Ένα ζευγάρι ξένων

Ήταν απόγευμα, λίγο μετά τις γιορτές, μέσα Γενάρη. Έφτασα στον σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων της Θεσσαλονίκης περίπου μια ώρα και κάτι πριν την αναχώρησή μου. Κατεβαίνοντας από το αστικό λεωφορείο αντίκρισα μια νέα κοπέλα, 20-25 ετών να κάθεται στο παγκάκι με το κεφάλι γερμένο πίσω και τα χέρια κάπως ανοιχτά. Ακριβώς έξω από το –κλειστό- εκδοτήριο εισιτηρίων. Έμοιαζε αναίσθητη. Φαινόταν (;) ναρκομανής. Πλησίασα και άκουσα ροχαλητό. Κοιμόταν. Όμως πραγματικά έμοιαζε αναίσθητη, ίσως και νεκρή. Ο υπάλληλος του σταθμού στον οποίο απευθύνθηκα ενδιαφέρθηκε και διαπίστωσε και αυτός οτι μάλλον κοιμόταν. Ίσως να την είχε ξαναδεί σε αυτήν την κατάσταση.  Σίγουρα θα είχε δει ανθρώπους σε χειρότερη κατάσταση.

Κάθισα απέναντι, στο καφέ του σταθμού, όπου παρέμεινα για περίπου μια ώρα. Η κοπέλα στην ίδια θέση. Ακίνητη. Γνωρίζοντας οτι κοιμόταν, αποφάσισα να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις του κόσμου που περνούσε από μπροστά της. Στο διάστημα που μεσολάβησε σταμάτησαν στη συγκεκριμένη στάση περισσότερα από δέκα αστικά λεωφορεία και αποβιβάστηκαν από αυτά πολλές δεκάδες άνθρωποι. Οι περισσότεροι νέοι, μάλλον φοιτητές. Κανένας, μα κανένας, δεν φάνηκε να δίνει σημασία στην κοπέλα, ούτε καν να στρέφει το βλέμμα του πάνω της. Ελάχιστοι κοίταξαν και αυτοί έφυγαν αμέσως. Σαν να μην υπήρχε.

Photo: Angeliki Panagiotou / Fosphotos.com

Photo: Angeliki Panagiotou / Fosphotos.com

Η ώρα πέρασε, η βάρδια των υπαλλήλων του σταθμού άλλαξε και τότε συνέβη αυτό που περίμενα τόσην ώρα για να δω. Ένα ζευγάρι, κατεβαίνοντας από το αστικό λεωφορείο, κοντοστάθηκε και άρχισε να κοιτάζει την κοπέλα. Κινήθηκα διακριτικά προς το μέρος τους και τους άκουσα να μιλούν μια άγνωστη γλώσσα. Σίγουρα δεν ήταν αλβανικά, σίγουρα δεν ήταν τουρκικά, ούτε καμία άλλη ευρωπαϊκή γλώσσα. Ήταν περιποιημένοι και καθαροί. Μάλλον μελαμψοί στο χρώμα (αλλά ήταν και βράδυ), θα έλεγα ασιάτες. Από το ντύσιμο τους φαίνονταν μάλλον φτωχοί. Εμφανώς ανήσυχος ο άντρας λέει κάτι στην γυναίκα που φεύγει τρέχοντας παρατώντας μια βαλίτσα στη μέση του πεζοδρομίου. Ο ίδιος πλησιάζει την κοπέλα και αρχίζει να την ταρακουνάει. Αρκετές φορές και έντονα. Έντρομος. Αυτή στην αρχή δεν αντιδρά. Το κορμί της μοιάζει άψυχο. Έχω πλησιάσει. Γυρίζει και μου επαναλαμβάνει 3-4 φορές μια ξένη λέξη με ρίζα mort-. Κάτι σαν «Είναι νεκρή». Αμέσως καταφτάνει η γυναίκα με δύο υπαλλήλους του σταθμού. Την ίδια ώρα η κοπέλα κουνιέται και φαίνεται να «ξυπνά». Είναι ζωντανή. Οι ξένοι χαμογελούν και κάτι λένε μεταξύ τους. Αφήνουμε την κοπέλα στους υπαλλήλους που προσπαθούν να τη συνεφέρουν.

Απομακρύνομαι με το ανακουφισμένο ζευγάρι ξένων που μιλά σπαστά ελληνικά. Χαμογελάνε χαρούμενοι. «Ντρόγκα, ντρόγκα» μου λέει θλιμμένα η γυναίκα κάνοντας την χαρακτηριστική κίνηση με το ένα χέρι στην εσωτερική πλευρά του άλλου. Τους αφήνω και με αφήνουν. Κάθομαι στο καφέ του σταθμού και σκέφτομαι οτι οι μόνοι άνθρωποι που ενδιαφέρθηκαν να βοηθήσουν κάποιον άγνωστο τους, που ίσως να τους είχε ανάγκη, ήταν ένα ζευγάρι ξένων. Ίσως «παράνομων», χωρίς άδεια παραμονής, οι οποίοι μπορεί να έχουν αντιμετωπίσει στην Ελλάδα την αστυνομική βία και τον ρατσισμό κάποιων ημεδαπών. Και που πιθανώς αύριο θα γίνουν (αν δεν έχουν ήδη γίνει) στόχος αυτών που θέλουν να «ξεβρομίσει ο τόπος από τους ξένους». Ένα ζευγάρι μεταναστών, αλλοδαπών, ξένων. Ένα ζευγάρι ανθρώπων…

του Μπάμπη Θαλάσση
________________________________________________________________
Shortlink: http://wp.me/p1eFQy-2gx

Gallery | This entry was posted in Immigrants, Stories from the city and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s