Τέλος εποχής;

Ένας χειμώνας ακόμα πέρασε. Ίσως ήταν από τους πιο θλιβερούς των τελευταίων 60 χρόνων. Συνδέθηκε με εικόνες που δύσκολα θα ξεχαστούν: Άνθρωποι που αναζητούν τροφή από τα σκουπίδια, στρατιές αστέγων, στρατιές ανέργων, πλήθη απελπισμένων. Ένας χειμώνας με σπίτια χωρίς θέρμανση και εξώσεις. Ποιών τα μάτια δεν έπεσαν πάνω σε αμέτρητα βλέμματα που έκρυβαν ταυτόχρονα πείνα, ντροπή, οργή, και έκπληξη; Ποιός δεν είδε τις δυνάμεις καταστολής να κάνουν επίδειξη αθλιότητας και βαρβαρότητας με στόχο να προλάβουν την κοινωνία με σκυμμένο το κεφάλι; Όλα αυτά συνθέτουν το παζλ της εικόνας μιας κοινωνίας σε απόγνωση, που αγκομαχά και παραπαίει.. Από τη μια η οικονομική ή/και ψυχολογική βία και από την άλλη η σκέτη και αφτιασίδωτη, αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της, ενώ παράλληλα αναζητά διεξόδους. Αυτές οι εικόνες απόγνωσης δεν πρέπει να σβήσουν ποτέ από τη μνήμη μας – αν και κανονικά θα ήταν αδύνατο να χαθούν αφού είναι καθημερινές και, όπως όλα δείχνουν, θα συνεχίζουν ν’ αποτελούν μέρος της καθημερινότητάς μας στο εγγύς (και όχι μόνο) μέλλον.

Όμως ήρθε η άνοιξη και μάλιστα με την υπόσχεση πως θα γίνουν εκλογές! Η ύψιστη στιγμή της «Δημοκρατίας» μας κατά την οποία «ο Λαός θα μιλήσει» πλησιάζει. Αλήθεια, ποιός είναι τόσο αφελής ώστε να πιστεύει ότι τα πράγματα μπορεί ν’ αλλάξουν προς το καλύτερο μετά από τις εκλογές στις οποίες απ’ όσο δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, η κεντροδεξιά παράταξη θα βγει νικήτρια για μια ακόμη φορά, σαν να μην έχουν μερίδιο ευθύνης οι βουλευτές της ΝΔ για την σημερινή κατάσταση, και ακόμα χειρότερα, εμείς οι ίδιοι που θα νομιμοποιήσουμε μια κυβέρνηση διεφθαρμένων απατεώνων που δεν έχει στην πραγματικότητα να ζηλέψει τίποτα από την προηγούμενη! Το ερώτημα δεν έχει να κάνει (μόνο) με την κλασσική αναρχική / αντιεξουσιαστική επιχειρηματολογία που στρέφεται κατά των εκλογικών διαδικασιών καταγγέλλοντάς τες ως πολιτική απάτη που στοχεύει να νομιμοποιήσει τις διοικούσες ολιγαρχίες μέσω της υφαρπαγής της κοινωνικής συναίνεσης δια της ψήφου  (πράγμα που αληθεύει), αλλά συνδυάζεται και με την εν γένει πολιτική πραγματικότητα. Ας δούμε λοιπόν ενδεικτικά κάποιες μόνο από τις υποχρεώσεις που ανέλαβε η χώρα με το δεύτερο Μνημόνιο:

  • Είσπραξη 11 δισ. ευρώ έως τον Ιούνιο 2012. Μάλιστα, το Δ.Ν.Τ., δια στόματος Λαγκάρντ, ζήτησε να ανέλθει το ποσό αυτό στα 14 δισ. ευρώ.
  • Τουλάχιστον 15.000 απολύσεις από το Δημόσιο.
  • Μείωση μισθών σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα.
  • Μείωση συντάξεων.
  • Κατάργηση των εφάπαξ καταβολών
  • Αύξηση φόρων, τελών, δασμών.
  • Αύξηση αντικειμενικών αξιών ακινήτων.

