Εξαγορασμένη Επιστήμη: «Επιστήμονες» στην υπηρεσία των επιχειρήσεων

Στις Ηνωµένες Πολιτείες η σκέψη και µόνο της επικείµενης κλιµατικής αλλαγής έχει ωθήσει τις βιοµηχανίες πετρελαίου και κάρβουνου να οργανώσουν µία πολιτική άρνησης. Αν και αυτή η καµπάνια αυτήν τη στιγµή δεν µοιάζει πιο δυσοίωνη από οποιοδήποτε άλλο πρόγραµµα δηµοσίων σχέσεων, περιέχει µία ανεπαίσθητη αντιδηµοκρατικότητα, ακόµα και λανθάνων απολυταρχισµό, στο ότι παρακάµπτει την ελεύθερη ροή πληροφοριών, κυριαρχεί στις δηµόσιες συζητήσεις του Κογκρέσου και παρεµποδίζει κάθε σηµαντική διεθνή προσπάθεια να αντιµετωπίσει την επερχόµενη κρίση.

 Ross Gelbspan,The Heat is On

Mε την εξαίρεση ενός πυρηνικού πολέμου, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μια πιο ριψοκίνδυνη κατάσταση από την υπερθέρμανση του πλανήτη. Η ιδέα ότι οι βιομηχανικοί ρύποι διοξειδίου του άνθρακα και άλλων ρυπογόνων αερίων θα μπορούσε να οδηγήσει στην αλλαγή των κλιματολογικών συνθηκών συζητιέται εκτεταμένα στους επιστημονικούς κύκλους από το 1957. Τέθηκε για πρώτη φορά ως θέμα κατά τη διάρκεια του πολύ θερμού καλοκαιριού του 1988, όταν ο Δρ. James Hansen του Ινστιτούτου Goddard της NASA για τo Ερευνητικό Πρόγραμμα στο Διάστημα προειδοποίησε μια επιτροπή αποτελούμενη από γερουσιαστές ότι οι ανθρώπινες βιομηχανικές δραστηριότητες ασκούσαν ήδη μια σημαντική και ολοένα αυξανόμενη επίδραση στο κλίμα του πλανήτη. Η κατάθεση του Hansen έκανε το περιοδικό Time να θέλει ως κεντρικό θέμα για την υπερθέρμανση του πλανήτη ότι «οι πιθανές συνέπειες είναι τόσο τρομαχτικές που είναι σκόπιμο για τις κυβερνήσεις να μειώσουν τους ρυθμούς της αύξησης του μονοξειδίου του άνθρακα μέσω περιοριστικών μέτρων». Καθώς τα επόμενα χρόνια έγινε φανερή η συνέχιση της αύξησης της θερμοκρασίας στον πλανήτη σε σημείο ρεκόρ, οι κλιματολόγοι άρχισαν ν’ ανησυχούν ολοένα και περισσότερο γι’ αυτά που τους έδειχναν τα μοντέλα που δημιουργούσαν στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές τους. Η πιο έγκυρη δήλωση αυτής της ανησυχίας είναι μία έκθεση του Νοεμβρίου του 1995 που εκδόθηκε από το IPPC (Διακρατικό Πάνελ για την Κλιματική Αλλαγή), μία ομάδα περίπου 2.500 κλιματολόγων από όλο τον κόσμο, που συμβουλεύουν τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών. Προέβλεψε «εκτεταμένη οικονομική, κοινωνική και κλιματολογική εξάρθρωση κατά την διάρκεια του επόμενου αιώνα» αν δεν ληφθούν σύντομα μέτρα για τη μείωση των αερίων που δημιουργούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Για την αποφυγή της καταστροφής, η ICCP έχει ζητήσει μεθόδους που να περιορίζουν την εκπομπή τέτοιων αερίων στην ατμόσφαιρα αρχικά γύρω στο 20% κάτω από τα επίπεδα του 1990, με τελικό σκοπό να μειωθούν κι αυτά με τη σειρά τους γύρω στο 70%.

Εκπομπές ρύπων από βιομηχανίες που καίνε κάρβουνο, από καμινάδες εργοστασίων και άλλους ρύπους της βιομηχανικής εποχής, τώρα μολύνουν την ατμόσφαιρα με 6 δισεκατομμύρια τόνους διοξειδίου του άνθρακα κάθε χρόνο και άλλα ρυπογόνα αέρια του λεγόμενου «φαινομένου του θερμοκηπίου». Τα αποκαλούν αέρια του θερμοκηπίου γιατί αιχμαλωτίζουν την ηλιακή ενέργεια, η οποία σε διαφορετική περίπτωση θα αντανακλούνταν πίσω στο διάστημα. Το γεγονός ότι συμβαίνει και από την ίδια τη Φύση το φαινόμενο του θερμοκηπίου είναι γνωστό και πέραν κάθε αμφισβήτησης. Χωρίς αυτό, μάλιστα, οι θερμοκρασίες θα έπεφταν σε τόσο χαμηλά επίπεδα που οι ωκεανοί θα πάγωναν και η ζωή όπως την ξέρουμε θα ήταν αδύνατη. Αυτό που ανησυχεί τους κλιματολόγους, όμως, είναι ότι τα αυξημένα επίπεδα των αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα παγιδεύουν μεγαλύτερες ποσότητες θερμότητας. Οι συγκεντρώσεις αυτών των αερίων στην ατμόσφαιρα αυτήν τη στιγμή είναι στο υψηλότερο ποσοστό των τελευταίων 420.000 ετών.

«Η βασική επιστήμη σχετικά με την υπερθέρμανση του πλανήτη δεν έχει αλλάξει από τότε που πρωτοαναφέρθηκε το θέμα κατά τη διάρκεια αυτού του αιώνα» αναφέρεται σε μία ανοιχτή επιστολή του 1999 από τους διευθυντές της Εθνικής Αμερικανικής Ωκεανολογικής και Ατμοσφαιρικής Διεύθυνσης και του Βρετανικού Μετεωρολογικού Γραφείου. «Επιπλέον, η κοινή γνώμη έχει αφυπνιστεί, τόσο στον επιστημονικό όσο και στον επιχειρηματικό κόσμο. Τα νέα στοιχεία και η κατανόησή τους τώρα δείχνουν την κρίσιμη κατάσταση που αντιμετωπίζουμε: Για να μειώσουμε τις μελλοντικές επιδράσεις θα πρέπει να δράσουμε σύντομα. Ταυτόχρονα, λόγω των προηγούμενων ενεργειών μας θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε με τις ήδη υπάρχουσες συνέπειες – πιο έντονα καιρικά φαινόμενα, άνοδος του επιπέδου της θάλασσας, αλλαγή της ατμοσφαιρικής κατακρήμνισης, οικολογικές και αγροτικές εξαρθρώσεις οικοσυστημάτων, και αυξανόμενη διάδοση των ασθενειών… Το ν’ αγνοήσουμε τις κλιματολογικές αλλαγές θα είναι η πιο επιβαρυντική από όλες τις πιθανές επιλογές που έχουμε, για μας και τα παιδιά μας».

«Δεν υπάρχει διαμάχη ανάμεσα στους αναγνωρισμένους επιστήμονες για το τι συμβαίνει» λέει ο James McCarthy, ο πρόεδρος της Συμβουλευτικής Επιτροπής για το Περιβάλλον της Διεθνούς Επιτροπής Επιστημονικών Ενώσεων. «Η μόνη διαμάχη είναι στο ρυθμό με τον οποίο συμβαίνουν όλα αυτά». Μεταξύ του 1987 και του 1993, ο McCarthy επέβλεπε τη δουλειά των κορυφαίων επιστημόνων από 60 έθνη, καθώς συνέτασσαν την έκθεση σταθμό της ICCP το 1995. 

The Heat Is OnΟ Εφιαλτικός Κόσμος της Υπερθέρμανσης

Υπάρχουν, φυσικά, μέρη όπου υπάρχουν ενστάσεις και αυθεντική επιστημονική ανασφάλεια. Κανείς δεν ξέρει πόσο γρήγορη ή δραστική θα είναι η αύξηση της υπερθέρμανσης παγκοσμίως, ούτε πόσο έντονα θα επηρεάσει την παραγωγή, τα επίπεδα των ωκεανών ή την διάδοση των διάφορων ασθενειών. Υπάρχει, επίσης, ένταση για την έκταση που έχει δώσει η υπερθέρμανση του πλανήτη στα φαινόμενα της ξηρασίας, των έντονων τυφώνων και της εκφύλισης του περιβάλλοντος, όπως για παράδειγμα τον αποχρωματισμό των κοραλλιών. Δεδομένης αυτής της ανασφάλειας, είναι δύσκολο να μιλήσουμε για το «χειρότερο σενάριο», αλλά τα σενάρια που είναι πιθανά περιλαμβάνουν αρκετά που είναι ήδη πολύ σοβαρά. Ένας αριθμός αυτών των πιθανοτήτων συζητιέται στο βιβλίο του Ross Gelbspan, The Heat Is OnΟ Gelbspan αναφέρεται στον αείμνηστο Δρ. Henry Kendall, νικητή του βραβείου Νόμπελ φυσικής, ο οποίος ανησυχούσε ότι η περιβαλλοντολογική αλλαγή θα επηρέαζε τις καλλιέργειες, την εποχή που ο συνεχώς αυξανόμενος πληθυσμός της Γης είχε όλο και μεγαλύτερες διατροφικές απαιτήσεις. «Τα παγκόσμια αποθέματα τροφής», έλεγε ο Kendall το 1995, «πρέπει να διπλασιαστούν στα επόμενα τριάντα χρόνια για να μπορέσουν να θρέψουν τον πληθυσμό, ο οποίος θα διπλασιαστεί τα επόμενα εξήντα χρόνια. Διαφορετικά, πριν τα μισά του επόμενου αιώνα –καθώς πολλές χώρες του ανεπτυγμένου κόσμου θ’ αρχίσουν να έχουν έλλειψη νερού για χρήση στις καλλιέργειες– ο πληθυσμός θα αυξηθεί δυσανάλογα με τις υπάρχουσες ποσότητες τροφής και θα δούμε το χάος. Το μόνο που χρειάζεται είναι άλλο ένα χτύπημα λόγω της κλιματικής αλλαγής –συνεχόμενες περίοδοι ξηρασίας ή καταστροφικές για τις καλλιέργειες βροχές– και θα κοιτάζουμε μέσα στο στόμιο ενός κανονιού».

Ο Gelbspan ανησυχεί ότι μία παγκόσμια καταστροφή αυτών των διαστάσεων δεν θα σήμαινε μόνο μαζική πείνα, αλλά θα απειλούσε την επιβίωση δημοκρατικών θεσμών, ειδικότερα όσο αφορά τη δημιουργία εθνών. «Σε πολλές από αυτές τις χώρες, όπου οι δημοκρατικές παραδόσεις είναι τόσο εύθραυστες όσο το οικοσύστημα, μια μεταστροφή σε δικτατορικό καθεστώς απαιτεί μόνο μερικές καταστάσεις οικολογικής έκτακτης ανάγκης», προειδοποιεί. «Οι κυβερνήσεις τους σύντομα θα διαπιστώσουν ότι είναι πολύ προβληματικό το ν’ ανταποκρίνονται σε διακοπές στην παροχή τροφής και πόσιμου νερού, στη φροντίδα της ανθρώπινης υγείας, καθώς και στην εισροή οικολογικών μεταναστών από μέρη που πλέον αδυνατούν να τους θρέψουν και να τους συντηρήσουν». Αυτό το όραμα του μέλλοντος –ενός πεινασμένου κόσμου υπό στρατιωτικό νόμο– δεν είναι σε καμιά περίπτωση αναπόφευκτο, αλλά οι ομάδες που προωθούν ισχυρά μέτρα για την κάμψη της παγκόσμιας υπερθέρμανσης πιστεύουν ότι τα εφιαλτικά αυτά σενάρια είναι αρκετά κοντά στην πραγματικότητα ώστε να δικαιολογούν την ανάγκη προστατευτικών μέτρων.

