Φασιστολόγια

Σε λίγες μόλις εβδομάδες, συμπληρώνεται ένας χρόνος από το περιστατικό φρίκης που συγκλόνισε την Νορβηγία και σχεδόν ολόκληρο τον κόσμο. Ο ακροδεξιός Αντερς Μπέρινγκ Μπρέιβικ, πρώην μέλος του λαϊκιστικού δεξιού Κόμματος της Προόδου και της ξενοφοβικής Norwegian Defence League (που δημιουργήθηκε το 2011 κατά πρότυπο της Αγγλικής English Defence League), εκτέλεσε εν ψυχρώ 77 άτομα (στενά συνδεδεμένα με το Νορβηγικό κεντροαριστερό Εργατικό κόμμα), στο νησί Utøya, μερικά χιλιόμετρα έξω από το Όσλο. Κατά τη διάρκεια της δίκης του, περίπου έναν μήνα πριν, ζήτησε από τους δικαστές να τον αθωώσουν, ισχυριζόμενος ότι οι επιθέσεις της 22ας Ιουλίου του 2011 ήταν απεχθείς αλλά απαραίτητες και πως είχαν σκοπό να προστατέψουν τους «αληθινούς Νορβηγούς» από τους «προδότες» που προωθούσαν τον «πολιτισμικό Μαρξισμό» και την «πολυπολιτισμικότητα». «Έδρασα εκ μέρους του λαού μου, της θρησκείας μου και της χώρας μου. Γι’ αυτό ζητώ να με απαλλάξετε» είπε στο δικαστήριο. «Δεν αναγνωρίζω την ενοχή μου. Επικαλούμαι την αρχή της αναγκαιότητας» (που επιτρέπει να σκοτώνει κανείς κάποιον υπό ειδικές συνθήκες) «επειδή αγωνίστηκα για το λαό, τον πολιτισμό και τη χώρα μου» κατέληξε. Μερικούς μήνες, όμως, πριν την επίθεση, ο Νορβηγός μακελάρης δημοσίευε διαφόρων ειδών κείμενα/θεωρίες συνωμοσίας που έκαναν λόγο για μια υποτιθέμενη μελλοντική «επέλαση του Ισλάμ», κήρυτταν το μίσος για τους μετανάστες και την απέχθεια για τις διαπολιτισμικές σχέσεις.

Ένα χρόνο μετά από το θλιβερό αυτό περιστατικό, θα περίμενε κανείς τις δυνάμεις της άκρας δεξιάς να υποχωρούν, καθώς οι σφαγές του Μπρέιβικ δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο από μια φυσική κατάληξη της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Όμως, κάθε άλλο παρά ηττημένες φαίνονται να είναι οι ακροδεξιές παρατάξεις ανά την Ευρώπη, με αποκορύφωμα το ποσοστό της τάξης του 18% που έλαβε η Μαρίν Λεπέν στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, την είσοδο της Χρυσής Αυγής στην βουλή αλλά και την υιοθέτηση μέρους της ακροδεξιάς «πολιτικής» γλώσσας από κεντροδεξιές «μετριοπαθείς» παρατάξεις, (μόλις λίγες ημέρες πριν ο Βρετανός πρωθυπουργός David Cameron ανήγγειλε μέτρα περιορισμού για την είσοδο στη Βρετανία Ελλήνων μεταναστών). Αρκεί μια μικρή πλοήγηση στην Ελληνική μπλογκόσφαιρα για να μας πείσει ότι ιδέες παρόμοιες με αυτές του Μπρέιβικ αναπαράγονται συνεχώς και προσφέρονται ως μια εναλλακτική λύση στο πολιτικό και οικονομικό αδιέξοδο των τελευταίων χρόνων. Το Ελληνόφωνο internet έχει και αυτό, σε πολύ μεγάλο ποσοστό, καταληφθεί από ακροδεξιές, υπερεθνικιστικές ομάδες που συμπλέκονται με βαθιά αντιδραστικές και μισανθρωπικές, ρατσιστικές ιδεοληψίες. Δεκάδες ιστοτόποι καθημερινά αναρτούν άρθρα με τίτλους όπως «Ο Σόρος είναι ο αντίχριστος» ή «οι Σοφοί της Σιών έχουν βάλει στο μάτι την Ελλάδα», προβάλλοντας ακόμη και το πιο ανυπόστατο ψέμα ως ακλόνητη αλήθεια.