Πριν, όμως, προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε την σημερινή πολιτική πραγματικότητα, θα ήταν σκόπιμο να θυμηθούμε τί μεσολάβησε τους τελευταίους μήνες

Μια σύντομη κινηματική ανασκόπηση

Το κίνημα των πλατειών αποτελεί, ίσως, ορόσημο για την νεότερη ελληνική ιστορία και όχι μόνο. Τα γεγονότα της 15ης Ιουνίου και της 28ης-29ης είχαν παγκόσμιο αντίκτυπο. Παρά τη κατασυκοφάντηση και την λοιδορία των διαδηλωτών από τα διεθνή Μέσα Ενημέρωσης τα οποία αγνοώντας (ή δικαιολογώντας) την αστυνομική βία, έκαναν λόγο για «τους επιθετικούς  Έλληνες που καταστρέφουν το κέντρο της Αθήνας και δεν εργάζονται όσο σκληρά θα έπρεπε» (σε αντίθεση με τις διαδηλώσεις στον Αραβικό κόσμο όπου η κάλυψή τους ήταν πέρα για πέρα θετική), μεγάλο κομμάτι ακτιβιστών και προοδευτικών πολιτών άρχισε να συνειδητοποιεί τις συνθήκες που επικρατούν στην Ελλάδα: πλήρης ασυλία και ατιμωρησία της αστυνομικής ασυδοσίας με παράλληλη υποβάθμιση των συνθηκών διαβίωσης των πολιτών που με γοργό ρυθμό εξαθλιώνονται, βαδίζοντας από το κακό στο χειρότερο.

Το κίνημα των πλατειών δεν κατάφερε να επιβιώσει μέσα στο κατακαλόκαιρο. Η κόπωση από έναν δίμηνο αγώνα που δεν απέδωσε (με την έννοια ότι δεν είχε άμεσα και απτά αποτελέσματα όπως περίμεναν πολλοί), η κάμψη του φρονήματος όσων τις στήριξαν λόγω της διαρκούς κρατικής βία και η επιθυμία για ολιγοήμερη φυγή από την μιζέρια των πόλεων, ήταν κάποιοι από τους λόγους που χάθηκε η δυναμική ενός κινήματος που είχε αρχίσει να διεκδικεί το αδύνατο: μια καλύτερη και πιο δίκαιη ζωή. Έτσι, όταν τον Σεπτέμβριο έγιναν παρόμοια καλέσματα για ανακατάληψη του Συντάγματος, δεν οδήγησαν πουθενά παρά σε μερικές μικρές διαμαρτυρίες που ξεφούσκωσαν τελείως λίγες μέρες αργότερα. Όπως φαίνεται, οι περισσότεροι από εμάς ακόμη δεν έχουμε αποβάλει την νοοτροπία της καθοδήγησης, την αντίληψη δηλαδή ότι θα πρέπει πάντα να υπάρχει κάποιος χαρισματικός ηγέτης, κάποιος που θα μας πάρει απ’ το χέρι και θα μας οδηγήσει στην χειραφέτηση, κάποιος επαγγελματίας επαναστάτης που οι γνώσεις του θα σταθούν ικανές να μας βγάλουν από την μιζέρια, επιβεβαιώνοντας έτσι την ετερόνομη ηθική μας και την στείρα αναπαραγωγή συντηρητικών αξιών. Έτσι, η 48ωρη απεργία, τα συλλαλητήρια και οι πορείες που διοργάνωσαν η ΓΕΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ [1] στις 19 και 20  Οκτωβρίου, παρά την τεράστια συμμετοχή, στη συνείδηση του κόσμου έμειναν ως ακόμα μία ήττα – αίσθηση που οφείλεται βέβαια, σε μεγάλο βαθμό και στις εσωκινηματικές έριδες: ποιός θα καταφέρει να ελέγξει την  πλατεία Συντάγματος, το ΚΚΕ που θέλησε να καρπωθεί την γενικευμένη λαϊκή δυσαρέσκεια ή ο απλός λαός που σήκωσε το βάρος από τον Μάιο έως τον Ιούλιο του 2011;