Για τις βιομηχανίες πετρελαίου, κάρβουνου, αυτοκινήτων και για τις κατασκευαστικές βιομηχανίες, οι προειδοποιήσεις αυτού του είδους περιλαμβάνουν ένα διαφορετικό είδος ρίσκου. Κάθε μέτρο με σκοπό τον έλεγχο της εκπομπής ρύπων απειλεί τις παγιωμένες τους συνήθειες. Αντιμετωπίζουν τα συμπεράσματα των επιστημόνων σχετικά με την υπερθέρμανση του πλανήτη με την ίδια εχθρότητα που οι καπνοβιομηχανίες αντιμετωπίζουν τους επιστήμονες που μελετούν τον καρκίνο των πνευμόνων. Όπως οι καπνοβιομηχανίες, έχουν και εκείνοι επενδύσει εκατομμύρια δολάρια σε μία προσπάθεια να διαψεύσουν την επιστήμη που μισούν. Έχουν βρει μικρή συμπαράσταση, παρόλ’ αυτά, ανάμεσα στους «αναγνωρισμένους επιστήμονες», στους οποίους αναφέρεται ο McCarthy – στους ανθρώπους που ουσιαστικά απασχολούνται στις σχετικές έρευνες και των οποίων η δουλειά έχει δημοσιευτεί σε επιστημονικές εκθέσεις που έχουν διαβάσει και οι συνάδελφοί τους. Η άποψη αυτών των επιστημόνων για την παγκόσμια υπερθέρμανση είναι τόσο ισχυρή που οι βιομηχανίες πετρελαίου, όπως και οι αυτοκινητοβιομηχανίες, έχουν αναγκαστεί να ψάξουν πολύ μακριά για να βρουν φωνές οι οποίες να θέλουν να υψωθούν σε συμπαράστασή τους. Αυτό που είναι αξιοσημείωτο, δεδομένων των γεγονότων, είναι το μέγεθος της ψευδαίσθησης που έχει καταφέρει να δημιουργήσει το τμήμα δημοσίων σχέσεων των βιομηχανιών, ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη είναι θέμα αμφιλεγόμενο.

Ψάχνοντας Υποστήριξη για την Απραγία

Το 1989, λίγο μετά τη, μεγάλης δημοσιότητας, κατάθεση του James Hansen στο Κογκρέσο, και, λίγο μετά, ύστερα από την πρώτη συνάντηση του Διακρατικού Πάνελ των Ηνωμένων Εθνών για Θέματα Κλιματολογικών Αλλαγών, η φίρμα δημοσίων σχέσεων Burson-Marsteller δημιούργησε τον GCC, τoν Παγκόσμιo Κλιματικό Συνασπισμό. Με πρόεδρο τον William O’ Keefe, ένα διοικητικό στέλεχος του Αμερικανικού Ινστιτούτου Πετρελαίου, ο GCC ήταν ενεργός μέχρι το 1997 μέσα από τα γραφεία της Εθνικής Ένωσης Κατασκευαστών. Τα μέλη του περιλάμβαναν την Αμερικανική Ένωση Κατασκευαστών Αυτοκινήτων, την Amoco, την Αμερικανική Ένωση Δασών και Χάρτου, το Αμερικανικό Ινστιτούτο Πετρελαίου, τη Chevron, το Αμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο, την Exxon, τη Ford, την General Motors, τη Mobil, τη Shell, την Texaco, τη Union Carbide και πάνω από 40 άλλες εταιρείες και οργανισμούς. Ο GCC έχει επίσης χρησιμοποιήσει τον πρώην εργοδότη του «Σκουπιδιάρη» Steven Milloy, την EOP Group, καθώς και την εταιρεία E. Bruce Harrison, μία αντιπροσωπεία της περίφημης εταιρείας δημοσίων σχέσεων Ruder Finn. Εντός των κύκλων των εταιρειών δημοσίων σχέσεων ο Harrison είναι μία σχεδόν μυθική φιγούρα, ο οποίος, μάλιστα, θεωρείται ο ιδρυτής της «πράσινης» πολιτικής στις δημόσιες σχέσεις, λόγω της δουλειάς του στο θέμα εξολόθρευσης (ζιζανίων κ.λπ.) το 1960, όταν ηγήθηκε της επίθεσης προς τη συγγραφέα Rachel Carson και το κλασικό βιβλίο της πάνω στην περιβαλλοντολογική πολιτική Silent Spring.

Ο GCC υπήρξε η πιο εκδηλωτική και αγωνιστική οργάνωση στις Ηνωμένες Πολιτείες, που πάλεψε ενάντια στη μείωση εκπομπής ρύπων στην ατμόσφαιρα. Οι δραστηριότητές του περιλάμβαναν εκδόσεις εκθέσεων, επιθετική πολιτική σε συναντήσεις διεθνούς επιπέδου με θέμα το περιβάλλον και την αφύπνιση σχετικά με τα προβλήματα που θα προέκυπταν από την ανεργία που θα δημιουργούσαν τα μέτρα που θα λαμβάνονταν για τη μείωση των ρυπογόνων ουσιών. Από το 1994 ο GCC και μόνο έχει ξοδέψει πάνω από 63 εκατομμύρια δολάρια με σκοπό την καταπολέμηση οποιασδήποτε προοπτικής διευθέτησης του περιβαλλοντικού θέματος. Οι προσπάθειές του οργανώνονται με τη βοήθεια ξεχωριστών καμπανιών από πολλά από τα μέλη του, όπως για παράδειγμα την Εθνική Ένωση Κάρβουνου, η οποία ξόδεψε περισσότερα από 700.000 δολάρια για το θέμα της υπερθέρμανσης του πλανήτη το 1992 και 1993 και το Αμερικανικό Ινστιτούτο Πετρελαίου, που πλήρωσε στην εταιρεία Burson-Marsteller 1,8 εκατομμύρια δολάρια το 1993 για ένα πετυχημένο e-mail και μία τηλεφωνική καμπάνια με σκοπό την παρεμπόδιση επιβολής φόρου στα πετρελαϊκά παράγωγα.

Αυτά τα νούμερα μπορεί να μην φαίνονται αξιόλογα σε σύγκριση με τα δισεκατομμύρια που ξοδεύουν οι οργανισμοί για διαφήμιση. Η Coca-Cola, για παράδειγμα, ξοδεύει γύρω στα 300 εκατομμύρια δολάρια το χρόνο σε διαφημίσεις των προϊόντων της. Αλλά ο Παγκόσμιος Κλιματικός Συνασπισμός δεν προωθεί κάποιο προϊόν. Η προπαγάνδα του έχει μοναδικό σκοπό να επηρεάσει τους δημοσιογράφους και τους πολιτικούς που είναι αρμόδιοι πάνω στο συγκεκριμένο θέμα και υπερβαίνει σε έξοδα τις εισφορές από το μάρκετινγκ, τις πολιτικές εισφορές και τα έσοδα από πολιτικές καμπάνιες τα οποία η βιομηχανία γενικότερα ξοδεύει συνήθως για τις ανάγκες της. Το 1998 οι βιομηχανίες πετρελαίου και καυσίμων ξόδεψαν 58 εκατομμύρια δολάρια με σκοπό την άσκηση επιρροής στο Αμερικανικό Κογκρέσο. Οι περιβαλλοντικές ομάδες ξόδεψαν μόλις το ποσό των 4,7 εκατομμυρίων δολαρίων, για όλα τα θέματα και όχι αποκλειστικά και μόνο για την υπερθέρμανση του πλανήτη.

Η στρατηγική δημοσίων σχέσεων της βιομηχανικής κοινότητας σε σχέση με την παγκόσμια υπερθέρμανση είναι κατά κύριο λόγο πρακτικής φύσης, με περιορισμένους, ρεαλιστικούς στόχους. Οι δημοσκοπήσεις της τελευταίας δεκαετίας σταθερά δείχνουν ότι ο κόσμος θέλει να δει να γίνεται κάτι σχετικά με το θέμα, καθώς και για άλλα περιβαλλοντικά θέματα. Η εκστρατεία των βιομηχανιών δεν στοχεύει στο ν’ αντιστρέψει την κοινή γνώμη, κάτι που εκ των πραγμάτων θα ήταν αδύνατον. Ο στόχος της είναι να κάνει τους ανθρώπους να πάψουν να κινητοποιούνται σχετικά, δημιουργώντας τους αρκετές αμφιβολίες για τη σοβαρότητα των περιβαλλοντικών ισχυρισμών, έτσι ώστε να παραμείνουν δέσμιοι της διαμάχης και της αναποφασιστικότητας. Φίλοι της Earth International περιγράφουν αυτή την στρατηγική ως «συνασπισμός με σκοπό το λήθαργο».

«Οι άνθρωποι γενικότερα δεν υποστηρίζουν τη δράση για μία μη απειλητική κατάσταση, ειδικά όταν τα επιχειρήματα δείχνουν ισοδύναμα και για τις δύο πλευρές και υπάρχουν αμφιβολίες» λέει ο Phil Lesly, συγγραφέας του Lesly’s Handbook of Public Relations and Communications. Για να μπορέσει να επικρατήσει το κατεστημένο, οι εταιρείες έχουν ένα απλό έργο: «Το βάρος των εντυπώσεων του κοινού πρέπει να είναι ισορροπημένο, έτσι ώστε οι άνθρωποι να έχουν αμφιβολίες και έλλειψη κινήτρων για να αναλάβουν δράση. Έτσι, χρειάζονται μέθοδοι για την εύρεση πληροφοριών με σκοπό τη διοχέτευσή τους στο κοινό μέσω πηγών που εκείνο θα θεωρήσει αξιόπιστο. Δεν υπάρχει λόγος να υπάρξει ξεκάθαρη “νίκη” επί του θέματος… Η διατήρηση των δισταγμών με το να παρουσιάζεται μία θολή εικόνα του τι ισχύει συνήθως αρκεί».

Εν αρχή ήταν η ICE

Όπως παρατήρησε ο πολιτικός θεωρητικός Goran Therborn, υπάρχουν τρεις βασικοί τρόποι να κρατήσει κανείς απαθείς τους ανθρώπους σε σχέση με ένα συγκεκριμένο πρόβλημα: (1) να ισχυριστεί ότι δεν υφίσταται (2) να ισχυριστεί ότι είναι ωφέλιμο αντί για βλαβερό (3) να ισχυριστεί ότι ακόμα κι αν αποτελεί πρόβλημα δεν μπορεί να γίνει τίποτα για αυτό. Η πρώτη κίνηση προπαγάνδας της βιομηχανίας στο θέμα της παγκόσμιας υπερθέρμανσης της γης επικεντρώθηκε στην πρώτη επιλογή, στην προσπάθειά τους να πείσουν ότι δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Το 1991 ένας εταιρικός συνασπισμός που αποτελούνταν από την Εθνική Ένωση Κάρβουνου, τη Ένωση Καυσίμων της Δύσης και το Ινστιτούτο Ηλεκτρισμού Έντισον δημιούργησε μία ομάδα δημοσίων σχέσεων που ονομαζόταν «Πληροφοριακό Συμβούλιο για το Περιβάλλον» (ICE) και εξαπέλυσε μία διαφημιστική καμπάνια της τάξης των 500.000 δολαρίων, σύμφωνα με τα λεγόμενα της ίδιας της ICE, «για ν’ αποδείξει ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη ήταν απλώς μία θεωρία και ότι δεν ίσχυε».

