Η «δημοκρατία» των αγορών

Η πολιτική πέθανε. Η οικονομία πεθαίνει. Οι κυβερνήσεις πέφτουν, αλλά η λιτότητα μένει. Στο δρόμο τους προς μια νέου τύπου φεουδαρχία, οι απανταχού καπιταλιστές έχουν βγάλει εδώ και καιρό τις δημοκρατικές μάσκες και φοράνε τις μπότες με τη σιδερένια φτέρνα, ποδοπατώντας ανηλεώς τα πιο αδύναμα στρώματα του πληθυσμού. Είναι αυτός ο καιρός για την επιστροφή στην πολιτική οικονομία;

Κάθε τρεις και λίγο, λογής λογής ευαγγέλια ψέλνονται στις Βρυξέλλες: την πόλη που έχει καταγραφεί πλέον στην Ιστορία ως η πρωτεύουσα στην οποία έχουν διεξαχθεί οι περισσότερες σύνοδοι κορυφής που έσωσαν την Ελλάδα, το ευρώ και την παγκόσμια οικονομία. Κάθε τρεις μήνες μάς σώζουν. Ως χώρα και ως λαός φτωχαίνουμε κάθε μέρα.

Στην κάθε άλλο παρά Ενωμένη Ευρώπη, η Γερμανία και άλλοι «σκληροί του Βορρά» επιμένουν στην κατάργηση των κοινοτικών κονδυλίων που συντηρούν 13 εκατομμύρια πάμφτωχους Ευρωπαίους – την ίδια στιγμή που επεξεργάζονται σχέδια για την έξωση των «προβληματικών» χωρών από την Ευρωζώνη και τη συλλογική τιμωρία των πολιτών τους. Σας θυμίζει κάτι;

Ποιο είναι το -κορυφαίο, μεταξύ πολλών- παράδοξο; Ότι αυτοί οι αλλεπάλληλοι διακυβερνητικοί θρίαμβοι, με επιστέγασμα το «δημοσιονομικό σύμφωνο», τον ζουρλομανδύα που καλείται να αντικαταστήσει το φάντασμα του Μάαστριχτ, λαμβάνουν χώρα σε ένα κράτος -το Βέλγιο- που για περισσότερο από ένα χρόνο δεν είχε καν κυβέρνηση, ενώ κι αυτό απειλείται άμεσα με υποβαθμίσεις πιστοληπτικής αξιολόγησης, μνημόνια και στάση πληρωμών. Παράλληλα, η μεγαλύτερη τράπεζα του Βελγίου, η Dexia, έχει εξελιχθεί στη χειρότερη «αιματορουφήχτρα» κρατικών ενέσεων της Ευρώπης, απομυζώντας δισεκατομμύρια ευρώ των βέλγων φορολογουμένων και ξεπερνώντας ως «τράπεζα-ζόμπι» ακόμη και την ιρλανδική Anglo-Irish, η οποία γκρέμισε με τα τοξικά της πακέτα μια ολόκληρη χώρα και μετά της ενεχείρισε το λογαριασμό.