Τόσο, βέβαια, η μπλογκόσφαιρα όσο και οι σελίδες κοινωνικής δικτύωσης (Facebook, Twitter και κυρίως Youtube) έχουν κατακλυστεί από χρήστες που υιοθετούν απροκάλυπτα (και προσπαθούν να διαδώσουν) μια ρητορική φυλετικής ανωτερότητας (ή και μίσους) του τύπου «εμείς είμαστε το εκλεκτό γένος, και όπως ο γέροντας Παΐσιος είχε προβλέψει ο Θεός θα μας σώσει και θα στείλει τον Πούτιν να κατατροπώσει τους Τούρκους», ρητορική που τις περισσότερες φορές βασίζεται σε μια κατάφωρη συνωμοσιολογία, τρομολαγνικά συμπεράσματα είτε διακατέχεται από έναν ανυπόστατο μεταφυσικισμό. Το πιο τρομακτικό, όμως, είναι ακόμη πως όλοι αυτοί οι ιστοτόποι που αναπαράγουν τούτον τον εμετικό λαϊκισμό τυγχάνουν μεγάλης επισκεψιμότητας, κάτι που υποδηλώνει ότι η ανάγκη αναζήτησης εχθρών εκεί που δεν υπάρχουν (μετανάστες, αναρχικοί, κομμουνιστές  κτλ) έχει ριζώσει σ’ ένα μεγάλο κομμάτι της Ελληνικής κοινωνίας, κι έτσι οι συνωμοσιολογικές λαϊκιστικές προσεγγίσεις πάνω στα μείζοντα κοινωνικο-πολιτικά ζητήματα βρίσκουν μεγάλη απήχηση στην μαζική κουλτούρα.

Δίχως αμφιβολία, η αύξηση των ιστοσελίδων που  προωθούν φασιστικές ιδέες (όπως αυτές του Μπρέιβικ) δεν είναι μόνο Ελληνικό φαινόμενο αλλά παρατηρούνται τάσεις διαδικτυακού ρατσιστικού παροξυσμού σε πανευρωπαϊκή κλίμακα (αν όχι παγκόσμια) [1] [2] [3]. (Όλοι όσοι ασχολούνται ενεργά με το ιnternet θα έχουν ακούσει για το Stormfront ένα ιδιαίτερα διαδεδομένο ρατσιστικό forum που στήθηκε από τον Don Black, μέλος της Κου Κλουξ Κλαν). Το Βρετανικό ινστιτούτο Demos διεξήγαγε έρευνα βάση των απαντήσεων που έδωσαν μέσω του Facebook περίπου 15.000 συμπαθούντες δεκατεσσάρων υπερεθνικιστικών/νεοφασιστικών οργανώσεων σε 11 ευρωπαϊκές χώρες  καταλήγοντας στο εξής συμπέρασμα: «Την ώρα που πολλές ευρωπαϊκές χώρες  έχουν τα μάτια στραμμένα στην  κατάσταση της οικονομίας τους, μια άλλη  κρίση εμπιστοσύνης δημιουργείται. Σε όλη την Ευρώπη, οι νέοι αισθάνονται  εγκαταλειμμένοι από τα παραδοσιακά κόμματα και τους εκπροσώπους τους  και δείχνουν συμπάθεια για τους λαϊκιστικούς σχηματισμούς». Οι υποστηρικτές (που είναι κυρίως νέοι άντρες κάτω των 30) δήλωσαν ότι έλκονται από τις ιδεολογικές πλατφόρμες ακροδεξιών κομμάτων, τάσσονται  κατά της πολυπολιτισμικότητας και βλέπουν την μετανάστευση σαν μια  μεγάλη απειλή τόσο για τις παραδοσιακές αξίες της κοινωνίας τους, όσο  και για την ασφάλεια του πολίτη και την οικονομική ευημερία (οι  μετανάστες, γι’ αυτούς, συμπιέζουν τα μεροκάματα και τις θέσεις  εργασίας). Αυτό που, όμως, προκαλεί περισσότερο ενδιαφέρον είναι το  γεγονός ότι μεγάλος αριθμός των απαντήσεων κινείται στη λογική της προστασίας της πολιτισμικής κληρονομιάς η οποία διαβρώνεται από την «ισλαμοποίηση της Ευρώπης» (θέσεις που φανατικά υποστηρίζει ο Μπρέιβικ και όλες οι οργανώσεις που ακολουθούν την ιδεολογική πλατφόρμα της English Defence League) και λιγότερο στον φόβο του «οι μετανάστες μας παίρνουν τις δουλειές».