Για να ενισχύσει την αξιοπιστία της, η ICE δημιούργησε μια Συμβουλευτική Επιστημονική Επιτροπή που περιλάμβανε τον Patrick Michaels του τμήματος Περιβαλλοντικών Ερευνών του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια, τον Robert Balling του Πανεπιστημίου της Αριζόνα, και τον Sherwood Idso του Αμερικανικού Εργαστηρίου για την Προστασία του Νερού. Το σχέδιο της ICE ήταν να βάλει αυτούς τους τρεις επιστήμονες μαζί με το συνάδελφό τους, γνωστό περιβαλλοντολόγο και σκεπτικιστή, S. Fred Singer, ομότιμο καθηγητή των περιβαλλοντικών επιστημών του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια, σε κοινές εμφανίσεις, δημοσιεύσεις και συνεντεύξεις στον Τύπο. Η Bracy Williams & Co., μία φίρμα δημοσίων σχέσεων με έδρα την Ουάσιγκτον, έκανε την αρχική δουλειά για τις συνεντεύξεις. Ανατέθηκε σε μία άλλη εταιρεία να κάνει τις δημοσκοπήσεις, η οποία διαπίστωσε τους «μεγαλύτερης ηλικίας με μικρότερη μόρφωση άντρες, που προέρχονταν από πολυμελείς οικογένειες και δεν ήταν ένθερμοι αναζητητές πληροφοριών» και «τις νεότερες γυναίκες χαμηλού εισοδήματος» ως «καλούς στόχους ραδιοφωνικών διαφημίσεων» οι οποίες «θα επιτίθονταν απευθείας στους ισχυρισμούς του φαινομένου του θερμοκηπίου… μέσω της σύγκρισης αυτής με τις μυθολογικές και ιστορικές αναφορές στην καταστροφή του κόσμου». Μία διαφημιστική αφίσα που ετοιμάστηκε για την ICE έδειχνε ένα ιστιοφόρο το οποίο ήταν έτοιμο να γκρεμιστεί από την άκρη ενός επίπεδου κόσμου μέσα στο στόμα ενός δράκου. Η επικεφαλίδα έλεγε: «Μερικοί λένε ότι η Γη υπερθερμαίνεται. Μερικοί επίσης έλεγαν ότι η Γη ήταν επίπεδη». Μία άλλη απεικόνιζε ένα τρεμάμενο κοτοπουλάκι κάτω από τον τίτλο «Ποιος σου είπε ότι η γη υπερθερμαίνεται κοτοπουλάκι;» Μία άλλη στόχευε στους αναγνώστες της Μινεάπολις και έκανε την εξής ερώτηση: «Αν η γη θερμαίνεται, γιατί το κρύο στη Μινεάπολις αυξάνεται ολοένα και περισσότερο;»

«Θα έχει ενδιαφέρον να δούμε πως λειτουργεί η επιστημονική προσέγγιση», σχολίαζε ένα ενδοϋπηρεσιακό σημείωμα του William Brier του Ινστιτούτου Ηλεκτρισμού Έντισον. Η εκστρατεία κατέρρευσε όμως, όταν τα σχόλια του Brier, καθώς και άλλα ενδοϋπηρεσιακά σημειώματα, διέρρευσαν στον Τύπο. Ένας ντροπιασμένος Michaels έσπευσε να αποστασιοποιηθεί από την ICE, αναφερόμενος στη «σκανδαλώδη ανειλικρίνειά της».

Παρά τους ενδοιασμούς του, ο Michaels συνέχισε να έχει απολαβές από τη σχέση του με τη βιομηχανία πετρελαιοειδών. Κατά τη διάρκεια μιας διοικητικής συνάντησης στη Μινεσότα, τον Μάιο του 1995, κατέθεσε ότι έλαβε 165.000 δολάρια για κονδύλια, κατά τη διάρκεια των προηγούμενων πέντε ετών, από τις εταιρείες πετρελαίου, συμπεριλαμβανομένων και 49.000 δολαρίων από την Γερμανική Ένωση Άνθρακα και κονδύλια από τη Western Fuels για μία ημερήσια εφημερίδα που επιμελείται ο ίδιος και η οποία αποκαλείται World Climate Report. Ο Michaels παρείχε τις έμμισθες υπηρεσίες του ως μάρτυρας σε διάφορες δικαστικές υποθέσεις που αφορούσαν την υπερθέρμανση του πλανήτη. Έχει γράψει διάφορα γράμματα σε εκδότες και στον Τύπο, έλαβε μέρος σε εκπομπές στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο και κατέθεσε σε διάφορες κυβερνητικές επιτροπές. Έχει θέση στα διοικητικά συμβούλια διάφορων εκστρατειών οργανωμένων από τη βιομηχανία με σκοπό την προπαγάνδα και είναι διοικητικό στέλεχος στο Ινστιτούτο Cato.

Όσοι υποστήριξαν δημόσια τη θέση της βιομηχανίας είχαν παρόμοια μπλεξίματα. Ο Robert Balling είναι γεωλόγος και η δουλειά του πριν το 1990 επικεντρωνόταν στην ερημοποίηση και τη μόλυνση του εδάφους. Ξεκινώντας τη συνεργασία του με την ICE έλαβε σχεδόν 300.000 δολάρια ως κονδύλια από εταιρείες με συμφέροντα στα πετρέλαια και στο κάρβουνο, μερικές από τις οποίες συνεργάζονταν με τη Sherwood Idso. Σύμφωνα με τον Peter Montague του Ιδρύματος Περιβαλλοντικής Έρευνας, ο S. Fred Singer «είναι τώρα ένας “ανεξάρτητος” σύμβουλος» για εταιρείες που περιλαμβάνουν στη λίστα τους τις ARCO, Exxon Corporation, Shell Oil Company, Sun Oil Company και Unocal Corporation. Αντί να κάνει έρευνες, ο Singer «ξοδεύει το χρόνο του στέλνοντας γράμματα στους εκδότες και καταθέτοντας ως μάρτυρας στο Κογκρέσο». Το Σχέδιο για την Επιστημονική και Περιβαλλοντική Στρατηγική (SEPP) του Singer είχε αρχικά οργανωθεί από την Ενωτική Εκκλησία του Αιδεσιμότατου Sun Myung Moon, έναν τακτικό χρηματοδότη συντηρητικών πολιτικών υποθέσεων. Αν και η SEPP δεν σχετίζεται πλέον με την αίρεση του Moon, τα κύρια άρθρα του Singer εμφανίζονται συχνά στις σελίδες της εφημερίδας της Ενωτική Εκκλησίας, η οποία ανήκει στηWashington Times.

Με όλες αυτές τις παρασκηνιακές συμφωνίες και τις ομάδες που φαίνονται στο προσκήνιο, η κατάρρευση της ICE δεν σταμάτησε καθόλου την προσπάθεια προπαγανδισμού των βιομηχανιών. Οι επιστήμονες που συμμετείχαν στην εκστρατεία της ICE –Michaels, Balling, Idso και Singer– απλά ανακυκλώθηκαν σε νέες οργανώσεις με νέα ονόματα. Όπως παρατηρεί ο Gelbspan «σε αυτή τη μικρή ομάδα διαφωνούντων επιστημόνων έχει δοθεί δημοσιότητα και κυβερνητική υποστήριξη πέρα από κάθε όριο σε σχέση με τη θέση τους στον επιστημονικό κόσμο για το θέμα της υπερθέρμανσης. Έχουν χρησιμοποιήσει αυτή την πλατφόρμα για να χτυπήσουν τα ηχηρά τύμπανα της αμφισβήτησης σχετικά με την κλιματική αλλαγή. Οι αμφιβολίες τους επαναλαμβάνονται σε κάθε ιστορία σχετική με το κλίμα που δημοσιεύεται σε κάθε εφημερίδα και προβάλλεται σε κάθε τηλεοπτική και ραδιοφωνική εκπομπή της χώρας. Με το να επικεντρώνονται στο ανπραγματικά υπάρχει κάποιο πρόβλημα, αυτή η ντουζίνα των διαφωνούντων –που εναντιώνονται στην κοινή άποψη που έχουν οι κορυφαίοι επιστήμονες στο συγκεκριμένο τομέα– έχει καταφέρει μέχρι τώρα ν’ αποτρέψει την ουσιαστική συζήτηση για το πώς να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα».

Καπνός και Καθρέφτες

Μαζί με τον Παγκόσμιο Κλιματικό Συνασπισμό, μια στρατιά από άλλες οργανώσεις που χρηματοδοτούνται από τη βιομηχανία και λειτουργούν ως «βιτρίνα» έχουν εμπλακεί στη διαμάχη. Αν και ο GCC είναι η πρωτοπόρος στην εκστρατεία ενάντια στη μεταρρύθμιση για το περιβάλλον, συνεργάζεται στενά με ένα δίκτυο που περιλαμβάνει εμπορικές οργανώσεις, ομάδες «δικαιωμάτων ακινήτων» που είναι θυγατρικές του αντί-περιβαλλοντικού κινήματος Wise USE, και άλλες σχετικές ομάδες, όπως η Sovereignty International, η οποία πιστεύει ότι το όλο θέμα της υπερθέρμανσης είναι μία συνωμοσία με σκοπό την υποδούλωση του κόσμου υπό το καθεστώς των Ηνωμένων Εθνών –μία καθοδηγούμενη «παγκόσμια κυβέρνηση».

Οι ομάδες που συμμετείχαν στην εν λόγω εκστρατεία περιλάμβαναν μεταξύ των άλλων και την Αμερικανική Ενεργειακή Συμμαχία (που αποτελούνταν από την Εθνική Ένωση Κατασκευαστών, το Αμερικανικό Ινστιτούτο Πετρελαίου και το Ινστιτούτο Ηλεκτρισμού Έντισον), το Κλιματικό Συμβούλιο (του οποίου ηγείται ο Don Pearlman, ένα μόνιμο πρόσωπο στις κλιματολογικές διαπραγματεύσεις ανά τον κόσμο και μέλος της εταιρείας του Patton Boggs), το Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο και οι Πολίτες για την Ορθή Οικονομία (μία πολιτική ομάδα που εδρεύει στην Ουάσιγκτον της οποίας οι ιδρυτές περιλαμβάνουν την BMW, Boeing, BP, Chevron, GM, Mobil, Toyota και Unilever). Το 1997, οι παγκοσμίου επιπέδου διαπραγματεύσεις για το πρωτόκολλο σχετικά με την υπερθέρμανση του πλανήτη έγιναν στο Κιότο της Ιαπωνίας, παροτρύνοντας μία ομαδική σύναξη βιομηχανιών. Μερικές από τις συμμετέχουσες ομάδες ήταν οι εξής:

  • Το Παγκόσμιο Πληροφοριακό Σχέδιο για το Κλίμα (GCIP) που ξεκίνησε στις 9 Σεπτεμβρίου του 1997 από κάποιες από τις ισχυρότερες εμπορικές οργανώσεις, ξόδεψε περισσότερα από 13 εκατομμύρια δολάρια σε διαφημίσεις στην τηλεόραση και εφημερίδες. Τις διαφημίσεις επιμελήθηκε η Goddard*Claussen/First Tuesday, μία εταιρεία δημοσίων σχέσεων με έδρα την Καλιφόρνια, της οποίας οι πελάτες περιλαμβάνουν το Συμβούλιο για τη Χημεία του Χλωρίου, την Ένωση Χημικών Κατασκευαστών, την DuPont Merck Pharmaceuticals και το Ινστιτούτο Στήριξης του Βινυλίου. H Goddard*Claussen είναι πασίγνωστη για τη διαφήμισή της «Harry and Louise», που βοήθησε στο ν’ απορριφθεί η Πρόταση Ρύθμισης για την Υγεία του Προέδρου Κλίντον το 1993. Οι διαφημίσεις της σχετικά με την υπερθέρμανση χρησιμοποίησαν την ίδια τακτική εμπορευματοποίησης του φόβου, με το να ισχυριστούν ότι αν επικυρωνόταν το Πρωτόκολλο του Κιότο θα αυξάνονταν οι τιμές της βενζίνης κατά 50 σεντς το γαλόνι, πράγμα που θα οδηγούσε σε εκτίναξη των τιμών «σε όλους τους τομείς, από τη θέρμανση, την τροφή, μέχρι και το ντύσιμο». Το GCIP εκπροσωπείτο από τον Richard Pollock, πρώην διευθυντή της ομάδας του Ralph Nader, Critical Mass, ο οποίος έχει αλλάξει πλευρά και τώρα εργάζεται ως επίτιμος αντιπρόεδρος για τη Shandwick Public Affairs, τη δεύτερη μεγαλύτερη εταιρεία δημοσίων σχέσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πρόσφατοι πελάτες του Shandwick περιλαμβάνουν τους Browning-Ferris Industries, Central Maine Power, Georgia-Pacific Corp., Monsanto Chemical Co., New York State Electric and Gas Co., Ciba-Geigy, Ford Motor Company, Hydro-Quebec, Pfizer και Procter & Gamble.
  • Ο Συνασπισμός για το Δικαίωμα στην Επιλογή των Οχημάτων (CVC), μια εταιρεία-κάλυψη για τις αυτοκινητοβιομηχανίες, έκανε τη δική του εκστρατεία, συμπεριλαμβανομένης και μιας τρισέλιδης διαφήμισης στηνWashington Post, που συκοφαντούσε τις διαβουλεύσεις του Κιότο ως επίθεση στην οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών. Σπόνσορες της διαφήμισης ήταν εκατοντάδες εταιρείες πετρελαίου και καυσίμων, έμποροι αυτοκινήτων και καταστήματα ανταλλακτικών, μαζί με έναν αριθμό δεξιών οργανώσεων όπως η Ένωση των Αμερικανικών Δικαιωμάτων και η Παγκόσμια Εθνική Κυριαρχία. Ο CVC ιδρύθηκε το 1991 και έχει εμποδίσει με επιτυχία να τεθούν υψηλότερα στάνταρ στον τομέα των καυσίμων στα αμερικανικά αυτοκίνητα και φορτηγά. Από την αρχή τον εκπροσωπούσε ο Ron DeFore, ένας πρώην πρόεδρος της εταιρείας δημοσίων σχέσεων E. Bruce Harrison. Ο προϋπολογισμός του το 1993 ήταν 2,2 εκατομμύρια δολάρια, τα οποία προέρχονταν στο σύνολό τους από τις τρεις μεγαλύτερες αυτοκινητοβιομηχανίες, Ford, GΜ και Chrysler.
  • Το Εθνικό Κέντρο για τη Δημόσια Έρευνα, μία ομάδα μελέτης που χρηματοδοτείται από τις βιομηχανίες, ίδρυσε ένα κέντρο που το ονόμασε «Κέντρο Πληροφόρησης για τη Περιβαλλοντική Συνάντηση Κορυφής του Κιότο», εξέδωσε ένα φυλλάδιο, το «Δεδομένα για την Περιβαλλοντική Συνάντηση Κορυφής», και τροφοδοτούσε στον Τύπο αναφορές ενάντιες στο Πρωτόκολλο μέσω μίας «ελεύθερης υπηρεσίας εντοπισμού συνεντεύξεων», που πρόσφερε «βοήθεια στους δημοσιογράφους που έψαχναν για συνεντεύξεις με διακεκριμένους επιστήμονες, οικονομολόγους και ειδικούς στη δημόσια πολιτική σχετικά με την υπερθέρμανση του πλανήτη».
  • Ο Συνασπισμός για την Προώθηση της Ορθής Επιστήμης (TASSC), του οποίου ηγείτο ο «Σκουπιδιάρης» Steven Milloy, που επιχείρησε να διακινήσει ένα e-mail ενάντια στο Πρωτόκολλο, με παραλήπτη τον πρόεδρο Κλίντον, με την υπόσχεση να βάλει τα ονόματα των συμμετεχόντων σε μία κλήρωση για 1.000 δολάρια. Η ιστοσελίδα του Milloy ρίχνει βιτριόλι στην επιστήμη του φαινομένου του θερμοκηπίου, περιλαμβανομένων επιθέσεων στην Αμερικανική Γεωφυσική Ένωση, την Αμερικανική Μετεωρολογική Κοινότητα και το περιοδικό Nature.
  • Το Αμερικανικό Κέντρο Στρατηγικής (APC) εργάστηκε για να κινητοποιήσει μία «Απεργία για την Ελευθερία», ζητώντας από τους οδηγούς φορτηγών να σταματήσουν στην άκρη του δρόμου για μία ώρα και από τους αγρότες να οδηγήσουν τα τρακτέρ τους σε πόλεις-κλειδιά και «ν’ αποκλείσουν τη χώρα» σε ένδειξη διαμαρτυρίας ενάντια στο Πρωτόκολλο του Κιότο. Η επικύρωση του Πρωτοκόλλου, προειδοποιούσε το APC, θα σήμαινε ότι «με μία απλή κίνηση το έθνος, έτσι όπως το έχουμε διαμορφώσει, όπως το γνωρίζουμε και όπως το αγαπήσαμε θ’ αρχίσει να εξαφανίζεται». Το APC, επίσης, απηύθυνε έκκληση σε ακτιβιστές ενάντιους στις εκτρώσεις με το επιχείρημα ότι «ο Αλ Γκορ έχει πει ότι οι εκτρώσεις θα πρέπει να χρησιμεύσουν ως μέσο μείωσης της υπερθέρμανσης του πλανήτη».

Συλλογή Αυτόγραφων

Το ν’ ανεμίζουν υπογραφές από επιστήμονες έμοιαζε να είναι η προσφιλής στρατηγική των σκεπτικιστών στο θέμα του φαινόμενου του θερμοκηπίου. Η ιστοσελίδα του Σχεδίου για την Επιστημονική και Περιβαλλοντική Στρατηγική του S. Fred Singer παραθέτει περισσότερες από τέσσερις αιτήσεις, συπεριλαμβανόμενης εκείνης του 1992 με την ονομασία «Δήλωση των Επιστημόνων της Ατμόσφαιρας για το Φαινόμενο του Θερμοκηπίου», της Έκκλησης της Χαϊδελβέργης (επίσης του 1992), της αίτησης του ίδιου του Singer «Διακήρυξη της Λειψίας για την Παγκόσμια Κλιματική Αλλαγή» (1997), και της «Προσφυγής του Όρεγκον», που κυκλοφόρησε το 1998 από τον φυσικό Frederick Seitz. Χάρη στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών αναρίθμητων ομάδων μελέτης που χρηματοδοτούνται από τις βιομηχανίες, αυτές οι αιτήσεις αναφέρονται συχνά από τις συντηρητικές φωνές στον «αγώνα» κατά της «ψευδεπιστήμης» και προβάλλονται ευρέως από τους δημοσιογράφους.

Η Έκκληση της Χαϊδελβέργης πρωτοκυκλοφόρησε τo 1992 στην Περιβαλλοντική Σύνοδο Κορυφής στο Ρίο ντε Τζανέιρο και έχει επικυρωθεί μεταγενέστερα από περίπου 4.000 επιστήμονες, περιλαμβανομένων 72 κατόχων του βραβείου Νόμπελ. Έχει, επίσης, αγκαλιαστεί με ενθουσιασμό από υπερασπιστές της «ορθής επιστήμης» όπως ο Steven Milloy και η Elizabeth Whelan και συχνά γίνεται αναφορά σε αυτήν ως απόδειξη ότι οι επιστήμονες απορρίπτουν όχι μόνο τη θεωρία της παγκόσμιας υπερθέρμανσης αλλά και άλλα περιβαλλοντικά θέματα που είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με θέματα υγείας, από ζιζανιοκτόνα στο φαγητό μέχρι βακτήρια που αντιστέκονται στα αντιβιοτικά. Η Έκκληση της Χαϊδελβέργης προειδοποιεί για την «εμφάνιση μας παράλογης ιδεολογίας, που αντιτίθεται στην επιστημονική και βιομηχανική πρόοδο και παρεμποδίζει την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη» και συμβουλεύει «τις αρμόδιες αρχές για την τύχη του πλανήτη μας ενάντια σε αποφάσεις οι οποίες υποστηρίζουν ψευδεπιστημονικά επιχειρήματα ή πλαστά και άσχετα στοιχεία… Οι μεγαλύτερες συμφορές που παραμονεύουν τη Γη μας είναι η άγνοια και η καταπίεση και όχι η Επιστήμη, η Τεχνολογία και η Βιομηχανία».

Το μοναδικό πρόβλημα είναι ότι η Έκκληση της Χαϊδελβέργης δεν αναφέρει πουθενά για υπερθέρμανση ή οτιδήποτε σχετικό με τα ζιζανιοκτόνα ή τα βακτήρια που έχουν αναπτύξει ανοχή στα αντιβιοτικά. Είναι απλά μια σύντομη δήλωση που στηρίζει τη λογική και την επιστήμη. Βασισμένος στο κείμενο και μόνο, πρακτικά ο καθένας επιστήμονας στον κόσμο θα αισθανόταν άνετα να υπογράψει. Αποσπάσματα της Έκκλησης της Χαϊδελβέργης, μάλιστα, εμφανίζονται να επικυρώνουν τις ανησυχίες για το περιβάλλον, όπως μία φράση που λέει ότι «συνυπογράφουμε πλήρως στους σκοπούς μιας επιστημονικής οικολογίας για ένα περιβάλλον όπου οι πηγές του θα πρέπει να κατηγοριοποιηθούν, να παρακολουθηθούν και να διατηρηθούν». Οι 72 κάτοχοι Νόμπελ περιλαμβάνουν 49 οι οποίοι υπέγραψαν επίσης το «Προειδοποιητικό μήνυμα των επιστημόνων του κόσμου προς την ανθρωπότητα», που κυκλοφόρησε τον ίδιο χρόνο από την προοδευτική Ένωση των Ανήσυχων Επιστημόνων (UCS) και η οποία προσέλκυσε την πλειοψηφία των επιστημόνων κατόχων Νόμπελ παγκοσμίως, καθώς και περίπου 1.700 επιστήμονες σε άλλους τομείς. Σε αντίθεση με την ασάφεια της Έκκλησης της Χαϊδελβέργης, το «Προειδοποιητικό μήνυμα των επιστημόνων του κόσμου προς την ανθρωπότητα» είναι ένα πολύ σαφές περιβαλλοντικό μανιφέστο, που δηλώνει ότι «οι άνθρωποι και ο φυσικός κόσμος βρίσκονται σε πορεία μετωπικής σύγκρουσης» και αναφέρεται στη μείωση του όζοντος, στην παγκόσμια κλιματική αλλαγή, στη μόλυνση του αέρα, τη μείωση των πηγών νερού, την αποψίλωση των δασών, την υπερβολική αλίευση και τα είδη υπό εξαφάνιση, ως κάποιες από τις τάσεις που απειλούν «με τέτοια αλλοίωση το οικοσύστημα, που θα είναι αδύνατον πλέον να διατηρηθεί η ζωή με τον τρόπο που γνωρίζαμε μέχρι τώρα».

Πιο πρόσφατα, 110 επιστήμονες, κάτοχοι Νόμπελ, υπέγραψαν μία άλλη διακήρυξη της UCS, την «Πρόσκληση σε Δράση» του 1997, η οποία καλούσε συγκεκριμένα του ηγέτες όλου του κόσμου να επικυρώσουν ένα αποτελεσματικό πρωτόκολλο στο Κιότο.

Όπως και η Έκκληση της Χαϊδελβέργης έτσι και η Διακήρυξη της Λειψίας έχει πάρει τ’ όνομά της από μία γερμανική πόλη, δίνοντάς της μια γκρίζα λάμψη. Έχει υπογραφεί από 110 άτομα, συμπεριλαμβανομένων πολλών που είχαν υπογράψει την προηγούμενη «Δήλωση των Επιστημόνων της Ατμόσφαιρας» και αναφέρεται τακτικά από τις συντηρητικές φωνές στο κίνημα της «ορθής επιστήμης», και θεωρείται σε κάποιους κύκλους ως το χρυσό αξίωμα της εξειδικευμένης επιστήμης πάνω στο θέμα. Έχει αναφερθεί από τον ίδιο τον Singer σε κύρια άρθρα που παραθέτονται σε εκατοντάδες συντηρητικής ιδεολογίας ιστοσελίδες και σημαντικές εκδόσεις, περιλαμβανομένων των Wall Street Journal, Miami Herald, Detroit News, Chicago Tribune, Cleveland Plain Dealer, Memphis Commercial-Appeal, Seattle Times καιOrange County Register. O Jeff Jacoby, ένας αρθρογράφος της Boston Globe, περιγράφει τους υπογράφοντες την Διακήρυξης της Λειψίας ως «εξέχοντες ανθρώπους των γραμμάτων». Το Ίδρυμα Heritage τούς ονομάζει «ονομαστούς επιστήμονες», όπως και οι συντηρητικές ομάδες μελέτης, όπως οι Πολίτες για την Ορθή Οικονομία, το Ινστιτούτο Heartland και το Ινστιτούτο της Αυστραλίας για τις Δημόσιες Υποθέσεις. Και η Διακήρυξη της Λειψίας και η Διακήρυξη του Όρεγκον του Seitz έχουν αναφερθεί ως αξιόπιστες πηγές κατά τη διάρκεια δημόσιων συζητήσεων στη Γερουσία των Ηνωμένων Πολιτειών και το Αμερικανικό Κοινοβούλιο.