Όντας ακυβέρνητοι, οι βέλγοι πολίτες είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν πιο καθαρά από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους την εξάπλωση της κρίσης χρέους. Άλλωστε είναι καλύτερα να μην έχεις πρωθυπουργό, παρά να σου συμβεί αυτό που έπαθαν η Ελλάδα και η Ιταλία – να σου διορίσουν, δηλαδή, πρωθυπουργό τον εκλεκτό τους οι ίδιες οι αγορές, με γνώμονα το πόσο αξιόπιστος είναι ο κάθε Παπαδήμος ή Μόντι όχι στους έλληνες ή στους ιταλούς ψηφοφόρους, αλλά στους «τραπεζίτες-βαμπίρ» της Φρανκφούρτης, του Σίτι του Λονδίνου και της Wall Street. Αλλά μήπως και τα άλλα δυστυχή PIIGS, που εξέλεξαν «ελεύθερα» νέες κυβερνήσεις -η Πορτογαλία, η Ιρλανδία, η Ισπανία-, διαθέτουν πια έστω και στο ελάχιστο τη δυνατότητα χάραξης αυτόνομης οικονομικής πολιτικής, όταν είναι δεμένα χειροπόδαρα με πάσης φύσεως μνημόνια; Τα πολιτικά πρόσημα των κυβερνώντων δεν έχουν πλέον καμία σημασία. Δείτε την Ισπανία του νεοεκλεγέντος δεξιού Ραχόι: όπως και ο «σοσιαλιστής» προκάτοχος του θαπατέρο, το μόνο που ξέρει είναι να πετσοκόβει με διαδοχικές «έκτακτες» δέσμες μέτρων τις κοινωνικές δαπάνες, χωρίς να δίνει καμία ουσιαστική αναπτυξιακή προοπτική – σε μια χώρα όπου ένας στους τέσσερις του εργατικού δυναμικού γενικά και ένας στους δύο νέους ειδικά είναι επίσημα άνεργος. Και αυτά χωρίς η Ισπανία να έχει υπογράψει μνημόνιο ή να έχει φορέσει κολάρο τον επαχθή ζυγό του ΔΝΤ: η οικονομία της στραγγαλίζεται… προληπτικά από την ίδια τη Μαδρίτη, προκειμένου -υποτίθεται- να αποφευχθεί η προσφυγή στους Ευρωπαίους και μη «σωτήρες»…

Οικονομική δημιο-κρατία.

Οι αγορές φυσικά δέχονται τις τακτικές πλέον (και εσκεμμένα ασαφείς αφού οι λεπτομέρειες αφήνονται μονίμως για την κάθε επόμενη σύνοδο!) εξαγγελίες των διορισμένων από τις ίδιες πολιτικών με τη γνωστή αδιαφορία: ποιος ασχολείται με τις υποσχέσεις των πολιτικών και των εγκάθετων τεχνοκρατών; Στα διοικητικά συμβούλια κρίνονται χρόνια τώρα οι εξελίξεις, όχι στα κοινοβούλια ούτε στις πολυτελείς διεθνείς συνόδους. Εδώ και δεκαετίες όλοι υποπτευόμαστε πως η άνευ ορίων παγκοσμιοποίηση θα οδηγούσε στη συρρίκνωση της πολιτικής, και ιδιαίτερα της εθνικής πολιτικής στο πλαίσιο του μοντέλου του έθνους-κράτους, όπως αυτό επικράτησε από τον 19ο αιώνα ώς σήμερα. Όμως η κρίση του 2008 κατέδειξε την οριστική επικράτηση της οικονομικής σφαίρας πάνω στην πολιτική.

Όπου και να κοιτάξει κανείς στον αναπτυγμένο κόσμο, από την Ευρώπη ώς τις ΗΠΑ και από την Ιαπωνία ώς τον Καναδά, ένα είναι το μάντρα των πολιτικών, το φάρμακο διά πάσα νόσο και πάσα μαλακία: η αυστηρή λιτότητα, η καταπολέμηση των ελλειμμάτων και φυσικά η συγκράτηση του πληθωρισμού. Τίποτα δεν κατάλαβαν από την κρίση. «Οι πολιτικοί μας κάνουν τα ίδια ακριβώς λάθη που έκαναν και τη δεκαετία του ’30 – το «λάθος του Χούβερ»» ξανά και ξανά», έγραψε πριν από λίγες εβδομάδες με γνήσια απόγνωση ο νομπελίστας οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν.

Οι κυβερνήσεις πέφτουν, αλλά η λιτότητα μένει. Σαν τους κομπογιαννίτες «γιατρούς» του Μεσαίωνα, οι ηγέτες ξέρουν μόνο έναν τρόπο να «γιατρέψουν» τους ασθενείς – τη συνεχή αφαίμαξη. Αν ο ασθενής είναι σκληροτράχηλος και επιζήσει, θριαμβολογούν για τη σοφία της συνταγής: αν πεθάνει στο άνθος της ηλικίας του, τότε σίγουρα δεν φταίνε αυτοί, αλλά ο θεός και η κακή του μοίρα…