Οι διαδηλώσεις της 19ης και 20ης Οκτωβρίου ήταν μεγαλειώδεις, μιας και η προσέλευση ξεπέρασε το 1.000.000 κόσμο (ιδιαίτερα την πρώτη ημέρα). Η δεύτερη ημέρα, όμως, αμαυρώθηκε λόγω επεισοδίων που προκλήθηκαν εξαιτίας της στάσης του ΠΑΜΕ. Οι πρακτικές του ΚΚΕ έκαναν αντιληπτό σ’ ολόκληρη την κοινωνία το πόσο αδίστακτοι και κατασταλτικοί θα μπορούσαν να γίνουν οι σταλινικοί, συναγωνιζόμενοι ακόμα και την φασιστοκρατούμενη ΕΛ.ΑΣ., και πως το μοναδικό τους μέλημα δεν είναι οι άνθρωποι του μόχθου και του δρόμου αλλά το πώς θα κατακτηθούν μερικές έδρες παραπάνω στην Βουλή από δικά τους στελέχη και πώς θ’ ακολουθήσει η Ελλάδα μια πορεία αντίστοιχη μ’ αυτήν της «κομμουνιστικής»  Βόρειας Κορέας. Το συμπέρασμα που προέκυψε από τα γεγονότα της 20ης Οκτωβρίου είναι ότι η σταλινική Αριστερά έχει πολλά κοινά (όσον αφορά την πρακτική εφαρμογή των ιδεοληψιών της) με τους προγονόπληκτους εθνικιστές.

Η  20η Οκτωβρίου ήταν η τελική σπίθα για να ξεσηκωθεί η κοινωνία μαζικά και ν’ απονομιμοποιήσει ηθικά την κυβέρνηση Παπανδρέου μετατρέποντας τις παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου σε διαμαρτυρίες οι οποίες άσκησαν πίεση οδηγώντας τον τότε πρωθυπουργό Γ.Α.Παπανδρέου να προτείνει την διεξαγωγή δημοψηφίσματος στην προσπάθειά του να απεγκλωβιστεί από το πολιτικό αδιέξοδο στο οποίο είχε περιέλθει.

Η  μαφιόζικου τύπου αντικατάσταση του Γ.Α.Παπανδρέου από τον Λ.Παπαδήμο, κατέδειξε τον πραγματικό χαρακτήρα ενός αντιδημοκρατικού καθεστώτος που  σιγά σιγά αρχίζει να γίνεται όλο και πιο αυταρχικό, εκτελώντας πιστά τις  διαταγές των αγορών σε βάρος του απλού πολίτη. Η εξαθλίωση  διογκώθηκε και η κοινωνική οργή έδειξε ένα άλλο πρόσωπο την 12η του Φλεβάρη, με δεκάδες κτίρια (κυρίως Τράπεζες και μεγάλα εμπορικά κέντρα) να παραδίδονται στις φλόγες και καταστροφές σε γραφεία του κυβερνώντος κόμματος. Απ’ όλες τις διαμαρτυρίες η 12η  Φλεβάρη ήταν η πιο καθοριστική, καθώς κατάφερε να δημιουργήσει μικρές εστίες συμπαράστασης στο εξωτερικό.

Έτσι, για πάνω από δύο εβδομάδες, στη συντριπτική τους πλειοψηφία Έλληνες του εξωτερικού αλλά και κάποιοι αλλοεθνείς ακτιβιστές, καλούσαν σε εκδηλώσεις αλληλεγγύης μπροστά στις ελληνικές πρεσβείες και τα προξενεία, ή οργάνωσαν διαμαρτυρίες σε μεγάλες πλατείες μητροπόλεων, προσπαθώντας μ’ αυτό τον τρόπο ν’ αλλάξουν την στερεοτυπική και προκατειλημμένη γνώμη των συντηρητικών βορειοευρωπαίων, ενώ πρόσφατα αρκετοί βουλευτές και εκπρόσωποι κομμάτων άρχισαν να παίρνουν ανοιχτά το μέρος της Ελλάδας, καλώντας για φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις. Οι κινητοποιήσεις του περιβόητου “We Are All Greeks” αναμφισβήτητα δεν αποτελούν κομμάτι της πραγματικότητας, μιας και πρόκειται για κατασκευασμένες μιντιακές δράσεις. Ωστόσο, όμως, αυτό δεν  εμπόδισε αρκετούς συμμετέχοντες να ξεφύγουν από τα πατριωτικά κιτς, την ακατάσχετη εθνικιστική οχλαγωγία και τις διαδηλώσεις υπερηφάνειας και να δουν την κατάσταση σε μεγαλύτερο βάθος, δημιουργώντας δίκτυα κοινού αγώνα με  ντόπιες οργανώσεις.

