιά προβληματική ηλεκτρική σόμπα ανάμεσα στα πόδια του. Δυστυχώς δεν άντεξε το κρύο έγειρε πάνω στον τοίχο και πέθανε. Νομίζαμε ότι κοιμόταν. Το βραδάκι καταλάβαμε ότι πέθανε, όταν παιζόταν στην τηλεόραση ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής και  δεν σχολίασε όπως συνήθιζε τα καμώματα της Χουρέμ Σουλτάν.

Τελικά το κρύο μέσα στο σπίτι δεν διαφέρει και πολύ με αυτό που επικρατεί έξω. Έχουμε όμως, για ώρες, ένα πλεονέκτημα, να κατέχουμε ακόμη θέσεις VIP μεταξύ των αστέγων.

του Γιάννη Πάσχου
________________________________________________________________
Shortlink: http://wp.me/p1eFQy-25s

Gallery | This entry was posted in Austerity, Decadence and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s