Το διαδίκτυο είναι ένας χώρος που δίνει βήμα σε οποιονδήποτε, μιας και είναι πανεύκολο να δημιουργηθεί ένας λογαριασμός Youtube ή Facebook. Στο διαδίκτυο ο καθένας μπορεί να διαδώσει τις απόψεις του, αρκεί να είναι καλός χειριστής του λόγου και του τρόπου που λειτουργούν τα social networks. Καθώς το διαδίκτυο προσφέρει αυτή τη δυνατότητα, της μαζικής αναπαραγωγής υλικού, (δεδομένου του γεγονότος πως σχεδόν όλοι έχουν έναν λογαριασμό  Facebook ή Youtube, ή έστω πρόσβαση στις σελίδες αυτές) η υπεραπλουστευτική ρητορική της συντηρητικής ακροδεξιάς βρίσκει ευήκοα ώτα καθώς με βάση τον Γκέμπελς, (υπουργό Προπαγάνδας της κυβέρνησης του Χίτλερ), «αν πεις ένα ψέμα αρκετά μεγάλο και το επαναλαμβάνεις συχνά, θα γίνει πιστευτό», με την προϋπόθεση ότι α) να προωθείται σαν κάλεσμα σωτηρίας, σαν κατήχηση (που με βάση την Hannah Arendt αποτελεί πεμπτουσία του ολοκληρωτισμού) και β) (το ψέμα) να διακατέχεται από μια δόση αληθοφάνειας, να  βασίζεται στους ενδόμυχους φόβους του μέσου απο-πολιτικοποιημένου πολίτη ο οποίος αδυνατεί να κατανοήσει για ποιον λόγο τα μέλη μιας κοινωνίας συμπεριφέρονται μ’ έναν συγκεκριμένο τρόπο και όχι με κάποιον άλλον και να καταλήξει σε βάσιμα συμπεράσματα μέσω της αμερόληπτης διαύγασης των καταστάσεων. Έτσι, του είναι ευκολότερο να πιστέψει πως για όλα φταίνε κάποιες μυστικές  οργανώσεις, ότι όλα κινούνται από μια ίντριγκα, ένα «αόρατο χέρι» όπως είχε πει και ο Φύρερ της Χρυσής Αυγής, Ν.Μιχαλολιάκος.

Φυσικά, όταν η εξαθλίωση και η ανέχεια σαρώνουν τα πάντα στο πέρασμά τους, τότε το μόνο που απομένει είναι ο θυμός, ο οποίος όταν είναι ανίκανος να οδηγήσει σε δημοκρατικές επαναστάσεις μετατρέπεται σ’ έναν κακό σύμβουλο που καταρρακώνει κάθε ηθική και λογική συνοχή, αφήνοντας τον σκοταδισμό να κυριαρχήσει. Έτσι, κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι διάφορες εξωπραγματικές ιδέες που προπαγανδίζουν πως ο εχθρός είναι απλά μια υπερ-εθνική ελίτ αδιαφορώντας για την πολιτική και πολιτισμική φύση της κρίσης που βιώνουμε (έλλειψη δημοκρατίας και απομονωτισμός). Ιδιαίτερα στην Ελληνική κοινωνία, η οποία ήταν πάντοτε ευάλωτη στις ιδέες του εθνικισμού δεδομένου α) ότι το νεοελληνικό μόρφωμα-κράτος βασίστηκε πάνω σε Μεγάλες Ιδέες και επεκτατικά οράματα και β) η εθνική κυριαρχία αποτελούσε πάντα ένα μείζον πολιτικό ζήτημα για μια χώρα που σχεδόν από τα πρώτα χρόνια της ύπαρξής της ως έθνος-κράτος δεν ήταν ποτέ της πραγματικά ανεξάρτητη, αλλά πάντοτε υπό την επιρροή εξωτερικών δυνάμεων. Έτσι, ο ανορθολογισμός,  και ο σωβινισμός αποτελούν, πλέον, lifestyle στην μνημονιακή Ελλάδα η οποία, ταυτόχρονα, υποφέρει από την ιδεολογική ηγεμονία της αριστοκρατίας της εκκλησίας. Έτσι, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός πως στο διαδίκτυο μια είδηση αναδημοσιεύεται και αναπαράγεται με μια απίστευτη ελαφρότητα, δίχως καμία, έστω και τυπική, διασταύρωση κι επαλήθευση των όσων γράφονται και διαδίδονται. Άλλωστε, η εθνο-λαϊκιστική ρητορεία δεν προαπαιτεί από τον αναγνώστη κάποια ιδιαίτερη εμβάθυνση στην πολιτική σκέψη. Αρκεί μια δόση υπερβολής και υπεραπλούστευσης προκειμένου μια πληροφορία να κερδίσει τις εντυπώσεις και να γίνει δεκτή, σαν να πρόκειται για ένα φαντασμαγορικό θέαμα εύκολης κατανάλωσης που χαϊδεύει αυτιά, είτε βασίζεται στην ετερόνομη ταύτιση ενός εθνικιστή, που αναζητά ζωτικά ψεύδη προκειμένου να νοηματοδοτήσει την ύπαρξή του.