Αυτό που αξίζει να κρατήσουμε απ’ όλη αυτήν την ιστορία, είναι η πανευρωπαϊκή διάσταση του φαινομένου, οι δυναμικές, δηλαδή, που έχουν οι αντιστάσεις στην Ελλάδα να δημιουργήσουν ντόμινο εξεγέρσεων και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαίτερα σε αυτές του νότου, όπου λίγο πολύ, αντιμετωπίζουν εξίσου ανυπέρβλητες δυσκολίες και κατά κάποιον τρόπο αποτελούν αντικείμενο χλευασμού για τους συντηρητικούς του βορρά, ενώ φαίνεται πως θα είναι τα επόμενα θύματα του Νεοφιλελεύθερου προσανατολισμού της Ε.Ε.

Επιστρέφοντας στην Ελληνική πραγματικότητα

Ωστόσο, από την ιστορική 12.2.2012 μέχρι και σήμερα, ελάχιστες μορφές δράσεις υπάρχουν. Όπως όλα δείχνουν, η κοινωνία βρίσκεται σε φάση αναμονής των εκλογών, για να επιλέξει απλά και μόνο κάποιον νέο, λιγότερο εχθρικό, καπιταλιστή.

Η Κυβέρνηση που θα προκύψει από τις επερχόμενες εκλογές (αν και όταν γίνουν τελικά αφού αρκετοί είναι αυτοί που δεν θέλουν να γίνουν τώρα ή που διαδίδουν (έστω κινδυνολογώντας) πως μεθοδεύεται η αναβολή τους – βλ. τις δηλώσεις Χρυσοχοίδη για ανάγκη διεξαγωγής των εκλογών το 2013 αφού σύμφωνα με τον ίδιο «προέχει η σταθερότητα και η εφαρμογή των μέτρων» και τις δηλώσεις του Γ.Γ. και βουλευτή Αρκαδίας της Ν.Δ., Α. Λυκουρέντζου για σχέδια που γίνονται από ορισμένους κύκλους προκειμένου «να ναρκοθετήσουν την ομαλή πορεία της χώρας προς τις εκλογές» με ποιό τρόπο θα μπορέσει να χειριστεί αυτή την κατάσταση;

Με την επίσημη ανεργία στο 21% (1.037.000 – στοιχεία Δεκεμβρίου 2011) και την πραγματική περίπου στο 23,5 % (περί τα 1.300.000 άτομα) και μετά τη λήψη ανελέητων μέτρων εδώ και 2 χρόνια, είναι ζήτημα αν το Κράτος θα μπορέσει ν’ αντλήσει από την κοινωνία και τα συνήθη θύματα (μισθωτούς, συνταξιούχους, μικροεπαγγελματίες), πάνω από 3-4 δισ. ευρώ. Η χώρα έχει πτωχεύσει ήδη, τα προαναφερόμενα μέτρα είναι εντελώς ανεφάρμοστα («δεν βγαίνουν») και η επόμενη Κυβέρνηση, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι θ’ ανήκει στο αντιμνημονιακό μέτωπο (πράγμα εξαιρετικά αμφίβολο όπως προαναφέρθηκε) δεν φαίνεται να έχει τρόπο εξόδου από την οικονομική κρίση, αφού η Ελληνική Κυβέρνηση έχει δεσμευτεί ρητά και ποικιλοτρόπως για τη λήψη νέων μέτρων, ακόμα πιο επαχθών.

Μετά από αυτούς τους συλλογισμούς, ίσως πρέπει να μεταφέρουμε τη συζήτηση από το πεδίο του οικονομικού προβληματισμού, σ’ αυτό του πολιτικού. Αν η σκέψη ότι δεν μπορεί να υπάρξει οικονομική λύση είναι σωστή, τότε θα πρέπει να εξεταστεί ποιες είναι οι ενδεχόμενες πολιτικές εξελίξεις:

  1. Το πιο πιθανό σενάριο είναι ότι θα προκύψει μια Κυβέρνηση συνεργασίας κομμάτων που αποδέχονται το Μνημόνιο, είτε το δηλώνουν ρητά είτε το υπονοούν
  2. Υπάρχει βέβαια και η πιθανότητα να επικρατήσει τελικά το «αντιμνημονιακό μέτωπο» το οποίο θ’ αποτελείται από κόμματα που καταλαμβάνουν όλο το πολιτικό φάσμα. Από την πατριωτική Αριστερά έως την άκρα δεξιά και τους πάσης φύσεως συνωμοσιολόγους.  Είναι εντελώς άγνωστο ποιες συμμαχίες θα μπορούσαν να γίνουν μεταξύ αντιμνημονιακών κομμάτων (ή αυτών που, τέλος πάντων, δηλώνουν «αντιμνημονιακά»). Στην κατηγορία αυτή ανήκουν: δυσαρεστημένα/διεγραμμένα μέλη του ΠΑ.ΣΟ.Κ, (αναμένεται να δούμε και ποια θα είναι η θέση της κίνησης Καστανίδη-Κατσέλη), το Άρμα Πολιτών του Δημαρά, το ΕΠΑΜ του Καζάκη, το ΚΚΕ, ο ΣΥΡΙΖΑ και άλλες μικρότερες δυνάμεις της «πατριωτικής» Αριστεράς (η θέση της ΔΗΜ.ΑΡ. του Κουβέλη είναι εντελώς ασαφής), αλλά και το νέο κόμμα του Καμμένου, άλλες τάσεις της «Λαϊκής» Δεξιάς (από τον βουλευτή Μανώλη έως το Νομάρχη Ψωμιάδη), ο ΛΑ.Ο.Σ. (ο οποίος φαίνεται πως μετά από αμέτρητες παλινωδίες θα παίξει το αντιμνημονιακό εκλογικό χαρτί), ακόμα και το κόμμα των εγκληματιών/ανεγκέφαλων χρυσών αυγών.

Στην πρώτη περίπτωση, θα ακολουθηθούν οι ίδιες με σήμερα αντικοινωνικές και απάνθρωπες πολιτικές και, πολύ σύντομα, η κατάσταση θα οδηγηθεί εκτός ελέγχου διότι απλούστατα, δεν υπάρχουν περαιτέρω περιθώρια φτωχοποίησης της κοινωνίας. Μπορεί η στιγμή της αποκορύφωσης της κοινωνικής έκρηξης, καθώς και του τρόπου που αυτή θα εκφραστεί και των συνεπειών της, να μην είναι προβλέψιμες, είναι όμως σχεδόν βέβαιο πως το ποτήρι θα ξεχειλίσει. Στην δεύτερη, και εφ’ όσον δεχτούμε ότι τελικά θα μπορέσει να προκύψει μια «αντιμνημονιακή» Κυβέρνηση, τα πράγματα είναι περισσότερο πολύπλοκα. Μέσα απ’ αυτό το εξαιρετικά ανομοιογενές συνοθύλευμα κομμάτων και τάσεων, φαίνεται πως η μόνη κοινή βάση που μπορεί να υπάρξει είναι η εμμονή σε πατριωτικά ιδεολογήματα. Λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι λύση στο πρόβλημα της κρίσης δεν μπορεί να δοθεί εντός του οικονομικού κύκλου ή του κοινοβουλευτισμού (μιας και η κρίση που διανύουμε δεν είναι απλώς οικονομική, αλλά κυρίως έχουμε να αντιμετωπίσουμε και την κρίση των αξιών) και πως η μόνη διέξοδος μπορεί να είναι πολιτική, αξίζει να αναρωτηθούμε μήπως και αυτή, η δεύτερη περίπτωση, έχει τους δικούς της μεγάλους κινδύνους: έξαρση εθνικισμού και/ή ξενοφοβίας, ολοκληρωτισμός, απομονωτισμός. Υπάρχουν, άλλωστε, δεκάδες παραδείγματα χωρών, όπως Ιράν, Βόρεια Κορέα, Κούβα και άλλες, που έχοντας αποσπαστεί από τη Δυτική συμμαχία και παρόλο που απελευθερώθηκαν από τη στυγνή εκμετάλλευση των Δυτικών αρπακτικών, όχι μόνο δεν γνώρισαν κοινωνική και πολιτική απελευθέρωση, αλλά, απεναντίας, βρέθηκαν κάτω από την τυραννία ολοκληρωτικών κυβερνήσεων. Στην πραγματικότητα, το ερώτημα έξοδος ή παραμονή στην Ε.Ε. και το Μνημόνιο είναι ήσσονος σημασίας σε σχέση με τα πραγματικά διακυβεύματα της περιόδου.