Όταν ο δημοσιογράφος David Olinger της Petersburg Times ερεύνησε τη Διακήρυξη της Λειψίας, όμως, ανακάλυψε ότι οι περισσότεροι από τους υπογράφοντες δεν είχαν καν ασχοληθεί με τα κλιματολογικά θέματα και κανένας τους δεν ήταν αναγνωρισμένος ειδικός επί του θέματος. Εικοσιπέντε εκ των υπογραφόντων ήταν τηλεοπτικοί παρουσιαστές του δελτίου καιρού –ένα επάγγελμα που δεν απαιτεί εκ βαθέων γνώσεις σχετικές με την έρευνα για το κλίμα. Κάποιοι δεν είχαν καν κάποιο πανεπιστημιακό πτυχίο, όπως ο Dick Groeber του Dick’s Weather Service του Σπρίγκφιλντ, Οχάιο. Θεωρούσε ο Groeber τον εαυτό του επιστήμονα; «Κατά κάποιο τρόπο ναι» απάντησε, όταν ρωτήθηκε. «Είχα δύο με τρία χρόνια πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στον τομέα των επιστημών και 30 με 40 χρόνια εκπαίδευσης κατ’ οίκον». Άλλοι υπογράφοντες περιλάμβαναν έναν οδοντίατρο, έναν ιατρικό αναλυτή εργαζόμενο σε εργαστήριο, έναν πολιτικό μηχανικό και έναν ερασιτέχνη μετεωρολόγο. Κάποιοι, μάλιστα, δεν κατοικούσαν καν στη διεύθυνση που είχαν δηλώσει. Ένας δημοσιογράφος που εργαζόταν στην Danish Broadcasting Company επιχείρησε να επικοινωνήσει με τους 33 Ευρωπαίους υπογράφοντες και ανακάλυψε ότι οι τέσσερις εξ αυτών δεν μπορούσαν να εντοπιστούν, οι 12 αρνήθηκαν ότι είχαν υπογράψει, και κάποιοι δεν είχαν καν ακούσει για τη Διακήρυξη της Λειψίας. Αυτοί που παραδέχτηκαν ότι την υπέγραψαν περιλάμβαναν έναν παθολόγο, έναν πυρηνικό επιστήμονα και έναν εντομολόγο. Μην υπολογίζοντας εκείνους που τα διαπιστευτήριά τους ήταν υπερτονισμένα, άσχετα, πλαστά ή μη δυνάμενα να επαληθευτούν, αποδείχθηκε ότι μόνο 20 από τα ονόματα στη λίστα είχαν κάποια επιστημονική σχέση με τη μελέτη των κλιματολογικών αλλαγών και κάποια από αυτά ήταν γνωστό ότι είχαν λάβει δωρεές από τη βιομηχανία πετρελαίου και καυσίμων, συμπεριλαμβανομένης της γερμανικής βιομηχανίας άνθρακα και της κυβέρνησης του Κουβέιτ (έναν από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς πετρελαίου).

Μερικοί το Προτιμούν Καυτό

Η Προσφυγή του Όρεγκον, η οποία υποστηρίζεται από το Ινστιτούτο Επιστημών και Ιατρικής του Όρεγκον (OISM), κυκλοφόρησε τον Απρίλη του 1998 σε μία μαζική αποστολή επιστολών σε δεκάδες εκατοντάδες Αμερικανούς επιστήμονες. Μαζί με την αίτηση η επιστολή περιλάμβανε και αυτό που έδειχνε να είναι ανατύπωση ενός επιστημονικού φυλλαδίου. Γραμμένο από τον Arthur B. Robinson και άλλους τρεις ανθρώπους, το φυλλάδιο είχε τίτλο «Περιβαλλοντικές συνέπειες του ατμοσφαιρικού διοξειδίου του άνθρακα» και είχε τυπωθεί με την ίδια γραμματοσειρά και στήσιμο με εκείνη που έχουν τα επίσημα Πρακτικά της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών (NAS). Η εισαγωγή, που είχε γίνει από τον Frederick Seitz, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως πρόεδρος της NAS το 1960, έδωσε μεγαλύτερο βάρος στην εντύπωση ότι το φυλλάδιο του Robinson ήταν μία επίσημη έκδοση της πανεπιστημιακής κοινότητας.

Το φυλλάδιο του Robinson υποστήριζε ότι η διαρκής επιβάρυνση της ατμόσφαιρας με διοξείδιο του άνθρακα ήταν κατά βάση καλό πράγμα. «Καθώς το ατμοσφαιρικό διοξείδιο αυξάνεται» έγραφε «αυξάνονται οι ρυθμοί ανάπτυξης των φυτών. Επίσης, αφαιρείται το υπερβολικό νερό καθώς αυξάνεται το διοξείδιο, με αποτέλεσμα τα φυτά να μπορούν ν’ αναπτυχθούν υπό συνθήκες μεγαλύτερης ξηρασίας. Αναλόγως αυξάνεται και το ζωικό βασίλειο που βασίζεται στη χορτοφαγική διατροφή». Ως αποτέλεσμα, κατέληγε ο Robinson, οι βιομηχανικές δραστηριότητες μπορούν να συμβάλουν στην ενθάρρυνση της βιοποικιλότητας και σ’ έναν πιο πράσινο πλανήτη. «Καθώς το κάρβουνο, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο χρησιμοποιούνται για να ταΐσουν και να βγάλουν από τη φτώχεια μεγάλο αριθμό ανθρώπων ανά τον πλανήτη, περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα θα απελευθερώνεται στην ατμόσφαιρα» έλεγε το φυλλάδιο. «Αυτό θα βοηθήσει να διατηρηθεί και να βελτιωθεί η υγεία, η μακροζωία, η ευημερία και η παραγωγικότητα όλων μας. Οι ανθρώπινες δραστηριότητες πιστεύεται ότι είναι υπεύθυνες για την αύξηση των επιπέδων του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Η ανθρωπότητα κινεί το διοξείδιο στο κάρβουνο, στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο από τα έγκατα της γης στην ατμόσφαιρα. Ζούμε σ’ ένα διαρκώς αυξανόμενο σε πλούτο περιβάλλον ως αποτέλεσμα της αύξησης του διοξειδίου του άνθρακα. Τα παιδιά μας θ’ απολαμβάνουν μία Γη με πολλά περισσότερα φυτά και ζώα από εκείνα τα οποία είχαμε μέχρι τώρα. Αυτό είναι ένα υπέροχο και αναπάντεχο δώρο της Βιομηχανικής Επανάστασης».

Στην πραγματικότητα, ούτε το φυλλάδιο του Robinson ούτε η αίτηση του OISM είχαν κάτι κοινό με την Εθνική Ακαδημία Επιστημών, η οποία πρωτοάκουσε για την αίτηση όταν τα μέλη της άρχισαν να καλούν για να ρωτήσουν αν η NAS είχε λάβει θέση ενάντια στο Πρωτόκολλο του Κιότο. Ο συγγραφέας του φυλλαδίου, Arthur Robinson, δεν ήταν καν κλιματολόγος. Ήταν βιοχημικός ο οποίος δεν είχε δημοσιεύσει ποτέ κάτι πάνω στον τομέα της κλιματολογίας και το φυλλάδιό του δεν είχε διαβαστεί ποτέ από κάποιον που να έχει σχέση με το αντικείμενο. Μάλιστα, το φυλλάδιο δεν είχε γίνει αποδεκτό προς έκδοση πουθενά, πόσο μάλλον από την NAS. Είχε εκδοθεί από τον ίδιο τον Robinson, ο οποίος έκανε μόνος του τη δακτυλογράφηση στον προσωπικό του υπολογιστή, υπό την αιγίδα του Ινστιτούτου Επιστημών και Ιατρικής του Όρεγκον, του οποίου ο Robinson είχε ανακηρύξει τον εαυτό του ιδρυτή.

Τι ακριβώς ήταν λοιπόν το OISM; Η μαζική επιστολή δεν έδινε κάποια πληροφορία εκτός από μια ταχυδρομική θυρίδα. Το OISM έχει κάποια ιστοσελίδα, παρόλ’ αυτά, όπου περιγράφεται ως «ένα μικρό ερευνητικό κέντρο» στο Κέιβ Τζάνκσιον του Όρεγκον, με ερευνητικό προσωπικό έξι ανθρώπων που ασχολούνται με τη μελέτη της «βιοχημείας, της διαγνωστικής ιατρικής, της διατροφής, της προληπτικής ιατρικής και της μοριακής βιολογίας της γήρανσης». Το OISM επίσης πουλάει ένα βιβλίο με τίτλο Nuclear War Survival Skills (με εισαγωγή από τον εφευρέτη της βόμβας υδρογόνου Edward Teller) το οποίο υποστηρίζει ότι «οι κίνδυνοι από τα πυρηνικά όπλα έχουν διαστρεβλωθεί και μετατραπεί σε μύθους». Όπως το ίδιο το Ινστιτούτο, το Κέιβ Τζάνκσιον (με πληθυσμό 1.126) είναι ένα απομακρυσμένο μέρος. Είναι το είδος της τοποθεσίας που θα έψαχνε κανείς αν ήθελε να επιβιώσει σ’ έναν πυρηνικό πόλεμο, αλλά δεν είναι γνωστό ως κέντρο επιστημονικών και ιατρικών μελετών.

«Ο Robinson δεν αποτελεί αξιόπιστη πηγή» παρατηρεί ο δημοσιογράφος Ross Gelbspan. «Στα τέλη του 1994 δήλωσε ότι η μείωση του όζοντος ήταν μία “φάρσα” – μια παρόμοια θεωρία με εκείνη της επίπεδης γης. Στο ειδησεογραφικό του δελτίο είπε στους αναγνώστες του ότι ήταν ασφαλές να πίνουν νερό που είχε ραδιενέργεια από τον πυρηνικό σταθμό του Τσερνομπίλ και έβγαλε στην αγορά ένα κουτί με είδη εκμάθησης για το σπίτι, για τους «γονείς που ανησυχούσαν για το σοσιαλισμό και τα δημόσια σχολεία».

Κανένας από τους άλλους τρεις συγγραφείς του «Περιβαλλοντικές συνέπειες του ατμοσφαιρικού διοξειδίου του άνθρακα» δεν είχε μεγαλύτερη αξιοπιστία από τον ίδιο τον Robinson ως ερευνητής κλιματολογικών ερευνών. Στους συγγραφείς περιλαμβάνονταν ο 22χρονος γιoς του Robinson, Zachary (ο οποίος είχε διδαχθεί κατ’ οίκον από τον πατέρα του) μαζί με τους αστροφυσικούς Sallie Baliunas και Willie Soon. Και η Baliunas και ο Soon εργάζονταν μαζί με τον Frederick Seitz στο Ινστιτούτο George C. Marshall, μία ομάδα μελέτης με έδρα την Ουάσιγκτον της Κολούμπια. όπου ο Seitz είχε το ρόλο του διευθυντή. Έχοντας έσοδα από έναν αριθμό δεξιών οργανώσεων που περιλάμβαναν τη Scaife and Bradley, το Ινστιτούτο George C. Marshall δεν είχε κάνει ποτέ κάποια έρευνα. Είναι μία συντηρητική ομάδα μελέτης η οποία ιδρύθηκε την εποχή της κυβέρνησης Ρίγκαν για να υποστηρίξει τα έσοδα του Strategic Defense Initiative του Ρίγκαν – το πρόγραμμα του «Πολέμου των Άστρων». Στις μέρες μας το Marshall Institute είναι ακόμα ένθερμος υποστηρικτής των όπλων υψηλής τεχνολογίας. Το 1999, η ιστοσελίδα του έδωσε εξέχουσα θέση στην έκθεση του Col. Simon P. Worden με τίτλο «Γιατί χρειαζόμαστε το αεροκίνητο λέιζερ» μαζί με μία έκθεση με τίτλο «Πυραυλική άμυνα για πληθυσμούς –Τι χρειάζεται; Γιατί δεν το κάνουμε;» Μετά την κατάρρευση του Σοβιετικού καθεστώτος, όμως, το Ινστιτούτο Marshall έχει προσαρμοστεί στους καιρούς με το ν’ αφιερώσει το μεγαλύτερο μέρος των πυρών του στον πόλεμο ενάντια στο περιβαλλοντικό κίνημα και συγκεκριμένα ενάντια στους «εμπόρους του φόβου», που προειδοποιούν σχετικά με την υπερθέρμανση του πλανήτη.