Τί  σημαίνουν όμως όλα αυτά; Θα πρέπει οι νέοι ν’ απομακρύνονται από το διαδίκτυο γιατί είναι επικίνδυνο λόγω της διάδοσης μισανθρωπικών αντιλήψεων ή θα πρέπει να λογοκρίνονται οι ακροδεξιές ιστοσελίδες; Στην  πραγματικότητα τίποτα από αυτά τα δύο δεν θα πρέπει να γίνει. Πρώτα απ’ όλα, το internet αποτελεί ένα δυναμικό εργαλείο για την διευκόλυνση της  επικοινωνίας που αν το εκμεταλλευτούμε θετικά θα μπορούσαμε να επωφεληθούμε. (Ας σκεφτούμε πως κινήματα όπως αυτά των Ισπανών  Indignados και του Occupy Wall Street δημιουργήθηκαν αρχικά μέσα από σελίδες κοινωνικής δικτύωσης). Σε δεύτερη φάση, απορρίπτουμε τη  λογοκρισία όχι τόσο γιατί είναι ηθικά σωστό σε μια δημοκρατία ν’  ακούγονται όλες οι απόψεις αλλά διότι όπως εμείς βλέπουμε τον νεοφασισμό  και την ακροδεξιά σαν μια απειλή για τη δημοκρατία, έτσι και κάποιος  άλλος θα μπορούσε να βαφτίσει κάποιο απεργιακό κάλεσμα, κάποια διαδήλωση, ως προτροπή σε βία (αναλόγως φυσικά με τα πιστεύω του). Αναμφισβήτητα δεν μπορούμε να βάλουμε στον ίδιο κοινό παρονομαστή ένα κάλεσμα για μια διαμαρτυρία μπροστά από ένα πολυκατάστημα που οι ιδιοκτήτες του απολύουν υπαλλήλους  για να ελαχιστοποιήσουν τις ζημίες και να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους  (μια διαμαρτυρία στην οποία θα μπορούσε να μετατραπεί σε βίαιη  σύγκρουση) με ένα κείμενο που καλεί τους πολίτες να στραφούν ενάντια σε  κάποια κοινωνική ομάδα (μετανάστες, ομοφυλόφιλους, αλλόφυλους). Εκεί, όμως, που θα πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας είναι στο κατά πόσο οι πολίτες/αναγνώστες είναι ικανοί να σταθούν κριτικά απέναντι στην  προπαγάνδα του μίσους, στην προπαγάνδα που διαχωρίζει τους ανθρώπους σε μαύρους και λευκούς, σε γηγενείς και μετανάστες, πώς ο μέσος επισκέπτης  μιας ακροδεξιάς ιστοσελίδας θα απορρίψει τα μισανθρωπικά καλέσματα και δεν θ’ αποδεχτεί την ακροδεξιά (είτε αριστερή) συνωμοσιολογία (που στην πραγματικότητα είναι ή αοριστολογία είτε παραληρηματικός λόγος) σαν μια πηγή της αποκάλυψης αυτών που η πολιτική ελίτ σχεδιάζει ή έχει σχεδιάσει  εις βάρος μας πίσω από την κουρτίνα. Κάτι τέτοιο, φυσικά, προαπαιτεί την απο-αδρανοποίηση και ενεργοποίηση της πολιτικής μας σκέψης, της δυνατότητάς μας δηλαδή να ερμηνεύουμε τις καταστάσεις με γνώμονα την αμεροληψία και όχι a-priori αξίες είτε να θεωρούμε την πραγματικότητα ως  έρμαιο νομοτελειακών παραγόντων (νόμοι της ιστορίας, νόμοι της αγοράς, ιστορική συνέχεια)• την ικανότητα του καθενός μας ως ξεχωριστή προσωπικότητα να συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων, στη συνδιαμόρφωση και συνδημιουργία, όντας γαλουχημένοι από τις αξίες της ισότητας και του αλληλοσεβασμού.

Julien Febvre

__________________________________________________________

Shortlink: http://wp.me/p1eFQy-1BE

Gallery | This entry was posted in Fascism, Internet, Social Networks and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s