Τι κι αν εκατομμύρια άνθρωποι βρέθηκαν εκτός αγοράς εργασίας, στο πλαίσιο αυτής της σχιζοφρενικής «jobless recovery», της ανάκαμψης χωρίς δουλειές; Τι κι αν η έλλειψη οικονομικής προοπτικής χαντακώνει τα σχέδια ανάκαμψης κάθε χώρας ξεχωριστά και όλων μαζί και, σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία, οδηγεί αναπόδραστα σε νέες κρίσεις; Οι τράπεζες να είναι καλά…

Πόσο κάνει μια ψήφος;

Ας δούμε την κατάσταση κατάματα: οι νεοφιλελεύθερες, μονεταριστικές ιδέες του Μίλτον Φρίντμαν και του δασκάλου του Φρίντριχ φον Χάγεκ θριαμβεύουν – κι ας ξέρει όλος ο κόσμος ότι αυτές ακριβώς οι άκαμπτες, ανηλεείς ιδέες, με την εμμονή τους στην υποτιθέμενη θαυματουργή «αυτορρύθμιση» των-απελευθερωμένων από κάθε θεσμικό καπίστρι- αγορών και την αριθμολαγνική σχεδόν αδιαφορία τους για τις κοινωνικές επιπτώσεις, ευθύνονται για τη σημερινή στασιμότητα, αλλά και για όσα δεινά θα ακολουθήσουν.θυμάται άραγε κανείς τις κορόνες των ηγετών, του «αγανακτισμένου» σήμερα, κατόπιν εορτής, Γκόρντον Μπράουν, της Άγκελα Μέρκελ, του λάβρου για τον «κακό καπιταλισμό» Σαρκοζί και του φρεσκοεκλεγμένου ακόμη Μπαράκ Ομπάμα, για την ανάγκη επιβολής ενός νέου, πιο ελεγχόμενου, πιο «κεϋνσιανού» διεθνούς χρηματοοικονομικού συστήματος, τους πρώτους μήνες της κρίσης; Μάλλον τις ξέχασαν και οι ίδιοι: αυτό τουλάχιστον προκύπτει από τη μετέπειτα συμπεριφορά τους, που συνίσταται στην πλήρη εξυπηρέτηση των τραπεζικών και άλλων ολιγοπωλίων σε βάρος των πολιτών τους. Πού καιρός τώρα για εποπτικά όργανα, δίκαιη φορολόγηση, αναπτυξιακά κίνητρα, φόρους Τόμπιν και άλλα τέτοια ουτοπικά…

Η περίπτωση του Ομπάμα είναι πολύ χαρακτηριστική: ενώ εξελέγη υποσχόμενος να καθαρίσει την «κόπρο του Αυγείου» στη Wall Street, γρήγορα φάνηκε ότι δούλευε πρωτίστως για λογαριασμό της – επιτρέποντας τη συνέχιση της τραγωδίας των μαζικών εξώσεων εκατομμυρίων αμερικανών πρώην «νοικοκυραίων», που από τη μια μέρα στην άλλη βρέθηκαν στο δρόμο, αλλά και της χορήγησης των ληστρικών μπόνους στα ένοχα για την κρίση στελέχη των τραπεζών και των hedge funds, τα οποία, αντί να πάνε φυλακή, εξακολουθούν να παίζουν εκ του ασφαλούς στοιχήματα σε βάρος ολόκληρων οικονομιών. Και γιατί όχι; Αν κερδίσουν, θα γίνουν ακόμη πλουσιότεροι. Αν χάσουν, οι πολιτικοί υποτακτικοί τους θα σπεύσουν φυσικά να τους διασώσουν με νέες ενέσεις δημόσιου χρήματος.

Στις φετινές αμερικανικές εκλογές, τα πράγματα αναμένονται ακόμη χειρότερα: η πρεμιέρα της πολύμηνης προεκλογικής μάχης για το χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων, στην Άιοβα, απέδειξε την πλήρη εξάρτηση της πολιτικής διαδικασίας από το χρήμα, αφού μέσα σε λίγες μέρες ξοδεύτηκαν 12,5 εκατ. δολάρια σε πάσης φύσεως εκστρατείες «προώθησης» των πλουσιότερων υποψηφίων-δηλαδή πάνω από 100 δολάρια ανά ψήφο! Πρόκειται για ένα άνευ προηγουμένου ρεκόρ το οποίο, αν εφαρμοζόταν επαγωγικά στο σύνολο των ΗΠΑ, θα οδηγούσε το λογαριασμό των φετινών εκλογών στα 15 δισ.δολάρια!… Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι μια θέση στο Κογκρέσο κοστίζει κατά μέσο όρο 10 εκατ. δολάρια, ενώ η Γερουσία αποτιμάται στα 14 εκατ. δολάρια το «κεφάλι»!