«Η αποστολή των επιστολών έχει σχεδιαστεί ξεκάθαρα για να εξαπατήσει με το να δώσει στους ανθρώπους την εντύπωση ότι το άρθρο, το οποίο είναι γεμάτο αναλήθειες, είναι επανεκτύπωση και έχει περάσει από την έγκριση της επιστημονικής κοινότητας» παραπονέθηκε ο Raymond Pierrehumbert, χημικός της ατμόσφαιρας στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο. Ο απασχολούμενος με τις εξωτερικές υποθέσεις της NAS, γραμματέας F. Sherwood Rowland, ατμοσφαιρικός χημικός, λέει ότι οι ερευνητές «αναρωτιούνται αν κάποιος προσπαθεί να τους εξαπατήσει». Το μέλος του συμβουλίου της NAS, Ralph J. Cicerone, πρύτανης της Σχολής Φυσικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Ίρβαϊν, προσβλήθηκε ιδιαιτέρως όταν ο Seitz περιέγραψε τον εαυτό του στο εξώφυλλο ως «πρώην πρόεδρο» της NAS. Αν και ο Seitz ήταν όντων κάτοχος αυτού του τίτλου το 1960, ο Cicerone ήλπιζε ότι οι επιστήμονες που θα λάμβαναν την αίτηση με το ταχυδρομείο δεν θα ξεγελιόνταν να πιστέψουν ότι «είχε ακόμα ενεργό ρόλο στη διοίκηση της οργάνωσης».

Η NAS έδωσε μία ιδιαίτερα αιχμηρή επίσημη απάντηση. «Το συμβούλιο της NAS θα ήθελε να διευκρινίσει ότι αυτή η αίτηση δεν έχει να κάνει με την Εθνική Ακαδημία Επιστημών και ότι το χειρόγραφο δεν εκδόθηκε από τα Πρακτικά της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών ή από οποιοδήποτε αναγνωρισμένο περιοδικό» δήλωσε σε μία δήλωση στον Τύπο. «Η αίτηση δεν στηρίζεται στα συμπεράσματα ειδικών της Ακαδημίας». Στην πραγματικότητα, τόνιζε, η δική της προηγούμενη έκδοση είχε δείξει ότι «ακόμα και με δεδομένες τις δικές μας σημαντικές αβεβαιότητες για το συγκεκριμένο φαινόμενο, η προειδοποίηση για το φαινόμενο του θερμοκηπίου επαρκεί για άμεση αντίδραση. Η επένδυση σε περιοριστικές ενέργειες λειτουργεί ως δικλίδα ασφαλείας ενάντια στις μεγάλες ανασφάλειες και την πιθανότητα δραματικών εκπλήξεων».

Παρά την κατακραυγή, η Προσφυγή του Όρεγκον κατάφερε να μαζέψει 15.000 υπογραφές μέσα σε ένα μήνα. Ο Fred Singer αποκάλεσε την αίτηση «την τελευταία και μεγαλύτερη προσπάθεια από επιστήμονες επιπέδου να εκφράσουν την αντίδρασή τους σε σχέδια που θα υπερέβαιναν την επιστήμη για χάρη μιας πολιτικής ατζέντας».

Ο γερουσιαστής της Νεμπράσκα, Chuck Hagel, την αποκάλεσε «ασυνήθιστη ανταπόκριση» και την ανέφερε ως βάση για να συνεχίσει να αντιτίθεται σε μία συνθήκη για την παγκόσμια υπερθέρμανση. «Σχεδόν όλοι από αυτούς τους 15.000 επιστήμονες έχουν τεχνική εκπαίδευση κατάλληλη για την αξιολόγηση των στοιχείων των κλιματολογικών ερευνών» είπε ο Hagel. Άρθρα που αναφέρονταν στην αίτηση Seitz και στο φυλλάδιο του Robinson ως αξιόπιστες πηγές σχετικά με την κοινή γνώμη για το φαινόμενο του θερμοκηπίου έχουν εμφανιστεί σε δημοσιεύσεις που κυμαίνονται από τηNewsday, τη Los Angeles Times και τη Washington Post μέχρι το Austin-American Statesman, την Denver Post και τηWyoming Tribune-Eagle.

Επιπρόσθετα, με τη μαζική αποστολή επιστολών, η ιστοσελίδα του OISM επιτρέπει στον κόσμο να προσθέτει το όνομά του στην αίτηση στο Ίντερνετ, και μέχρι τον Ιούνιο του 2000 ισχυριζόταν ότι είχε αποκτήσει περισσότερους από 19.000 νεοσύλλεκτους. Το Ινστιτούτο, όμως, είναι τόσο χαλαρό στο να ερευνά τα ονόματα που ουσιαστικά ο καθένας μπορεί να υπογράψει, συμπεριλαμβανομένου, για παράδειγμα, του Al Caruba, του υπεύθυνου δημοσίων σχέσεων της βιομηχανίας ζιζανιοκτόνων και συντηρητικού ιδεολόγου του οποίου το «Εθνικό Κέντρο Ανησυχίας» περιγράφουμε εν συντομία στο κεφάλαιο 9. Ο Caruba έχει ο ίδιος γράψει άρθρα στο δικό του δικτυακό τόπο ενάντια στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, ονομάζοντάς το «τη μεγαλύτερη απάτη της δεκαετίας», μία εκστρατεία «γενοκτονίας» από περιβαλλοντολόγους οι οποίοι πιστεύουν ότι «η ανθρωπότητα πρέπει να καταστραφεί για να “σωθεί η γη”… δεν υπάρχει υπερθέρμανση, αλλά υπάρχει μία παγκόσμια πολιτική ατζέντα, συγκρίσιμη με εκείνη του αποτυχημένου πειράματος της Σοβιετικής Ένωσης με τον κομουνισμό, η οποία έχει σχεδιαστεί από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, και υποστηρίζεται από τους πολλούς «πράσινους» NGO, με σκοπό την επιβολή διεθνών συνθηκών οι οποίες θα επέτρεπαν στο θεσμό να εξελιχθεί σε μία παγκόσμια κυβέρνηση, η οποία θα ξεπερνάει την ισχύ κάθε έθνους στον κόσμο».

Όταν το 1998 ρωτήθηκε ο Arthur Robinson του ΟISM, παραδέχτηκε ότι μόνο 2.100 υπογράφοντες της Προσφυγής του Όρεγκον είχαν αυτοχαρακτηριστεί ως επιστήμονες, γεωφυσικοί, κλιματολόγοι ή μετεωρολόγοι, «και από αυτούς ο μεγαλύτερος αριθμός ήταν φυσικοί». Τα ονόματα όσων υπογράφουν είναι διαθέσιμα στο δικτυακό τόπο του OISM, αλλά χωρίς να έχουν κάποια ακαδημαϊκή καταχώρηση ή ακόμα και τόπο κατοικίας, πράγμα που καθιστά δύσκολη την επιβεβαίωση της αξιοπιστίας τους ή ακόμα και το αν είναι όντως υπαρκτά πρόσωπα. Όταν πρωτοκυκλοφόρησε, μάλιστα, περιβαλλοντολόγοι ακτιβιστές πρόσθεσαν με επιτυχία τα ονόματα διάφορων φανταστικών προσώπων και διασημοτήτων στη λίστα, συμπεριλαμβανομένων των John Grisham, Michael J. Fox, Drs. Frank Burns, B. J. Honeycutt και του Benjamin Pierce (του τηλεοπτικού σώου M*A*S*H), κάποιου με το όνομα «Dr. Red Wine» και της Geraldine Halliwell, γνωστή τη ποπ τραγουδίστρια Ginger Spice από το συγκρότημα των Spice Girls. Ως επιστημονική ειδικότητα της Ginger έβαλαν τη «βιολογία».

Κάλεσμα Διανομής Ρόλων

Τον Απρίλιο του 1998, γύρω στο ίδιο χρονικό διάστημα που η αίτηση του OISM κυκλοφόρησε για πρώτη φορά, η New York Times ανέφερε ένα άλλο σχέδιο προπαγάνδας που αναπτύχθηκε από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Πετρελαίου (API). Ο Joe Walker, εκπρόσωπος δημοσίων σχέσεων του API, είχε γράψει ένα οκτασέλιδο εσωτερικό υπόμνημα που περιέγραφε το σχέδιο, το οποίο, δυστυχώς για εκείνους που το οργάνωναν, διέρρευσε από κάποιον καλοθελητή. Το υπόμνημα του Walker μίλαγε για στρατολόγηση επιστημόνων «οι οποίοι δεν έχουν μακρά ιστορία δημοσιότητας και/ή συμμετοχή στη διαμάχη σχετικά με το κλίμα». Προφανώς χρειάζονταν νέα πρόσωπα, γιατί τα ήδη υπάρχοντα στο προσκήνιο –Michaels, Balling, Idso και Singer– είχαν αναλώσει την αξιοπιστία τους.

Το σχέδιο του Walker ζητούσε να ξοδέψουν 5 εκατομμύρια δολάρια σε διάστημα δύο ετών για να «μεγιστοποιήσουν τον αντίκτυπο των επιστημονικών απόψεων που συμπίπτουν με τις δικές μας στο Κογκρέσο, τον Τύπο και άλλες ομάδες-κλειδιά». Για να μετρήσουν το μέγεθος της επιτυχίας θα προσλάμβαναν μία εταιρεία που θα παρακολουθούσε τις δημοσιεύσεις με σκοπό να καταγράψει το ποσοστό των άρθρων που θα έθεταν ερωτήσεις σχετικά με την επιστήμη της κλιματολογίας και τον αριθμό των ραδιοφωνικών εκπομπών όπου θα εμφανίζονταν επιστήμονες οι οποίοι θα αμφισβητούσαν την ισχύουσα άποψη. Ο προϋπολογισμός περιλάμβανε 600.000 δολάρια για την ανάπτυξη ενός πυρήνα 20 «αξιοσέβαστων επιστημόνων στην κλιματολογία» και για «ν’ αναγνωρίσουμε, να στρατολογήσουμε και να εκπαιδεύσουμε μία ομάδα πέντε ανεξάρτητων επιστημόνων οι οποίοι θα συμμετάσχουν στην προσπάθεια προσέγγισης του κοινού μέσω του Τύπου». (Αναπάντητη, φυσικά, έμεινε η ερώτηση πώς κάποιος ο οποίος έχει στρατολογηθεί και εκπαιδευτεί από τη βιομηχανία πετρελαίου μπορεί ειλικρινά να χαρακτηριστεί «ανεξάρτητος»). Μόλις εκπαιδεύονταν αυτοί οι επιστήμονες-φερέφωνα θα στέλνονταν σε συναντήσεις με συγγραφείς πάνω σε θέματα επιστήμης, με εκδότες εφημερίδων, με αρθρογράφους και εκπροσώπους δικτύων τηλεόρασης «θέτοντας με αυτόν τον τρόπο ερωτηματικά σχετικά με την “ισχύουσα επιστημονική σοφία” και υπονομεύοντας την».

«Μία από τις πιο ανατριχιαστικές αποκαλύψεις είναι ότι οι εταιρείες πετρελαίου και οι σύμμαχοί τους σκοπεύουν να στρατολογήσουν πραγματικούς επιστήμονες για να θολώσουν τα νερά σχετικά με την υπερθέρμανση του πλανήτη» σχολίασε η St. Louis Post-Dispatch, δείχνοντας να μην γνωρίζει ότι η στρατηγική των «τρίτων προσώπων» ήταν μέρος της εκστρατείας του βιομηχανικού κόσμου από την πρώτη μέρα.

Πολύ Μπλα-Μπλα, Λίγη Δράση

Κατά τη διάρκεια του 1990, ο φραστικός ξυλοδαρμός του Κλίντον ήταν κάτι κοινό στις εκκλήσεις των βιομηχανιών προς τους συντηρητικούς, χρησιμοποιώντας το επιχείρημα ότι το φαινόμενο του θερμοκηπίου ήταν μία προσπάθεια της δημοκρατική πλευράς να αντικαταστήσει την ιδιωτική περιουσία με το «σοσιαλισμό», τη «γραφειοκρατία» και τη «μεγάλη κυβέρνηση». Πολύ έντονη κριτική ασκούνταν ενάντια στον τότε αντιπρόεδρο Αλ Γκορ, ο οποίος έχει μιλήσει με μεγάλη γλαφυρότητα για το φαινόμενο του θερμοκηπίου και έχει γράψει σχετικά στο βιβλίο του Earth in the Balance. Ειρωνικό είναι ότι οι επιθέσεις της βιομηχανίας ενάντια σε Κλίντον και Γκορ βοήθησαν να αποσιωπηθεί η συνενοχή της κυβέρνησης Κλίντον στην προσπάθεια ν’ αποφευχθεί η λήψη αποτελεσματικών κανονισμών για την εκπομπή ρύπων στην ατμόσφαιρα.