Σε ότι αφορά την Ελληνική πραγματικότητα, οι λεγόμενες προοδευτικές δυνάμεις, δεν κατάφεραν να θεμελιώσουν ούτε ένα ελάχιστο προοδευτικό πολιτικό πρόγραμμα, πρόταγμα, στόχο, μην έχοντας μάλιστα και καμία απολύτως στρατηγική εκδημοκρατισμού των μαζών. Έτσι, τα παθήματα του καπιταλισμού, που στην πιο βάρβαρη μορφή του εκφράζεται από το Νεοφιλελευθερισμό, φαίνεται πως δεν μπορούν να μετουσιωθούν σε μαθήματα. Κατά συνέπεια, αντί για περαιτέρω διάδοση των ριζοσπαστικών ιδεών και ενδυνάμωση των κινημάτων, παρατηρείται αντίθετα, έξαρση του εθνικισμού. Αντί για αναζήτηση νέων μορφών πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής (αυτο)οργάνωσης, βλέπουμε στροφή σε «αξίες» που ιστορικά έθρεψαν την μισαλλοδοξία, την βία, την καταπίεση και τον πόλεμο. Αντί για την ανάδειξη νέων πρακτικών που θα μπορούσαν αφ’ ενός να δώσουν λύσεις σε αρκετά προβλήματα και αφ’ετέρου να πολιτικοποιήσουν ουσιαστικά τις κοινωνίες ωθώντας τις προς την κατεύθυνση της χειραφέτησής τους, είμαστε για άλλη μια φορά μπροστά σε μια καθολική επιστροφή σε κάθε είδους πολιτική και ιδεολογική κλειστότητα. Αυτού του είδους η κλειστότητα, επίσης, αναπαράγεται μέσω της οικονομικής εξαθλίωσης η οποία καλλιεργεί ένα έντονο κλίμα εσωστρέφειας, φόβου και καχυποψίας – χαρακτηριστικά που ενδέχεται ν’ αποτελέσουν την ταφόπλακα των αγώνων για κοινωνική και πολιτική χειραφέτηση • την διάβρωση και καταστροφή κάθε μορφής οργανικής επικοινωνίας, του θεμέλιου λίθου, δηλαδή, της δημιουργίας πραγματικά δημοκρατικών κινημάτων εντός των οποίων οι συμμετέχοντες βρίσκονται σε διαρκή αλληλεπίδραση μεταξύ τους, όπου ενώνουν την διαφορετικότητά τους με σκοπό να συνδιαμορφώσουν και να συνθέσουν από κοινού. Η μή επικοινωνία αποτελεί την υλική βάση του ολοκληρωτισμού, γεννώντας καταστάσεις όπου η καχυποψία όλων προς όλους αντικαθιστά την φιλία, σκοτώνοντας παράλληλα κάθε τάση για δημιουργία. Έτσι τα άτομα μετατρέπονται σε μάζες φοβισμένες (φόβος προς τους μετανάστες, τους γείτονες, τους διαφορετικούς), που αναζητούν διεξόδους μέσω της ασφάλειας και της τάξης που συχνά συμβαδίζει με τον εθνικισμό (καθώς η ιδέα μιας «ισχυρής πατρίδας» εμπνέει εμπιστοσύνη). Αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία χτίζεται η νέα πραγματικότητα, (όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σχεδόν στις περισσότερες χώρες του Δυτικού κόσμου) την οποία μόνο εμείς μπορούμε να αλλάξουμε.

Κι όμως, φαινόταν (θα θέλαμε να πούμε: φαίνεται) μια τόσο καλή ευκαιρία να εργαστούμε για την ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας, να ξεπεράσουμε το κοινοβουλευτικό τσίρκο, και ν’ αναδείξουμε επιτέλους πραγματικά δημοκρατικά προτάγματα μέσα από θετικές δραστηριότητες και αντιδομές. Ο καπιταλισμός φαίνεται να ψυχορραγεί και εμείς, αντί «να επιταχύνουμε την διαδικασία», όπως έλεγε και ο Νίτσε, έχουμε την τάση να αποτραβηχτούμε ουσιαστικά (αν όχι και τυπικά). Στις παρούσες συνθήκες είναι επιβεβλημένη και ρεαλιστική (και οπωσδήποτε, έστω, ελπιδοφόρα) η προσπάθεια δημιουργίας αυτόνομων πρακτικών που είτε θα παρέκαμπταν τον καπιταλισμό είτε θα συγκρούονταν μαζί του (στο βαθμό που αυτό θα ήταν αναπόφευκτο). Αλλά κινδυνεύουμε να χάσουμε για άλλη μια φορά το τραίνο της εξόδου από την Βαρβαρότητα.