Δεν είναι τυχαίο πως, ενώ αρχικά στις δημοσκοπήσεις προηγούνταν στην Άιοβα ακροδεξιά στελέχη του «Τσαγιού» όπως η Μισέλ Μπάκμαν, ο Ρικ Πέρι και ο (πρόωρα αποσυρθείς λόγω σεξουαλικών σκανδάλων) Χέρμαν Κέιν, στη συνέχεια ξεπρόβαλε ως φαβορί ο πιο μετριοπαθής Νιουτ Γκίνγκριτς, ο οποίος όμως τελικά βγήκε τρίτος και καταϊδρωμένος, αφού οι «επιτροπές χορηγών» του Μιτ Ρόμνι και του Ρικ Πέρι ξόδεψαν την τελευταία εβδομάδα εκατομμύρια δολάρια για να «υπενθυμίσουν» στο κοινό παλαιότερα σκάνδαλα στα οποία αυτός εμπλεκόταν. Οι επιτροπές αυτές, γνωστές ως PACs (Political Action Committees, Επιτροπές Πολιτικής Δράσης), έχουν πλέον αναβαθμιστεί σε Super PACs, μετά τη σχετική προπέρσινη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου που ανέτρεψε όλους τους προηγούμενους περιορισμούς στη διακίνηση «στοχευμένου» πολιτικού χρήματος. Χάρη σε τέτοιες «Super PACs», μόνον ο βαθύπλουτος Ρόμνι -πρώην διευθυντής της επενδυτικής Bain Capital- έχει συγκεντρώσει μόλις σε λίγες εβδομάδες 16 εκατ. δολάρια σε δωρεές!

Χάγεκ εναντίον Κέυνς και στο βάθος… Μαρξ;

Τα ανά τον κόσμο «παιδιά από το Σικάγο» έχουν ένα πρόβλημα: οι ιδέες τους αρέσουν πολύ στους κρατούντες, και ιδιαίτερα στους δικαιούχους παχυλών τραπεζικών λογαριασμών, κατά προτίμηση υπεράκτιων, αλλά δεν μπόρεσαν ποτέ και πουθενά να επιβληθούν με δημοκρατικό τρόπο. Καλώς ή κακώς, οι λαοί δεν αντέχουν τη συνεχή οικονομική αφαίμαξη, τη «δομικά» υψηλή ανεργία και τη μόνιμη ανασφάλεια που προκαλεί το συστηματικό γκρέμισμα των δικτύων ασφαλείας του κράτους πρόνοιας. Πάνω απ’ όλα δεν αντέχουν την προκλητική ανισότητα – τις οχυρωμένες νησίδες πλούτου των ολίγων εν μέσω γενικευμένης ανέχειας και αβεβαιότητας των πολλών Γι’ αυτό και οι πολιτικές αυτές πάντα προωθούνται μέσα από το δόγμα των διαδοχικών σοκ.

Τα διαδοχικά σοκ ύφαναν όμως την αόρατη γραμμή αγανάκτησης που συνδέει την Ταχρίρ με το Σύνταγμα, την Πλάθα ντελ Σολ με το Ουισκόνσιν και το πάρκο Ζουκότι, το Μπρίξτον με το Μπαγκλαντές και τα banlieues του Παρισιού. Δεν είναι ζήτημα ιδεολογίας αλλά τσέπης. Απογοητευμένοι από την πολιτική, εκτοπισμένοι από την οικονομία, εκατομμύρια νυν ή δυνάμει νεόπτωχοι αναζητούν ενστικτωδώς μια διέξοδο από την καθεστηκυία τάξη των καρτέλ αναζητούν, επιτέλους, την επιστροφή στα διδάγματα της πολιτικής οικονομίας, που ξεχάστηκαν, θαρρείς, μέσα στον ορυμαγδό των αγορών.