Την παραμονή της Ημέρας της Γης τον Απρίλιο του 1993, ο Κλίντον ανακοίνωσε την πρόθεσή του να υπογράψει μια συνθήκη σχετικά με την παγκόσμια υπερθέρμανση, καταλήγοντας να ξοδέψει τον υπόλοιπο χρόνο του στη διακυβέρνηση αοριστολογώντας και οπισθοχωρώντας. Το «Σχέδιο Δράσης για την Κλιματική Αλλαγή», του Οκτωβρίου του 1993 αποδείχθηκε ότι ήταν μία «εθελοντική κίνηση», η οποία βασίστηκε μόνο στην καλή διάθεση της βιομηχανίας. Στις αρχές του 1996 ο Κλίντον αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι είχε βγει εκτός σχεδίου και ότι δεν θα έφτανε στο σημείο να προσεγγίσει το στόχο του για τη μείωση εκπομπών ρύπων μέχρι το έτος 2000.

Τον Ιούνιο του 1997 ο Κλίντον απευθύνθηκε στη Σύνοδο Κορυφής για το Περιβάλλον των Ηνωμένων Εθνών και έδωσε την υπόσχεση ν’ αποκτήσει υποστηρικτική αμερικανική επιτροπή για τη διακοπή της παγκόσμιας υπερθέρμανσης. Ζωγραφίζοντας μία σχεδόν αποκαλυπτική εικόνα των θαλασσών που εισχωρούν και κατατρώνε το έδαφος και των δολοφονικών καυσώνων, αναγνώρισε ότι η ατζέντα της Αμερικής τα τελευταία πέντε χρόνια «δεν ήταν επαρκής… πρέπει να πράξουμε καλύτερα και θα το κάνουμε». Τέσσερις μήνες αργότερα, παραταύτα, ανακοίνωσε ότι οι ρεαλιστικοί στόχοι και τα χρονοδιαγράμματα για τη μείωση των ρύπων που είναι υπεύθυνοι για το φαινόμενο του θερμοκηπίου θα έπρεπε να αναβληθούν για 20 χρόνια, πράγμα που παρακίνησε την Aυστραλή περιβαλλοντολόγο και συγγραφέα Sharon Beder να δηλώσει ότι «φελλοί σαμπάνιας εκτοξεύονται στα γραφεία συσκέψεων της BP, Esso, Mobil, Ford, General Motors και των οργανώσεων άνθρακα, ατσαλιού και αλουμινίου σε Ηνωμένες Πολιτείες, Αυστραλία και Ευρώπη… Τα νέα όρια είναι τόσο ελαστικά, συγκρινόμενα με τις πιο πεσιμιστικές προβλέψεις του τι θα προσέφεραν οι Ηνωμένες Πολιτείες στις παρούσες διαπραγματεύσεις, ώστε η σκληρή δουλειά 150 χωρών προς την επίτευξη μιας συμφωνίας τον Δεκέμβριο πήγε χαμένη»..

Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων στο Κιότο, οι Ηνωμένες Πολιτείες προώθησαν έντονα την υπόθεσή τους, και με επιτυχία αποδυνάμωσαν το πρωτόκολλο για τη μείωση των ρύπων. Το πρωτόκολλο που προέκυψε πρότεινε μία μείωση της τάξης μόλις του 7% στις παγκόσμιες εκπομπές ρύπων μέχρι το έτος 2012, πολύ πιο κάτω απ’ το 20% που είχε προταθεί από την IPCC και τα ευρωπαϊκά κράτη ή τη μείωση του 30% που απαιτούσαν τα κράτη-νησιά που φοβούνται για μαζικές καταστροφές από τις πλημμύρες, καθώς το λιώσιμο των αρκτικών πάγων σημαίνει την άνοδο της στάθμης των θαλασσών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, επίσης, κέρδισαν επιτυχώς μια διάταξη που θα επιτρέπει στις χώρες να υπερβούν τα όρια όσον αφορά την εκπομπή ρύπων, με το ν’ αγοράζουν τα δικαιώματα μόλυνσης από έθνη που φτάνουν πιο κοντά στους στόχους τους.

Η Greenpeace αποκάλεσε το πρωτόκολλο που προέκυψε στο Κιότο «φαρσοκωμωδία». Καταδικάστηκε ως πολύ ακραίο από την αμερικανική βιομηχανία, κηρύχτηκε νεκρό κατά την άφιξή του στη Γερουσία και επαινέθηκε από κάποιες περιβαλλοντικές ομάδες. Και παρείχε όλο τον πολιτικό χώρο που χρειαζόταν η κυβέρνηση Κλίντον για να το καταποντίσει. Ο Κλίντον ασπάστηκε τη συμφωνία, αλλά ταυτόχρονα είπε ότι δεν θα υπέκυπτε στη Γερουσία μέχρι τα εξασθενημένα, οικονομικά, έθνη του Τρίτου Κόσμου να συμφωνήσουν για τις δικές τους μειώσεις στις εκπομπές ρύπων στην ατμόσφαιρα.

Υπάρχει μία μέθοδος σ’ αυτή την τρέλα, που είναι απόλυτα κατανοητή στους κύκλους πολιτικής πίεσης της Ουάσιγκτον, αν και σπάνια συζητιέται δημοσίως. Με το να μιλάνε με σκληρή γλώσσα υπέρ του περιβάλλοντος, ενώ παρίσταντο στις διαπραγματεύσεις για τη συνθήκη του Κιότο, ο Κλίντον και ο Γκορ μπόρεσαν να διατηρήσουν τα «πράσινα διαπιστευτήριά τους» για πολιτικούς σκοπούς, ενώ απέδωσαν την αποτυχία του πρωτοκόλλου στους ενάντιους στο περιβάλλον Ρεπουμπλικάνους και σ’ ένα απαθές κοινό. Για τους Δημοκρατικούς ήταν μία κερδοφόρα κατάσταση απ’ όλες τις πλευρές. Μπορούσαν να παραμείνουν στο τρένο των επιχορηγήσεων με το να κάνουν αυτό που ήθελα οι σπόνσορές τους, ενώ παράλληλα προσέφεραν προφορικές υπηρεσίες στην επίλυση του προβλήματος. Η New York Times της 12ης Δεκεμβρίου του 1997 ανέφεραν ότι ο Κλίντον «βρισκόταν στη χωρίς ρίσκο θέση του να μπορεί να κάνει μία ισχυρή υπέρ τού περιβάλλοντος πολιτική κίνηση, ενώ δεν ήταν αναγκασμένος ν’ αντιμετωπίσει μία ζημιογόνα ψηφοφορία στη Γερουσία… Κάποιος αξιωματούχος του Λευκού Οίκου… είπε ότι ήταν πιθανό το πρωτόκολλο να μην ήταν έτοιμο προς υποβολή… κατά τη διάρκεια του εναπομείναντα χρόνου που θα κυβερνούσε ο κύριος Κλίντον». Και, πραγματικά, αυτή η πρόβλεψη αποδείχθηκε σωστή. Οι ενεργούντες για τα συμφέροντα της βιομηχανίας είχαν επιτύχει.

Άστατος Καιρός

Καθώς ο Νέρωνας σπαταλάει άσκοπα τον καιρό του, η Ρώμη συνεχίζει να καίγεται και μάλιστα γρηγορότερα απ’ ό,τι περίμεναν κάποιοι κλιματολόγοι. Τα δώδεκα θερμότερα χρόνια που έχουν καταγραφεί στην ιστορία έχουν συμβεί από το 1983 και δώθε. Η Ωκεανολογική και Ατμοσφαιρική Διεύθυνση (NOAA) των Ηνωμένων Πολιτειών καθώς και η Παγκόσμια Μετεωρολογική Ένωση συμφώνησαν ότι το 1997 ήταν η πιο θερμή χρονιά που καταγράφηκε ποτέ, κάτι που ξεπεράστηκε το 1998 και με τη σειρά του ξεπεράστηκε το 1999. Τον Ιανουάριο του 2000 το Εθνικό Συμβούλιο Ερευνών της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών –το πρώην στρατηγείο του Fred Seitz– εξέδωσε μία σημαντική έκθεση που κατέληγε στο συμπέρασμα ότι το φαινόμενο της υπερθέρμανσης του πλανήτης είναι «αδιαμφισβήτητα υπαρκτό» πρόβλημα και ότι στην πραγματικότητα αυξάνεται με ρυθμό κατά 30% μεγαλύτερο από εκείνον που είχε υπολογιστεί πριν από πέντε χρόνια από την IPCC.

Μια σειρά ακραίων καιρικών φαινομένων επιβεβαίωναν με τη σειρά τους τις προβλέψεις της ICCP. Το 1998, μία χιονοθύελλα τον Ιανουάριο προκάλεσε εκτεταμένες διακοπές ρεύματος στον ανατολικό Καναδά και τις βορειοανατολικές Πολιτείες της Αμερικής. Τον Φεβρουάριο η Φλόριντα χτυπήθηκε από το φονικότερο τυφώνα όλων των εποχών. Από τον Απρίλη μέχρι και τον Ιούνιο καταγράφηκε η μεγαλύτερη περίοδος ξηρασίας στα 104 χρόνια της Φλόριντα, του Τέξας, της Λουϊζιάνα και του Νιού Μέξικο και από τον Μάιο μέχρι και τον Ιούνιο ήταν η θερμότερη περίοδος που έχει καταγραφεί ποτέ. Η ζέστη και η ξηρασία προκάλεσαν καταστροφικές πυρκαγιές στην κεντρική και την ανατολική Ρωσία, στην Ινδονησία, τη Βραζιλία, την Κεντρική Αμερική και τη Φλόριντα. Εκτεταμένες πλημμύρες έπληξαν την Αργεντινή, το Περού, το Μπαγκλαντές, την Ινδία και την Κίνα όπου η υπερχείλιση του ποταμού Γιάνγκτσέ σκότωσε περισσότερους από 3.000 ανθρώπους και προκάλεσε ζημιές ύψους 30 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ξηρασία έπληξε τη Γουιάνα, την Παπούα Νέα Γουινέα, το Πακιστάν, την Ουκρανία, το Καζακστάν και τη νότια Ρωσία. Στις 4 Οκτωβρίου του 1998, η Οκλαχόμα χτυπήθηκε από 20 ανεμοστρόβιλους, θέτοντας εθνικό ρεκόρ για τους περισσότερους ανεμοστρόβιλους που θεάθηκαν ποτέ σε μία μόνο μέρα. Τρεις τυφώνες και τέσσερις τροπικές καταιγίδες προκάλεσαν ζημιές δισεκατομμυρίων δολαρίων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τις τελευταίες μέρες του Σεπτέμβρη, ο τυφώνας Τζορτζ κατέστρεψε τη βόρεια Καραϊβική προκαλώντας φθορές αξίας 4 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ένα μήνα αργότερα, η Κεντρική Αμερική ισοπεδώθηκε από τον τυφώνα Μιτς, τη χειρότερη φυσική καταστροφή στην ιστορία της τα τελευταία 218 χρόνια, όπου σκοτώθηκαν 11.000 άτομα και έγιναν καταστροφές αξίας 2,4 εκατομμυρίων δολαρίων. Στον Ειρηνικό, ο τυφώνας Ζεμπ, τον Οκτώβριο, πλημμύρισε τις Βόρειες Φιλιππίνες, την Ταϊβάν και την Ιαπωνία. Μόλις οχτώ μέρες αργότερα, ο τυφώνας Μπαμπς έπληξε τις Φιλιππίνες, καταστρέφοντας μέρη της Μανίλα.