Επίλογος

Υπάρχει σε εξέλιξη μια μη προβλέψιμη, ακόμα, ή πάντως συγκεχυμένη και απροσδιόριστη, φαινομενικά διττή, διαδικασία: αποσύνθεση του καπιταλισμού και την ίδια στιγμή ένταση των χειρότερων εκφάνσεων της καπιταλιστικής ανορθολογικότητας. Για παράδειγμα, ποτέ η κίνηση του κεφαλαίου διεθνώς δεν ήταν τόσο ασύδοτη (πλήρης οικονομική ελευθερία) και ταυτόχρονα η εμμονή των πολιτικών ηγεσιών των κρατών στον μονεταρισμό τόσο έντονη (η πλήρης «οικονομική ελευθερία» τελεί υπό την σιδηρά προστασία των Κυβερνήσεων). Οι τραγικές συνέπειες της φαινομενικής αυτής αντίφασης δεν είναι παρά ακόμα μία εγγενής κρίση του καπιταλισμού την οποία οφείλουμε να εκμεταλλευτούμε προς όφελός μας προσπαθώντας να εγκαθιδρύσουμε μια κοινωνία όσο περισσότερο ελευθεριακή μπορούμε. Η αντιπαράθεση με έναν καπιταλισμό «βαριά άρρωστο» πρέπει να γίνει με τους δικούς μας όρους, με τα δικά μας πολιτικά προτάγματα όπως αυτά μπορούν να συνδιαμορφωθούν υπό ένα ελευθεριακό πρίσμα. Θα είναι τεράστιο σφάλμα η αντιπαράθεση αυτή να γίνει με πολιτικές στρατηγικές του παρελθόντος και βάσει ιδεολογημάτων και ιδεοληψιών μου έβαψαν την Ιστορία με αίμα και δυστυχία. Θα είναι μεγάλη κατάντια αν στο Νεοφιλελευθερισμό αντιτάξουμε τον Εθνικισμό (ακόμα κι αν προσπαθήσουμε να τον ωραιοποιήσουμε μετονομάζοντάς τον σε πατριωτισμό), τον πατριωτικό – αριστερό ή δεξιό – ολοκληρωτισμό, ή οποιοδήποτε ετερόνομο και αυταρχικό πολιτικό μόρφωμα που τυχόν προκύψει μέσα στις πρωτόγνωρες αυτές πολιτικές συνθήκες. Επιτέλους, ας διεθνοποιηθούμε αντιτασσόμενοι σε κάθε είδους ολοκληρωτισμό και σε κάθε καταστροφικό πολιτικό σύστημα, είτε αυτό είναι σύγχρονο (Νεοφιλελευθερισμός) είτε ιστορικά δοκιμασμένο και γνωστό για το μέγεθος της αθλιότητάς του (Εθνικισμός και κάθε είδους απολυταρχικά καθεστώτα προσηλωμένα στον απομονωτισμό).

[1] Το γεγονός ότι οι  διαδηλώσεις της 20 Οκτωβρίου ήταν οργανωμένες από γραφειοκρατικά συνδικάτα δεν σημαίνει ότι στο μέλλον εμείς θα πρέπει να απέχουμε από οποιαδήποτε δραστηριότητα καλεί κάποιο οργανωμένο σωματείο. Η κριτική της γραφειοκρατίας και η προσπάθεια δημιουργίας οριζοντίων κινημάτων σε κοινωνίες, όπως η δική μας (και σχεδόν όλες), που έχουν συνηθίσει (για να μην πούμε εθιστεί) στην καθοδήγηση, αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο που θα πρέπει ν’ αναλυθεί και να συζητηθεί περαιτέρω. Ωστόσο, υπήρξαν φωνές τον καιρό εκείνον, και κυρίως στις κινητοποιήσεις του Δεκέμβρη όπου η προσέλευση ήταν πολύ μικρή, για άρνηση συμμετοχής λόγω της εμπλοκής των οργανωμένων συνδικάτων. Αυτή η προσέγγιση των πραγμάτων θα μπορούσε να είναι, κατά κάποιον τρόπο, από αφελής μέχρι επικίνδυνη καθώς η απαξίωση δεν αποτελεί ουσιώδη και δημιουργική κριτική, αλλά θα μπορούσε να στρέψει την κοινωνία σε ακόμα πιο συντηρητικά/εθνικιστικά μονοπάτια.

Συγγραφή: Julien Febvre, Ian Delta

Shortlink: http://wp.me/p1eFQy-14K

Gallery | This entry was posted in Austerity, Capitalism, Politics and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s