Ένας σπουδαίος καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και βιογράφος του Κέυνς, ο Ρόμπερτ Σκιντέλσκι, έγραψε ότι αυτό που παρακολουθούμε παγκοσμίως είναι ο μεταθανάτιος αγώνας ρεβάνς μεταξύ των ιδεών του Κέυνς και του φον Χάγεκ – μεταξύ μιας πολιτικής υψηλών δαπανών και ελλειμμάτων που, παρ’ όλες τις δομικές της αντιφάσεις, καταπολεμά την ανεργία και υποστηρίζει τις υπηρεσίες του κράτους πρόνοιας και του σκληρού μονεταριστικού πλαισίου που υποστηρίζει μόνο τα συμφέροντα μιας υπερεθνικής πλουτοκρατικής ολιγαρχίας.

Υπάρχει βέβαια και η Αριστερά, η Αριστερά, που ύστερα από χρόνια βαθιάς ύπνωσης, πολυδιάσπασης και ομφαλοσκόπησης βγαίνει από το λήθαργο και συνειδητοποιεί πως τα συμπεράσματα και τα σοσιαλιστικά προτάγματα που έθεσαν οι μεγάλοι της κλασικοί διανοητές, ο Μαρξ, ο Λένιν, ο Τρότσκι, ο Προυντόν, ο Μπακούνιν, σύσσωμη η σχολή της Φρανκφούρτης, οι σπουδαιότεροι από τους γάλλους νεομαρξιστές, όχι μόνο δεν θάφτηκαν από κάποιο «τέλος της Ιστορίας», αλλά παραμένουν εξαιρετικά επίκαιροι και προσφέρουν ποικίλα εργαλεία κατανόησης και δράσης.

Τελικά, το μεγαλύτερο όπλο της Αριστεράς στη μάχη των ιδεών και των πεζοδρομίων είναι η απροκάλυπτη πλέον βαρβαρότητα και η ανυπομονησία με την οποία οι μεγαλοκαρχαρίες του ντόπιου και διεθνούς κεφαλαίου επιχειρούν να γκρεμίσουν τα κεκτημένα ολόκληρων γενιών του κόσμου της εργασίας και να επιβάλουν τον δικό τους εργασιακό μετα-μεσαίωνα. Οι σκληροί νεοφιλελεύθεροι ξεχνούν, βλέπετε, κάτι βασικό: γκρεμίζοντας το κεϋνσιανό κράτος πρόνοιας, προλεταριοποιώντας τη μεσαία τάξη και διαρρηγνύοντας το κοινωνικό συμβόλαιο της μεταπολεμικής εποχής, στην Ευρώπη και αλλού, διαλύουν το μοναδικό ανάχωμα που διασφάλιζε κοινωνική ειρήνη και (σχετική πάντα) ανάπτυξη και ευημερία για δεκαετίες. Γιατί, τι άλλο υπήρξε ο κευνσιανισμός και η (προγενέστερη του, από τον καιρό της Δεύτερης Διεθνούς και της περίφημης κόντρας του Μπέρνσταϊν με τον Μαρξ) σοσιαλδημοκρατία, αν όχι το όχημα για τη δημιουργία μιας ευμεγέθους, χορτάτης και πολιτικά εξουδετερωμένης μεσαίας τάξης, που θα επέτρεπε την άμβλυνση των ταξικών αντιθέσεων και τη διαιώνιση ενός «ήπιου» καπιταλισμού;

Στο δρόμο τους προς μια νέου τύπου φεουδαρχία, οι απανταχού καπιταλιστές έχουν βγάλει καιρό τώρα τόσο τις δημοκρατικές μάσκες όσο και τα γάντια και φόρεσαν τις μπότες με τη σιδερένια φτέρνα, ποδοπατώντας ανηλεώς τα πιο αδύναμα στρώματα του πληθυσμού. Και οι κοινωνίες; θα αφήσουν όλα τα επιτεύγματα αιώνων ανθρώπινου αγώνα και πολιτισμού να καταλήξουν άψυχα τρόπαια στις προθήκες λίγων δισεκατομμυριούχων;

του Γιώργου Τσιάρα [Unfollow #2]

Shortlink: http://wp.me/p1eFQy-14x

Gallery | This entry was posted in Bankers, Capitalism, Politics and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s