Το 1999, αγρότες στις βορειοανατολικές και κεντρικές περιοχές του Ατλαντικού στις Ηνωμένες Πολιτείες υπέφεραν από μία άνευ προηγουμένου ξηρασία. Ένας παρατεταμένος καύσωνας σκότωσε 271 άτομα στις κεντρικές και τις βορειοανατολικές Πολιτείες. Ο τυφώνας Floyd χτύπησε τη Βόρεια Καρολίνα, προκαλώντας ζημιές άνω του ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων, ενώ η Βοστόνη έκανε ρεκόρ μην έχοντας χιόνι για 304 συνεχόμενες μέρες. Στην Ινδία ένας κυκλώνας σκότωσε περίπου 10.000 άτομα. Καταρρακτώδεις βροχές και κατολισθήσεις από λάσπη σκότωσαν 15.000 άτομα στη Βενεζουέλα. Άνεμοι με ταχύτητα ανεμοστρόβιλου ξερίζωσαν δέντρα, κατέστρεψαν κτίρια και μνημεία στη Γαλλία αφήνοντας πίσω τους ζημιές της τάξεως των 4 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Τα νησιά Τέμπουα και Αμπουνουέα του Νοτίου Ειρηνικού, στο Βανουάτου, εξαφανίστηκαν κάτω από την επιφάνεια του ωκεανού, και ήταν τα πρώτα θύματα της ανόδου της στάθμης των θαλασσών. Το κύμα των καταστροφών συνεχίστηκε το 2000 με μία παρατεταμένη περίοδο ξηρασίας στην Κένυα, ενώ ο ζεστός, υγρός καιρός γονιμοποίησε δισεκατομμύρια ακρίδες, απειλητικές για τις καλλιέργειες της Αυστραλίας, και οι πυρκαγιές που προκλήθηκαν από την παρατεταμένη ξηρασία κατέστρεψαν το Λος Άλαμος. Το λιώσιμο και το θρυμμάτισμα των πάγων της Ανταρκτικής, το οποίο ήρθε στο προσκήνιο με δραματικό τρόπο το 1995, συνεχίστηκε τον Μάιο του 2000 με την απόσπαση τριών τεράστιων παγόβουνων τα οποία και τα τρία μαζί έχουν ελαφρώς μικρότερη επιφάνεια από την Πολιτεία του Κονέκτικατ.

Είναι αδύνατον, φυσικά, να αποδειχτεί ότι κάθε μεμονωμένο περιστατικό έχει συμβεί λόγω της υπερθέρμανσης, αλλά όσο συγκεντρώνονται οι αποδείξεις τόσο δυσκολότερο γίνεται να το αρνηθεί κανείς. Καθώς οι αποδείξεις μαζεύονται, ακόμα και κάποια μέλη της βιομηχανίας πετρελαίου έχουν αρχίσει να αυτομολούν. Το 1999 οι πετρελαιοβιομηχανίες BP Amoco και Royal Dutch/Shell, μαζί με την Dew Chemicals, εγκατέλειψαν τον Συνασπισμό για το Παγκόσμιο Κλίμα και δήλωσαν δημόσια ότι τώρα θεωρούν την παγκόσμια υπερθέρμανση του πλανήτη ως ένα πραγματικό, άμεσο πρόβλημα. Τον επόμενο χρόνο έγιναν παρόμοιες κινήσεις από τις Ford, DaimlerChrysler, Southern Company, Texaco και General Motors. H DuPont ισχυρίζεται ότι θα περικόψει εθελοντικά την εκπομπή ρύπων στην ατμόσφαιρα κατά 35% από το επιτρεπτό όριο του 1990 μέχρι το έτος 2010.

«Δεν μπορεί κανείς να σταματήσει την κλιματική αλλαγή, ειδικά αν αναλογιστεί το τι κάνουμε τώρα» είπε ο Michael MacCracken τον Φεβρουάριο του 2000. Ο MacCracken είναι διευθυντής της Εθνικής Υπηρεσίας Συντονισμού Αναλύσεων του Αμερικανικού Ερευνητικού Προγράμματος για την Παγκόσμια Κλιματική Αλλαγή, το οποίο ξεκίνησε από τον πρόεδρο Μπους το 1989. Είναι ήδη αργά να σταματήσουμε την παγκόσμια υπερθέρμανση, είπε, λόγω των συσσωρευμένων εκπομπών ρύπων που έχουν ήδη διαχυθεί στην ατμόσφαιρα. Το καλύτερο που μπορούμε να ελπίζουμε είναι να μειώσουμε το πρόβλημα και να προσαρμοστούμε στις αλλαγές. Στις Ηνωμένες Πολιτείες τα απαραίτητα μέτρα θα περιλαμβάνουν την αλλαγή διαχείρισης των υδάτινων πόρων στις δυτικές πολιτείες, την ενίσχυση των δημοσίων προγραμμάτων υγείας, το χτίσιμο ψηλότερων γεφυρών και την επανεξέταση εκτεταμένων περιβαλλοντικών προγραμμάτων.

Επί σειρά ετών η δημόσια εικόνα των μεγάλων βιομηχανιών πετρελαίου και άνθρακα έπεισαν τους κυρίαρχους των αποφάσεων ότι η παγκόσμια υπερθέρμανση ήταν πλασματική –ότι ούτε καν συνέβαινε. Καθώς τα επιστημονικά δεδομένα που αποδεικνύουν το αντίθετο συσσωρεύονται, η γραμμή αντίστασης έχει αρχίσει και αυτή ν’ αλλάζει. Φωνές από τον κόσμο της βιομηχανίας έχουν αρχίσει να παραδέχονται ότι το βιομηχανικό φαινόμενο του θερμοκηπίου είναι αληθινό, και μερικοί μπαίνουν στον πειρασμό να υποστηρίξουν, όπως ο Arthur Robinson του Ινστιτούτου Επιστημών και Ιατρικής του Όρεγκον, ότι μπορεί να είναι ένα καλό πράγμα – ότι θα βοηθήσει την ανάπτυξη του φυτικού οικοσυστήματος ή ότι δεν θα το επηρεάσει σημαντικά γιατί οι αναμενόμενες αυξήσεις της θερμοκρασίας θα είναι σχετικά χαμηλές. Άλλες φωνές αρχίζουν να παίρνουν το προβάδισμα στο τυπικό μοιρολόι της βιομηχανίας, ισχυριζόμενες ότι ακόμα και αν η παγκόσμια υπερθέρμανση είναι κάτι κακό, το να διορθωθεί το πρόβλημα είναι αδύνατον, διότι θα κοστίσει τρισεκατομμύρια δολάρια, θα καταστρέψει την οικονομία και θα μειώσει τις θέσεις εργασίας.

Η Ένωση Καυσίμων της Δύσης (WFA), η οποία παρέχει κάρβουνο στις ηλεκτροπαραγωγικές εταιρείες, υπήρξε ένας σημαντικός υποστηρικτής των προσπαθειών να δοθεί διαφορετική διάσταση στη διαμάχη σχετικά με την υπερθέρμανση του πλανήτη. Στις αρχές του 1990, η WFA υποστήριξε την εκστρατεία της ICE, η οποία επιχείρησε να υποστηρίξει ότι ο πλανήτης στην πραγματικότητα έχει αρχίσει να ψύχεται. Οι πιο πρόσφατες δημιουργίες της περιλάμβαναν την Ένωση για την Πράσινη Γη, η οποία προωθεί την ιδέα ότι η αύξηση του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα είναι «καλή για την Γη», γιατί θα προάγει την ανάπτυξη των φυτών! Η Ένωση για την Πράσινη Γη παρήγαγε επίσης ένα βίντεο με τίτλο «Ο πλανήτης Γη εξακολουθεί να πρασινίζει», εκδίδει ένα ειδησεογραφικό δελτίο που αποκαλεί World Climate Report και εργάζεται στενά με μία ομάδα που ονομάζεται Κέντρο για τη Μελέτη του Διοξειδίου του Άνθρακα και την Παγκόσμια Αλλαγή. Κάθε μία από αυτές τις ομάδες έχει το δικό της δικτυακό τόπο.

Μία άλλη προσπάθεια στο χώρο του διαδικτύου ήταν μία «βάση προσπάθειας κινητοποίησης» που δημιουργήθηκε για τη WFA από την Bonner & Associates, μία ομάδα πολιτικής πίεσης που εδρεύει στην Ουάσιγκτον της Κολούμπια, η οποία ειδικεύεται στη δημιουργία «βάσεων δημοσίων σχέσεων» μία υπο-ειδικότητα των δημοσίων σχέσεων που χρησιμοποιεί το τηλεμάρκετινγκ και τις βάσεις δεδομένων για να δημιουργήσει ένα δημόσιο συστήμα υποστήριξης των απόψεων των πελατών της. Ο δικτυακός τόπος «Global Warming Cost» επικεντρώνεται στο να παράγει e-mail για τους εκλεγμένους αντιπροσώπους. Μεταξύ του Σεπτεμβρίου του 1997 και του Ιουλίου του 1998 η WFA ισχυρίζεται ότι ο δικτυακός της τόπος έστειλε 20.000 e-mail στο Κογκρέσο που δήλωναν την αντίθεσή της στο Πρωτόκολλο του Κιότο. Ο τρόπος που λειτουργεί είναι απλός: Οι επισκέπτες στην αρχική σελίδα του δικτυακού τόπου προσκαλούνται να κλικάρουν σ’ ένα εικονίδιο, που δηλώνει αν εκπροσωπούν «επιχειρήσεις», «συνταξιούχους», «αγρότες», «οικογένειες» ή «εργαζόμενους». Αυτή η ενέργεια τους μεταφέρει σε μία άλλη ιστοσελίδα, που ζητά να δηλώσουν τη διεύθυνση κατοικίας τους και κάνει κάποιες ερωτήσεις σχετικά με τα ποσά που ξοδεύουν για τη θέρμανση του σπιτιού τους, τη μεταφορά τους και άλλα έξοδα που αφορούν τα καύσιμα. Βασισμένη σε αυτές τις πληροφορίες, η ιστοσελίδα αυτόματα παράγει ένα e-mail, το οποίο απευθύνεται σε κάθε Γερουσιαστή και μέλος του Κογκρέσου στην περιοχή του επισκέπτη, που του ζητά να «απορρίψει κάθε προσπάθεια να ενισχυθεί το Πρωτόκολλο των Ηνωμένων Εθνών για την Υπερθέρμανση του Πλανήτη». Όλα είναι αυτοματοποιημένα, και κανείς δεν καταβάλλει καμία προσπάθεια ν’ αποδείξει ότι το γράμμα που προκύπτει είναι ακριβές ή έστω αληθοφανές.

Με το ψευδώνυμο «George Jetson», για παράδειγμα, υπολογίσαμε ότι ξοδεύουμε περίπου το ποσό των 24.166.666 δολαρίων ετησίως σε βενζίνη, ηλεκτρικό, πετρέλαιο θέρμανσης και φυσικό αέριο. (Στο κάτω-κάτω χρειάζεται πολύ ενέργεια γι’ αυτά τα ιπτάμενα αυτοκίνητα).

Ο υπολογιστής αυτόματα παρήγαγε μηνύματα που έστειλε στους εκλεγμένους αντιπροσώπους μας. «Είμαι περήφανος που είμαι ένας εργάτης που εσείς εκπροσωπείτε» έλεγε ο κύριος Jetson. «Οι υπολογισμοί λένε ότι προσωπικά θα δω το κόστος επιβάρυνσής μου για ηλεκτρικό, φυσικό αέριο και βενζίνη να ανέρχεται στο ποσό των 24.239.987,52 δολαρίων ετησίως!»

Είναι ωραίο να γνωρίζουμε ότι το δημοκρατικό σύστημα λειτουργεί. Χάρη στα θαύματα της μοντέρνας τεχνολογίας και τις εξειδικευμένες υπηρεσίες των δημοσίων σχέσεων ακόμα και οι ήρωες των κινουμένων σχεδίων μπορούν να κάνουν αυτά που τους αναλογούν για να σώσουν την Αμερική από τους τρελό-οικολόγους και τις εξεζητημένες επιστημονικές τους θεωρίες.­­

Sheldon Rampton & John Stauber, Η Μεγάλη Απάτη: Η Επιστήμη στην Υπηρεσία των Εταιρειών, Οξύ 2009

Shortlink: http://wp.me/p1eFQy-Vq

Gallery | This entry was posted in Earth, Global Warming, Greenhouse, International and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s